Ήταν Χριστούγεννα του 1914 όταν η ανθρωπιά νίκησε το μίσος

 

Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

Ιστορικού συνεργάτη

 

 

Ήταν Δεκέμβριος του 1914. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έκλεινε τέσσερις μήνες περίπου δράσης και αυτό που απο τα επιτελεία των εμπλεκόμενων δυνάμεων φάνταζε σαν μια σύντομη πολεμική ένταση έδειχνε να οδηγείτε σε ένα αιματηρό αδιέξοδο με αβέβαιη τελική έκβαση. Η ζωή των στρατιωτών στα χαρακώματα ήταν αρκετά ζοφερότερη σε σχέση με αυτή όπως παρουσιαζόταν στα φυλλάδια στρατολόγησης «μέσα σ’ αυτούς τους τάφους που τους ονόμαζαν χαρακώματα, με τα συστήματα των υπογείων διαβάσεων και των διόδων, μας έλειπαν σχεδόν τα πάντα. Έμαθα γρήγορα… να κρεμάω το ψωμί σ’ ένα σύρμα τοποθετημένο στη μέση του ορύγματος για να μην το φτάνουν τα ποντίκια, να κοιμάμαι με βρεγμένες αρβύλες, γιατί το να προσπαθήσεις να τις ξαναβάλεις, αφού τις είχες βγάλει, θα ήταν μάταιο, να κοιμάμαι τυλιγμένος σε μια μουσκεμένη χλαίνη, να κοιμάμαι τέσσερις ώρες ανάμεσα σε θορύβους, σε φωνές ανθρώπων, σε βρωμερές αναθυμιάσεις. (Φλοράν Φλες, Ιδού)».

 

Ανάμεσα σε αυτή την απάνθρωπη κατάσταση, στην αρχή του Χειμώνα, άνθισε η ανθρωπιά. Κατά τη διάρκεια της βδομάδας πριν από τα Χριστούγεννα, Γερμανοί και Βρετανοί στρατιώτες άρχισαν να ανταλλάσσουν γιορτινές ευχές και τραγούδια ανάμεσα στα χαρακώματά τους.

Σε μερικές περιπτώσεις η ένταση ελαττώθηκε σε βαθμό που οι στρατιώτες περπατούσαν απέναντι για να κουβεντιάσουν με τους αντιπάλους τους και να τους δώσουν δώρα. Την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων πολλοί στρατιώτες και από τις δυο πλευρές — καθώς και, σε μικρότερο βαθμό, Γαλλικές μονάδες — επιχείρησαν με δική τους πρωτοβουλία στην ουδέτερη ζώνη κάνοντας παρέα μεταξύ τους και ανταλλάσσοντας τρόφιμα και ενθύμια. Παράλληλα έγιναν κοινές κηδείες, ενώ σε πολλές από τις συναντήσεις οι αντίπαλοι στρατιώτες τραγούδησαν μαζί τα κάλαντα ή έπαιξαν μεταξύ τους ποδόσφαιρο.

Όλα ξεκίνησαν πρόχειρα. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά ποιο ήταν το σημείο του μετώπου απ όπου έγινε η αρχή. Γεγονός αποτελεί ότι επεκτάθηκε ταχύτατα, σχεδόν αστραπιαία.

 

Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός στρατιώτης, που εκτός από τη μητρική του γλώσσα, μιλούσε και αγγλικά. Πρόκειται για τον οπλίτη Μέκελ, όπως αφηγείται σε διασωθείσες επιστολές του ο συστρατιώτης του Κουρτ Τσέμις. Γράφει σχετικά: «Ο στρατιώτης Μέκελ από τον λόχο μου, που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στη Βρετανία, φώναξε μιλώντας αγγλικά απευθυνόμενος στο απέναντι εχθρικό χαράκωμα. Γρήγορα άρχισε μια έντονη συζήτηση».

Οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα. Έσφιξαν τα χέρια και αλληλοευχήθηκαν «Χαρούμενα Χριστούγεννα». Ηταν παραμονή Χριστουγέννων. Αυτοί οι πρώτοι, η μαγιά της μεγάλης πρωτοβουλίας, συμφώνησαν την επομένη, που ήταν η μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης, να μη χρησιμοποιήσει κανείς το όπλο του. Να μην υπάρξει πυροβολισμός την ώρα που στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αντηχεί το «Επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».

 

Ο Κουρτ Τσέμις συνεχίζει την αφήγησή του: «Στο χαράκωμά μας είχαμε τοποθετήσει ήδη γιορταστικά δεντράκια και κεριά. Μετά την πετυχημένη συνάντησή μας με τους Άγγλους, βάλαμε ακόμα περισσότερα στολίδια. Οι Αγγλοι έδειχναν τη χαρά τους για τα φωταγωγημένα χαρακώματά μας. Φώναζαν, σφύριζαν και χειροκροτούσαν. Εγώ, όπως και οι περισσότεροι, όλη τη νύχτα την πέρασα ξάγρυπνος. Μπορεί να έκανε κρύο, αλλά ήταν υπέροχα». Ο Τσέμις επέζησε του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Έχασε τη ζωή του περί τα τέλη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, αιχμάλωτος των συμμάχων.

Ήταν μια μικρή ειρήνη, καθώς ο Μεγάλος Πόλεμος μαίνονταν. Ορισμένοι από εκείνους που έχουν ασχοληθεί με το περιστατικό, υποστηρίζουν ότι η επικοινωνία μεταξύ των εμπολέμων διευκολύνθηκε επειδή πολλοί Γερμανοί είχαν εργαστεί προπολεμικά στη Βρετανία, σε πόλεις όπως το Λονδίνο, το Μπράιτον, το Μπλάκπουλ. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι οικογένειές τους βρίσκονταν ακόμα στο νησί.

Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία του Άγγλου, Μπέρτι Φέλσταντ, στρατιώτη του Δυτικού Μετώπου, ο οποίος έως το τέλος της ζωής του θυμόταν λεπτομερώς εκείνη την ημέρα. «Τα όπλα σίγησαν και οι στρατιώτες άρχισαν να βγαίνουν από τα χαρακώματα τους. Αφήσαμε και εμείς τα όπλα και συναντήσαμε τον εχθρό. Απ’ όσο θυμάμαι, οι Γερμανοί βγήκαν πρώτοι και άρχισαν να έρχονται προς το μέρος μας. Τους αντιγράψαμε αυθόρμητα. Χαιρετηθήκαμε και αρκετοί από εμάς άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Μην φαντάζεστε τίποτα οργανωμένο. Μια αυτοσχέδια μπάλα βρέθηκε από το πουθενά και περίπου 50 άτομα αλλάζαμε πάσες».

 

Ανήμερα τα Χριστούγεννα οι Γερμανοί βγήκαν πρώτοι από τα χαρακώματα κι άρχισαν να κατευθύνονται προς το μέρος των Αγγλων, που τους αντέγραψαν αυθόρμητα. Χαιρετήθηκαν και άρχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. Μη φαντάζεστε τίποτε οργανωμένο. Μια αυτοσχέδια πάνινη μπάλα βρέθηκε και περίπου 50 άτομα άρχισαν να αλλάζουν πάσες ή μάλλον να κλωτσούν.  Νωρίς το απόγευμα οι δύο πλευρές βρέθηκαν αντίπαλες σε ποδοσφαιρικό αγώνα, τον οποίο κέρδισαν οι Γερμανοί με 3-2.

Το ποδόσφαιρο ήταν αναπόσπαστο τμήμα της χριστουγεννιάτικης γιορτής. Τη θέση της μπάλας είχαν πάρει αλλού ένα τενεκεδάκι, αλλού ένας κάλυκας, αλλού κάλτσες δεμένες στρογγυλά. Γίνεται λόγος και για έναν Βρετανό στρατιώτη, που αξιοποίησε εμπορικά την κατάσταση, όντας επιχειρηματικό πνεύμα.

Επίσης, το πρωί των Χριστουγέννων, Άγγλοι και Γερμανοί έθαψαν τους νεκρούς τους, απαγγέλοντας μαζί τον 23ο Ψαλμό του Δαυίδ «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει…». Στη συνέχεια έσφιξαν τα χέρια, φλυάρησαν, είπαν ο ένας στον άλλο τα παράπονά τους, αντάλλαξαν αναμνηστικά δώρα (ουίσκι, μαρμελάδες, τσιγάρα, σοκολάτες και τα σχετικά) και κατέβασαν πολλά λίτρα μπύρας. Μόνο ο άγγλος μπαρμπέρης στρώθηκε στη δουλειά, αφού είχε να κουρέψει και πολλά γερμανικά κεφάλια.

 

Ως πολίτης ασκούσε το επάγγελμα του κουρέα. Έτσι, βλέποντας γύρω του τόσα ακούρευτα κεφάλια έστησε στην «ουδέτερη ζώνη» ένα μικρό κομμωτήριο εκ των ενόντων. Αδιαφορούσε για την εθνικότητα του πελάτη του. Απλώς χρέωνε δύο τσιγάρα το κάθε κούρεμα.
Παραφωνία σ’ όλο αυτό το τρελό πανηγύρι αποτέλεσαν ένας Βρετανός ταγματάρχης και ένας Αυστριακός δεκανέας. Ο Βρετανός ταγματάρχης παρατηρούσε τους στρατιώτες λέγοντας ότι «τον Γερμανό δεν πρέπει να τον κάνεις φίλο, αλλά να τον σκοτώνεις». Διέταζε μάταια τους πάντες να επιστρέψουν στις θέσεις μάχης. Το όνομά του δεν έγινε γνωστό.
Ο Αυστριακός δεκανέας τόνιζε πως «τέτοιες συνεννοήσεις θα έπρεπε να απαγορεύονται αυστηρά». Μερικά χρόνια αργότερα ο δεκανέας αυτός θα αποκτούσε τεράστια φήμη. Το όνομά του ήταν Αδόλφος Χίτλερ. Η ανακωχή των Χριστουγέννων του 1914 απλώθηκε σε όλο το μήκος των 800 χιλιομέτρων του δυτικού μετώπου. Υπολογίζεται ότι αγκάλιασε κάπου ένα εκατομμύριο φαντάρους.

Ανακωχή θεωρείται μια συμβολική στιγμή ανθρωπισμού και ειρήνης μέσα σε μια από τις πιο βίαιες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας. Δεν έλαβε χώρα παντού· σε κάποιες περιοχές του μετώπου οι μάχες συνεχίστηκαν όλη την ημέρα, ενώ σε άλλες απλώς οι δυο πλευρές συνεννοήθηκαν για την αποκομιδή των νεκρών. Την επόμενη χρονιά τα Χριστούγεννα μερικές μονάδες οργάνωσαν ξανά εκεχειρία με τους αντιπάλους, αλλά αυτό το φαινόμενο δεν ήταν τόσο εκτεταμένο όσο το 1914.

Αυτό οφείλονταν μερικώς στις αυστηρές εντολές από τους ανωτέρους και των δύο πλευρών που απαγόρευαν αυτό το συγχρωτισμό. Το 1916, μετά από τις χωρίς προηγούμενο αιματηρές μάχες του Σομμ και του Βερτνέν και την εκτεταμένη χρήση χημικών όπλων, όλο και περισσότερο οι στρατιώτες και των δύο πλευρών θεωρούσαν τους αντιπάλους τους ως υπάνθρωπους και έτσι δεν έγιναν απόπειρες για άλλες τέτοιες εκεχειρίες.

Κατά τα πρώτα χρόνια του στατικού πολέμου των χαρακωμάτων οι εκεχειρίες δεν περιορίζονταν στην περίοδο των Χριστουγέννων, αντανακλώντας την αναπτυσσόμενη διάθεση να κοιτάζει κάθε πλευρά τη δουλειά της (live and let live). Έτσι αντίπαλες μονάδες πεζικού που βρίσκονταν κοντά η μια στην άλλη απέφευγαν υπερβολικά βίαιες συμπεριφορές, συγχρωτίζονταν μεταξύ τους, συζητώντας ή ανταλλάσσοντας τσιγάρα. Σε μερικούς τομείς συμφωνήθηκαν περιστασιακά εκεχειρίες για να μπορέσουν οι στρατιώτες να μεταβούν ανάμεσα στις δυο γραμμές και να συλλέξουν τους τραυματίες και τους νεκρούς, ενώ σε άλλους υπήρχε σιωπηρή συμφωνία να μην ανταλλάσσονται πυροβολισμοί όταν οι άνδρες ξεκουράζονταν, ασκούνταν, η δούλευαν, πλήρως ορατοί στον εχθρό.

Οι εκεχειρίες των Χριστουγέννων είναι αξιοσημείωτες λόγω του μεγάλου αριθμού των ανδρών που συμμετείχαν και του βαθμού της συμμετοχής — ακόμα και στους πιο ειρηνικούς τομείς ήταν ασυνήθιστο να δει κανείς δεκάδες αντιπάλους να βρίσκονται μαζί στο φως της ημέρας.

 

Προς τιμή του παραπάνω γεγονότος και με την συμπλήρωση 100 χρόνων απο εκείνον τον ιστορικό Δεκέμβριο του 1914, πραγματοποιήθηκε φέτος ένας μικρός ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ στελεχών του Γερμανικού και Βρετανικού στρατού στο ES Stadium της πόλης του Aldershot.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s