Σμύρνη 1922 ~ ο ξεριζωμός

            Αρχές Μαΐου 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη. Έχει προηγηθεί το 1918, το συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι, όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος συντάσσει υπόμνημα που διατυπώνει τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις. Συγκεκριμένα ζητούσε την ενσωμάτωση των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου, της πολύπαθης Βορείου Ηπείρου, των Δωδεκανήσων που τελούσαν υπό ιταλική κατοχή, της δυτικής και ανατολικής Θράκης καθώς και τμήματος της δυτικής Μικράς Ασίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός θεμελίωνε τις εθνικές διεκδικήσεις με ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτιστικά και οικονομικά δεδομένα, επιπλέον τόνιζε τους ασταμάτητους διωγμούς των ελληνικών πληθυσμών από Τούρκους και Βούλγαρους στα προηγούμενα χρόνια. Οι διεθνείς εξελίξεις ήταν θετικές για την Ελλάδα, με αποκορύφωμα την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγί, που όριζε την προσάρτηση της δυτικής Θράκης στην Ελλάδα και την ανταλλαγή 92.000 Βουλγάρων με 46.000 Έλληνες της Βουλγαρίας. Επιπλέον η εξωτερική πολιτική της Ιταλίας στην περιοχή της Μικράς Ασίας, που στόχευε στην ουσιαστική προσάρτηση της από τους Ιταλούς, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ, που ήθελαν να απαλλαχθούν από αυτή. Βάσει αυτού αλλά και των βιαιοτήτων τσετών εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού της Σμύρνης, που εκμεταλλεύτηκε διπλωματικά ο Βενιζέλος, η περιοχή της Σμύρνης παραχωρείται στην Ελλάδα. Η Ελληνική διοίκηση στην περιοχή θα είχε πενταετή διάρκεια και μετά ο τοπικός πληθυσμός θα αποφάσιζε με δημοψήφισμα το μέλλον του. Η Ελλάδα θα έπρεπε να αποδείξει στους συμμάχους αλλά και στον μουσουλμανικό πληθυσμό ότι μπορεί να αποδώσει δίκαιη δημόσια διοίκηση χωρίς διακρίσεις και οπωσδήποτε να αποφύγει οποιουδήποτε είδους ρεβανσισμού έναντι των Τούρκων. 
             Στις 2 Μαΐου τμήματα του Ελληνικού στρατού αποβιβάζονται στην προκυμαία της Σμύρνης και γίνονται αποδεκτά από το ελληνικό στοιχείο της πόλης, που άγγιζε το 60% του πληθυσμού, με ενθουσιασμό. Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, μία ημέρα πριν, σε διάγγελμά του προς τον λαό της Σμύρνης λέει: » Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του συνενδρίου της Ειρήνης να καταλάβη Σμύρνην ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αυτή ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. Διατελέσας μέχρι των Βαλκανικών Πολέμων υπόδουλος υπό τόν αυτόν σκληρότατον ζυγόν, εννοώ ποία αισθήματα χαράς θα πλημμυρίσουν σήμερον τας ψυχάς των Ελλήνων της Μικρασίας. Την εκδήλωσιν των αισθημάτων τούτων δεν εννοώ, βεβαίως, να παρεμποδίσω. Αλλά είμαι βέβαιος, ότι η εκδήλωσις αυτή δεν θα λάβη ουδένα χαρακτήρα ούτε εχθρικότητος, ούτε υπεροψίας απέναντι ουδενός των συνοίκων στοιχείων του πληθυσμού…Ας δοθή εις αυτούς να εννοήσουν ότι δεν εορτάζομεν την κατάλυσιν ενός ζυγού, διά να υποκαταστασήσωμεν εις αυτόν την ιδίαν ημών επικράτησιν επί βλάβη των άλλων…». Η απόβαση αυτή όμως φανατίζει ακόμη περισσότερο τους Τούρκους, μερίδα φανατικών μουσουλμάνων προκαλεί με πυροβολισμούς προς τα ελληνικά αγήματα. Η απάντηση των Ελλήνων είναι όμοια. Ο Αμερικανός Πρόξενος στη Σμύρνη George Horton έγραψε για τα γεγονότα αυτά: «Πολλά έχουν λεχθεί για ωμότητες και σφαγές που διέπραξαν τα ελληνικά στρατεύματα κατά την αποβίβασή τους στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου 1919. Στην πραγματικότητα, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνη και τις επόμενες δυο-τρεις μέρες μεγαλοποιήθηκαν τόσο πολύ, ώστε η κοινή γνώμη έμεινε με την εντύπωση ότι είχαν πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις ακόμα και από την οργανωμένη εξόντωση ολόκληρων εθνών από τους Τούρκους.» Την αποβίβαση των στρατευμάτων ακολούθησε αυτή της ελληνικής διοίκησης, δηλαδή της Ύπατης Αρμοστείας. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στόχος της ήταν η ισονομία μεταξύ Ορθοδόξων και μουσουλμάνων και η αποφυγή διακρίσεων. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε ύπατο αρμοστή τον Αριστείδη Στεργιάδη, πρώην γενικό διοικητή Ηπείρου, που είχε πείρα σε θέματα διοίκησης περιοχών με ανάμεικτους πληθυσμούς, ενώ ήταν και εμπειρογνώμων στο μουσουλμανικό δίκαιο. Ο Στεργιάδης πάντως έμεινε γνωστός στην ιστορία για τον δύστροπο χαρακτήρα του και για την προτίμησή του να ικανοποιεί αιτήματα μουσουλμάνων παρά ορθοδόξων. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης τον αντιπαθούσε ιδιαίτερα, παρόλα αυτά ο Βενιζέλος δεν τον αντικατέστησε γιατί τον θεωρούσε τον πλέον ικανό για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Την ίδια περίοδο ιδρύεται το Ιωνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης, την οργάνωση του οποίου αναλαμβάνουν οι διακεκριμένοι επιστήμονες Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή και Γεώργιος Ιωακείμογλου. Οι εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ευρώπης, ωστόσο δεν πρόλαβε να λειτουργήσει.
              Στα πεδία των μαχών, ο ελληνικός στρατός δεν σταματούσε την προέλασή του και είχε φτάσει σε βάθος 120 χλμ από τα μικρασιατικά παράλια. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν ουσιαστικά ασήμαντη, οι τσέτες του Κεμάλ αρχικά δεν μπορούσαν να σταθούν σε κατά μέτωπο επίθεση γι’ αυτό ακολούθησαν τη μέθοδο του ανταρτοπόλεμου, με σκοπό να φθείρουν τον εχθρό. Εξαιτίας των επιθέσεων αυτών, ο πρωθυπουργός έστελνε συνεχώς ενισχύσεις από την Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, οι Ιταλοί ενισχύουν απροκάλυπτα τον Κεμάλ. Η αντίδραση του ελληνικού στρατού είναι άμεση και καταλαμβάνει την Προύσα. Στις 10 Αυγούστου υπογράφεται η συνθήκη των Σεβρών, που εγγυάται στην Ελλάδα και την ανατολική Θράκη. Με την υπογραφή της, ο Βενιζέλος πιστεύει ότι έχει δημιουργήσει την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, ωστόσο η συνθήκη παρά την υπογραφή της δεν θα ισχύσει ποτέ. Οι κεμαλικοί δεν την αναγνωρίζουν και σε συνδυασμό με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, που  επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στη χώρα, δημιουργούνται νέα δεδομένα στη διεθνή σκακιέρα. Οι δυνάμεις της Αντάντ, έχοντας σαν πρόσχημα την έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του βασιλιά, αρχίζουν να εγκαταλείπουν την Ελλάδα και να κλείνουν οικονομικές και στρατιωτικές συμφωνίες με τον Κεμάλ. Πρώτη η Γαλλία στρέφεται στον ηγέτη των Τούρκων και τον Οκτώβρη του 1921 υπογράφεται το Σύμφωνο της Άγκυρας, βάσει του οποίου οι Γάλλοι παραχωρούν την Κιλικία στον Κεμάλ και ο τελευταίος παραχωρεί οικονομικά και εμπορικά προνόμια σ’ αυτούς. Επιπλέον, οι τσέτες εκπαιδεύονται από Γάλλους εκπαιδευτές και ενισχύονται με οπλισμό του γαλλικού στρατού. Έτσι μετά την συμμαχία με Σοβιετικούς και Ιταλούς, οι Τούρκοι βρίσκουν έναν ακόμη ισχυρό σύμμαχο. Η Μεγάλη Βρετανία την ίδια περίοδο, μόνον θεωρητικά υποστηρίζει τις ελληνικές θέσεις. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επισκέπτεται τη Σμύρνη και μετά από λίγο ξεκινά η αντεπίθεση του ελληνικού στρατού, που στόχο είχε την κατάληψη της Άγκυρας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ουσιαστικά τη μονιμοποίηση της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η αποτυχία στον Σαγγάριο, στις αρχές Αυγούστου, ματαιώνει τα σχέδια του γενικού επιτελείου και αρχίζει να μετρά αντίστροφα η ώρα μέχρι τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τα Μικρασιατικά παράλια.

     Έν τω μεταξύ, στον κυρίως ελλαδικό χώρο, το κλίμα είναι τεταμένο.Η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι χείριστη και οι κυβερνητικές αλλαγές συνεχόμενες. Αρχές Αυγούστου του 1922, ο Κεμάλ εξαπολύει επίθεση στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Με την πρώτη επίθεση δημιουργείται ρήγμα που επιτρέπει την προέλαση του τουρκικού στρατού προς την πόλη της Σμύρνης. Η έλλειψη αμυντικού σχεδιασμού, αναγκάζει τον εξαθλιωμένο ελληνικό στρατό να τραπεί σε άτακτη φυγή. Οι τσέτες σφάζουν ασταμάτητα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούμε στη κατάσταση του ελληνικού στρατού. Η οικονομική κρίση καθώς και η κυβερνητική αστάθεια ήταν λογικό να επηρεάσουν αρνητικά τον ήδη κουρασμένο στρατό. Επιπλέον, ο στρατός βρισκόταν για περισσότερο από μία δεκαετία στα πεδία των μαχών με αποτέλεσμα τόσο την καθημερινή λιποταξία στρατιωτών, όσο και την κούραση που έφτανε τα όρια της εξαθλίωσης αν υπολογίσουμε την έλλειψη τροφής και ελάχιστης έστω ξεκούρασης. Ο Στυλιανός Γονατάς γράφει στα απομνημονεύματά του: «…Τα πόδια των περισσοτέρων ανδρών έχουν πρησθή εκ των μακρών πορειών. Ποδαλγοί και ασθενείς πίπτουν παραπλεύρως των οδών και ζητούν να τους πάρουν…Πολλοί αποκοιμούνται και εγειρόμενοι κατόπιν ακολουθούν οιανδήποτε μονάδα διέρχεται…Εις τα άλλα δεινά μας προσετίθετο και η έλλειψις τροφίμων. Εάν κατά την περίοδον αυτήν δεν υπήρχαν τα σταφύλια εις τα αμπέλια, ο στρατός θα ήτο αδύνατον να συντηρηθή». Η κατάρρευση του μετώπου αναγκάζει όσους ορθόδοξους διέφυγαν από την εκδικητική μανία των τσετών να εισέλθουν στη Σμύρνη, ελπίζοντας ότι θα σωθούν από την ολοκληρωτική σφαγή. Σύμφωνα με στοιχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου 250.000 Έλληνες και 15.000 Αρμένιοι εγκατέλειψαν τα σπίτια και τις περιουσίες τους και κατευθύνθηκαν προς την πόλη της Σμύρνης. Στις 21 Αυγούστου ο αρχηγός του Μικρασιατικού μετώπου Αρχιστράτηγος Χατζανέστης ,πράγματι εκτός τόπου και χρόνου, δήλωνε στην εφημερίδα «Θάρρος»  ότι «… οι Τούρκοι όχι μόνον μετά από δέκα ημέρας αλλ’ ούτε μετά από δέκα μήνας θα δυνηθούν να εισέλθουν εις την Σμύρνην». Στιγμές μαύρες και τραγικές για τον ελληνισμό της Ιωνίας. Όλοι ετοιμάζονταν μέσα στον φόβο και τον θρήνο να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τους γλίτωναν από τον Κεμάλ. Στις 25 Αυγούστου ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος με επιστολή του ανέφερε στον Βενιζέλο » Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το ελληνικόν κράτος, αλλά και σύμπαν το ελληνικόν Έθνος καταβαίνει εις τον Άδην από του οποίου καμμία πλεόν δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση. Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί Σας εχθροί, πλήν και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος». Στις 27 οι Τούρκοι μπαίνουν στη Σμύρνη, την ίδια στιγμή χιλιάδες Ελλήνων προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία για να σώσουν το τελευταίο πράγμα που τους είχε απομείνει, την ζωή και την αξιοπρέπειά τους. Οι Τούρκοι δεν χάνουν στιγμή και ξεκινούν άμεσα τις σφαγές. Μαζί με τους τσέτες και κάτοικοι τουρκικής καταγωγής εκτελούν συμπολίτες τους Έλληνες και Αρμένιους. Ο Horton αναφέρει » Στην αρχή, οι κύριοι ένοχοι ήταν Τούρκοι πολίτες, κάτοικοι της πόλης. Εγώ ο ίδιος τους είδα οπλισμένους με τουφέκια να παρακολουθούν τα παράθυρα των χριστιανών, έτοιμοι να πυροβολήσουν κάθε κεφάλι που πρόβαλλε…». Με την είσοδο των τουρκικών στρατευμάτων στην πόλη ο Νουρεντίν εγκαθιστά τουρκική διοίκηση και καλεί όλους τους άντρες 18-45 ετών, που δεν είχαν θανατωθεί να παρουσιαστούν για να οδηγηθούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στο εσωτερικό της Τουρκίας. Το απόγευμα καλεί στο διοικητήριο τον Χρυσόστομο, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Αφού τον κατηγόρησε για τη στάση του απέναντι στο τουρκικό έθνος, τον παρέδωσε στον οθωμανικό όχλο και τα τέλος του ήταν μαρτυρικό. Αφού τον έσερναν στους δρόμους και τον κακοποιούσαν, του ξερίζωσαν τα γένια και τον μαχαίρωναν αργά αργά μέχρι να ξεψυχήσει. Το μαρτυρικό του τέλος, τον καθιστά ηγέτη του ελληνισμού της Ιωνίας, που αν και μπορούσε δεν εγκατέλειψε τον βασανισμένο λαό της Μικράς Ασίας.
                       Ωστόσο, τα βασανιστήρια και οι διωγμοί από την πλευρά των Τούρκων δεν σταματούν εδώ. Την 31η Αυγούστου, ξεσπά πυρκαγιά στην αρμενική και ελληνική συνοικία της Σμύρνης. Οι Κεμαλικοί επεδίωκαν να απαλείψουν καθετί ελληνικό από την πόλη. Αναφέρει ο Horton στη «Μάστιγα της Ασίας»: «Οι στρατιώτες του Μουσταφά Κεμάλ άναψαν το δαυλό στην καταδικασμένη πολιτεία και την πυρπόλησαν με συστηματικό τρόπο, με στόχο να εξαλείψουν τη χριστιανοσύνη από τη Μικρά Ασία και να κάνουν αδύνατη οποιαδήποτε μελλοντική επιστροφή των χριστιανών προσφύγων». Επιπλέον, Αμερικανοί υπήκοοι, ανέφεραν ότι είδαν Τούρκους στρατιώτες με δοχεία βενζίνης και εκρηκτικούς μηχανισμούς ανά χείρας στην ελληνική συνοικία. Δεν ήταν τυχαίο , ότι την ημέρα που ξέσπασαν οι φωτιές στην πόλη, ο αέρας φυσούσε αντίθετα από την τουρκική και εβραϊκή συνοικία. Η πυρκαγιά σταμάτησε στις 4 Σεπτεμβρίου, και τις μέρες που διήρκεσε χάθηκαν 25.000 Έλληνες. Ενώ από τις 27 Αυγούστου που οι Τούρκοι μπήκαν στη Σμύρνη μέχρι τη λήξη της πυρκαγιάς, οι νεκροί υπολογίζονται παραπάνω από 100.000, επιπλέον αποτεφρώθηκαν 55.000 σπίτια και όλοι ανεξαιρέτως οι ορθόδοξοι ναοί. Η στάση των συμμάχων και πολιτισμένων Ευρωπαίων που υπηρετούσαν στη Σμύρνη χαρακτηρίζεται από εξοργιστική απάθεια με ελάχιστες εξαιρέσεις. Μία από αυτές ήταν ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, ο φιλέλληνας George Horton, που βοήθησε σημαντικό αριθμό χριστιανών προσφύγων να ξεφύγουν από το μένος των φανατισμένων μουσουλμάνων. Μπροστά στην ανελέητη σφαγή των Τούρκων και στη συμπεριφορά των Δυτικών απέναντι στον Ελληνοαρμενικό πληθυσμό έγραψε προσβεβλημένος: «… οι Τούρκοι δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή τις ληστείες και τους βιασμούς. Ακόμα και ο βιασμός μπορεί να γίνει κατανοητός ως παρόρμηση της φύσης, που είναι ίσως ακαταμάχητη όταν τα πάθη ξετρελαίνουν έναν λαό χαμηλού πνευματικού επιπέδου και κατώτερου πολιτισμού. Όμως, η επανειλημμένη απογύμνωση γυναικών και κοριτσιών δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε σε θρησκευτική μανία ούτε σε κτηνώδη πάθη. Ένα από τα δυνατότερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου από τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος…οι Τούρκοι ήταν ελεύθεροι να κορέσουν το φυλετικό και θρησκευτικό τους πάθος για σφαγή, βιασμό και πλιάτσικο σε απόσταση βολής λίθου από τα συμμαχικά και αμερικανικά πολεμικά πλοία»                            

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s