Παύλος Μελάς ~ "Βούλγαρος να μη μείνει"

         

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε το 1870 στη Μασσαλία. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ήταν γιός του Μιχαήλ και της Ελένης Μελά. Ο πατέρας του είχε σπουδάσει νομική αλλά διέπρεπε στο εμπόριο σιτηρών. Προμήθευε πόλεις όπως το Λονδίνο και η Μασσαλία. Το 1874 μετακομίζουν στην Ελλάδα και μένουν στο πατρικό του Παύλου, στην Πανεπιστημίου, που σήμερα στεγάζεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Ο πατέρας του δεν έπαψε ποτέ να θυμίζει στον Παύλο και στα έξι αδέρφια του, την Ηπειρώτικη καταγωγή τους και την αγάπη του για τα Γιάννενα. Το 1886, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, ο Παύλος δίνει εξετάσεις στην Στρατιωτική σχολή Ευελπίδων. Ο ίδιος έγραφε τον Αύγουστο του 1886 για την επιλογή του αυτή: «Εκλέγων το στάδιον αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον μου και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη η φιλοδοξία και όπως κάθε καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δια αυτήν να αποθάνω». Το καλοκαίρι του 1891 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού (ΠΒ).

 

Την ίδια περίοδο γνωρίζει τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Πολιτικού Στέφανου Δραγούμη και αδερφή του Ίωνος Δραγούμη. Λίγους μήνες μετά τη παντρεύεται, αυτός ο γάμος αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικός για τη θερμή αγάπη που έδειξε κατοπινά ο ίδιος για την Μακεδονία. Γράφει στην ίδια: «… τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ’ ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ’ εβοήθησαν…». Η οικογένεια Δραγούμη καταγόταν από το Βογατσικό Καστοριάς. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία που στόχο είχε την σωτηρία της πατρίδος ιδίως στα ανοιχτά εθνικά θέματα στη Μακεδονία, όπου υπήρχαν οι Βούλγαροι με την Εξαρχία και οι ωμότητες που έκαναν οι Τούρκοι στη Κρήτη. Ο Παύλος Μελάς γίνεται ενεργό μέλος της. Την ίδια χρονιά γεννιέται και ο γιός του Μιχαήλ, που τον φώναζε Μίκη. Στα ακόλουθα χρόνια τα γεγονότα είναι απανωτά και μέσα σ’ αυτό το περίεργο κλίμα φτάνουμε στα 1897 και στον ατυχή πόλεμο για τη χώρα μας. Η επιστολή του Μελά στην οικογένειά του αναφέρεται στην κάκιστη κατάσταση του Ελληνικού στρατού, αναφέρει χαρακτηριστικά «…Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν συλλογίζομαι…32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται οι Τούρκοι…». Τελικά η ατιμία αυτή λήγει στις 8 Μαΐου με την συνθήκη της Ταράτσας στη Λαμία. Μετά την ήττα αυτή από τους Τούρκους, η κυβέρνηση αφού προσπάθησε να ανυψώσει το κύρος της χώρας, επικεντρώθηκε στο Μακεδονικό ζήτημα. Στη Μακεδονία ο πληθυσμός μισούσε τους δυνάστες Τούρκους με εξαίρεση τους Αλβανούς, που ήταν οι ευνοημένοι τους. Η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν συντριπτική γι’ αυτό και οι Τούρκοι επέτρεψαν στους Βούλγαρους να ιδρύσουν αυτόνομη εκκλησία την Εξαρχία. Οι Βούλγαροι επεδίωκαν να προσαρτήσουν τον ελληνικό πληθυσμό, σλαβόφωνο και μη, ώστε να προσαρτήσουν παράλληλα και τα εδάφη της μακραίωνης Ελληνικότατης Μακεδονίας μας. Σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπούσε και οχτώ χρόνια αργότερα, το 1878, η ίδρυση αυτόνομου Βουλγαρικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο, με την αιγίδα των Ρώσων. Οι τελευταίοι υποστήριζαν τα Σλαβικά φύλα έχοντας ως στόχο να έχουν άμεση πρόσβαση στο Αιγαίο. Η ίδρυση της ΕΜΕΟ, της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης στόχευε στα παραπάνω, δηλαδή, αρχικά στην αυτονόμηση και μετέπειτα στην προσάρτηση της Μακεδονίας. Παράλληλα όμως η βουλγαρική αυτή κίνηση προκάλεσε τριγμούς στην επίσημη βουλγαρική εξωτερική πολιτική και διπλωματία. Γράφει ο Ντάγκλας Ντέικιν: «Είχαν κάνει την εμφάνισή τους αντιζηλίες και διχογνωμίες στο εσωτερικό των σωμάτων που συναγωνίζονταν για την καθοδήγηση του και, σε τοπικό επίπεδο, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα ληστοσυμμοριτισμού, τοπικής βεντέτας, κοινωνικής αναταραχής, θρησκευτικής διαμάχης και μιας σχεδόν ακατανόητης πάλης μεταξύ τοπικών ηγετών».

 

Η στάση της Ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα ήταν χαρακτηριστικά δειλή και οι όποιες πρωτοβουλίες της είχαν αργή υλοποίηση. Αυτή η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει από το 1900. Η εκλογή στη θέση του Μητροπολίτη Καστοριάς του Γερμανού Καραβαγγέλη, η μετάθεση σαν Πρόξενου το 1902 στο Μοναστήρι του Ίωνος Δραγούμη και η τοποθέτηση του Λάμπρου Κορομηλά το 1904 στη θέση του γενικού Πρόξενου Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν την αρχή της ελληνικής διεκδικήσεως. Μάλιστα η δράση του Δραγούμη και του Κορομηλά μέσω των Προξενείων ήταν ελπιδοφόρα. Φρόντιζαν να εξαγοράζουν επιχειρήσεις εξαρχικών στη Μακεδονία και να επιλέγουν τη μεταφορά Ηπειρωτών χτιστών για εργασία, παρά να χρηματοδοτούν Βούλγαρους σχισματικούς που είχαν το μονοπώλιο στο επάγγελμα του χτίστη. Παράλληλα οι ωμότητες των Κομιτατζήδων έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει μυστικά τέσσερις αξιωματικούς με πλαστά διαβατήρια στη Μακεδονία, προκειμένου να συγκεντρώσουν πληροφορίες για την δράση των Βουλγάρων αλλά και να εισηγηθούν την ανάπτυξη ένοπλου αγώνα. Αυτοί οι αξιωματικοί ήταν ο Μελάς, ο Παπούλας, ο Κολοκοτρώνης και ο Κοντούνης. Ο Μελάς έλαβε σαν ψευδώνυμο τα ονόματα των παιδιών του και ονομάστηκε Καπετάν Μίκης Ζέζας. Στις 24 Φεβρουαρίου που ανέβαινε για πρώτη φορά στη Μακεδονία έγραφε: «…Σήμερον επιτέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Ο Μελάς λόγω διαταγών επέστρεψε στην Αθήνα αλλά τον Ιούνιο πήρε πάλι τον δρόμο για τη δυτική Μακεδονία για είκοσι μόνο ημέρες. Τελικά του επετράπη να ανέβει μόνιμα στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1904. Στις 28 Αυγούστου ορίζεται από το Μακεδονικό Κομιτάτο Αρχηγός σωμάτων Μοναστηρίου-Καστοριάς. Ο πόλεμος που κάνει στους Βούλγαρους είναι εξοντωτικός, ενώ παράλληλα τον καταδιώκει τουρκικό απόσπασμα. Στα γράμματα προς την γυναίκα του αναφέρεται στις δυσκολίες που του παρουσιάζονται από την έλλειψη οδηγού στα άγνωστα μέρη μέχρι την κακοκαιρία και την έλλειψη φαγητού: «Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλά ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλά εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και προ πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; Ή θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».

 

Στις 13 Οκτωβρίου ο Μελάς σταμάτησε στο χωριό Στάτιστα ή Σιάτιστα για να ξεκουράσει τους άνδρες του, παρά την προειδοποίηση του Νίκου Πύρζα για την ύπαρξη τουρκικού αποσπάσματος στο χωριό. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους και ξεκίνησαν πυροβολισμοί, στο σπίτι που κρύβονταν το απόσπασμα του Παύλου. Οι Τούρκοι ειδοποιήθηκαν από τον Μήτρο Βλάχο για την παρουσία του Μελά στο χωριό. Πρόκειται δηλαδή για προδοσία των Κομιτατζήδων ώστε να βγάλουν από τη μέση έναν σημαντικό αντίπαλό τους. Πάνω στη συμπλοκή ο Μελάς τραυματίζεται, οι πόνοι γίνονται αφόρητοι και απευθυνόμενος στον Νίκο Πύρζα του λέει: «Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να του πης ότι το καθήκον μου έκαμα». Τα τελευταία λόγια του πολέμαρχου του Μακεδονικού αγώνα ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει». Αρχικά η σορός του ενταφιάσθηκε στη Στάτιστα, οι Τούρκοι όμως έψαχναν το σώμα για να βρούν τις αποδείξεις που χρειάζονταν για να επιβεβαιώσουν και επίσημα την ανάμειξη της Ελλάδας στα εσωτερικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο προεστός της Στάτιστας Ντίνας επιχείρησε την εκταφή του Μελά και τη μεταφορά του κάπου αλλού ώστε να μην κινδυνεύει να βρεθεί από τους Τούρκους. Την στιγμή εκείνη όμως τουρκικό απόσπασμα έμπαινε στο χωριό, με αποτέλεσμα ο Ντίνας να αποκεφαλίσει βιαστικά τον Μελά με δάκρυα στα μάτια. Το κεφάλι θάφτηκε προσωρινά στο Πισοδέρι, στην Ωραία Πύλη του ναού της αγίας Παρασκευής. Το σώμα το μετέφεραν οι Τούρκοι στη Καστοριά για αναγνώριση. Εκεί με διπλωματικές κινήσεις ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατάφερε να πάρει το σώμα και να πείσει τους Τούρκους ότι αν δεν το παρέδιδαν στην ελληνική κοινότητα θα προκαλούσαν ταραχές. Εννοείται ότι οι Τούρκοι δεν γνώριζαν πως το σώμα ανήκε στον Παύλο Μελά, αλλά σε κάποιον Μίκη Ζέζα, χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Αργότερα το 1907 το σώμα και το κεφάλι του Μελά μεταφέρθηκαν με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Καστοριάς κοντά στην Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.
Ο θάνατος του Μελά, αφύπνισε την ελληνική κοινή γνώμη για τη σπουδαιότητα του Μακεδονικού ζητήματος. Παράλληλα προκάλεσε ευαισθητοποίηση όχι μόνο του λαού αλλά και συναδέλφων του αξιωματικών, που επιζητούσαν εκδίκηση. Έτσι η θυσία του Παύλου Μελά αποτέλεσε την αρχή της επιτυχούς – για την Ελλάδα – έκβασης του Μακεδονικού. Τα προφητικά του λόγια » Βούλγαρος να μή μείνει » επαληθεύτηκαν και η Ελλάδα απαλλάχθηκε από έναν απειλητικό βόρειο γείτονα. Τα λόγια του Ίωνα Δραγούμη «ο Μελάς… με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε είδαν» αποδεικνύουν τη σημασία της θυσίας του.

 

 

 


 

 

     

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s