Αντιστράτηγος ο Σταυραετός του Μαχαιρά

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου.

του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

Ιστορικού

Στον βαθμό του αντιστρατήγου προάγεται μετά θάνατον ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ Γρηγόρης Αυξεντίου. Η ρύθμιση ήταν ενταγμένη σε τροπολογία, η οποία εγκρίθηκε από ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Ανεξάρτητους Έλληνες και Ένωση Κεντρώων, ενώ το ΚΚΕ δήλωσε «παρών». Ο ήρωας, ο οποίος παρόλο που ήταν περικυκλωμένος κατόπιν προδοσίας, αρνήθηκε να παραδοθεί, έδωσε λυσσαλέα μάχη, με αποτέλεσμα οι Βρετανοί να τον κάψουν μέσα στο κρησφύγετο του.

Σύμφωνα με την τροπολογία του υπουργείου Άμυνας, η οποία εντάχθηκε στο νομοσχέδιο για την κύρωση της συμφωνίας με το ΝΑΤΟ για τον ηλεκτρονικό πόλεμο θα αποδοθεί τιμητική προαγωγή στον αγωνιστή της ΕΟΚΑ που θυσιάστηκε για την ελευθερία και την ένωση της Κύπρου με την μητέρα πατρίδα και «σε αναγνώριση των υπηρεσιών του και της προσφοράς του προς το ελληνικό έθνος».

Με αφορμή αυτή την είδηση σκέφτηκα να γράψω ένα μικρό ιστορικού του Σταυραετού του Μαχαιρά.

Ο Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση που βρίσκεται ανάμεσα στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Γονείς του ήταν ο Πιερής και η Αντωνία Αυξεντίου, και είχε μία μικρότερη αδελφή, την Χρυστάλα. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του και κατόπιν στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου, το πλησιέστερο προς τη Λύση. Αφού αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, πήγε στην Ελλάδα με σκοπό να σπουδάσει στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όμως στις εξετάσεις δεν κατάφερε να εισαχθεί. Κατετάχθη στον Ελληνικό στρατό και πέρασε από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, ενώ παράλληλα μελετούσε φιλολογία για να μπει στην φιλοσοφική σχολή Αθηνών. Απολύθηκε από το Στρατό ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού και στη συνέχεια υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στον 1° λόχο του 613ου τάγματος πεζικού, προτού και επιστρέψει στην Κύπρο το 1952, όπου εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του και αρραβωνιάστηκε την Βασιλική Παναγή.

Ο Γ. Αυξεντίου με την σύζυγό του Βασιλική.

Με βοήθεια του Γρηγόρη Γρηγορά από την Λύση, από τους πρώτους που μυήθηκαν στον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. γνωστού και ως ‘Νταβέλη’, εξάδελφου του Γρηγόρη Αυξεντίου, στις 20 Ιανουαρίου 1955, έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Άγγλων. Μπαίνοντας στον αγώνα του δόθηκαν τα εξής ψευδώνυμα: «Ζήδρος», «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος». Αγωνίστηκε σκληρά στην αντίσταση κατά των Άγγλων και πολύ γρήγορα του δόθηκε η θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α. Υπηρέτησε ως Τομεάρχης Αμμοχώστου-Βαρωσίων στις αρχές του Αγώνα.

Την 1η Απριλίου 1955 καταζητήθηκε από τους Άγγλους για τη συμμετοχή του στον Αγώνα και μετατέθηκε στην επαρχία Κερύνειας, όπου υπηρέτησε ως τομεάρχης της ΕΟΚΑ μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1955. Από τον Δεκέμβριο του 1955 διετέλεσε τομεάρχης Πιτσιλιάς, μέχρι τις 3 Μαρτίου του 1957 που έπεσε μαχόμενος.

Ένα από τα σημαντικότερα κρησφύγετα που χρησιμοποίησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου τον καιρό του Αγώνα βρίσκεται στην καρδιά του Παλαιχωρίου, δίπλα από την Εκκλησία της Παναγίας Χρυσοπαντάνασσας, στο υπόγειο του σπιτιού του Ανδρέα και της Μαρίτσας Καραολή.

Κτίστηκε, με υπόδειξη του ιδίου του Αυξεντίου, το καλοκαίρι του 1956 (μετά από διαταγή του Διγενή για κατασκευή κρησφυγέτων και σε σπίτια, εκτός εκείνων που υπήρχαν στις ορεινές περιοχές), από τους αντάρτες του Γεώργιο Μάτση, Λεωνίδα Στεφανίδη και Αντώνη Παπαδόπουλο σε συνεργασία με τον Ανδρέα Καραολή και την τεχνική βοήθεια του Σπύρου Μιχαηλίδη.

Πολύ γρήγορα διακρίθηκε για τις ηγετικές του ικανότητες και ο Γρίβας, αναγνωρίζοντας το ήθος και τον πατριωτικό του ζήλο, του δίνει την θέση του υπαρχηγού της Ε.Ο.Κ.Α και του αναθέτει την στρατολόγηση και εκπαίδευση ανδρών στον τομέα της Αμμοχώστου σε συνεργασία με τις οργανωμένες ήδη ομάδες της περιοχής, που δρούσαν στις τάξεις του ΕΜΑΚ (Εθνικό Μέτωπο Απελευθερώσεως Κύπρου), όπου και τον θέτει επικεφαλή.

Μέσα στην Οργάνωση πήρε το κωδικό όνομα «Ζήδρος» (το αγωνιστικό του ψευδώνυμο παρέπεμπε στο Ζήδρο, το Δυτικομακεδόνα κλεφταρματολό επί Τουρκοκρατίας), το οποίο και κράτησε μέχρι τον ηρωικό του θάνατο. Κατά τη διάρκεια της σύντομης αντιστασιακής του δράσης έλαβε και τα ψευδώνυμα «Ρήγας», «Αίαντας», «Άρης», «Μάστρος», «Ανταίος» και «Ζώτος» και έγινε το φόβητρο των Άγγλων και ο θρύλος των συμπατριωτών του.

Ήταν ηγετική φυσιογνωμία και διέθετε οργανωτικές και στρατιωτικές αρετές. Ήταν ο μόνος από τους νεαρούς μαχητές που διέθετε στρατιωτική κατάρτιση, αλλά παράλληλα διακρινόταν για τις πνευματικές του αρετές, την αγάπη και τη στοργή που έδειχνε προς τους συντρόφους του, τους οποίους και στήριζε, ενδυνάμωνε και ενίσχυε με σθένος, αγωνιστικότητα και αυταπάρνηση.

Ο Αυξεντίου ήταν ο πρώτος τομεάρχης της ΕΟΚΑ στην περιοχή Αμμοχώστου και την 1η Απριλίου του 1955, πρώτη μέρα του αγώνα κατά των Άγγλων, επειδή ανακαλύφθηκε το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για την επιχείρηση ανατινάξεων στις πετρελαιοαποθήκες της αγγλικής βάσης Δεκέλειας, βγήκε στα βουνά και ηγήθηκε των επιθέσεων εναντίον αγγλικών στόχων στον τομέα του. Από τότε μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε στην παρανομία διευθύνοντας ανταρτικές ομάδες.

Δεν άργησε να γίνει ο υπ” αριθμόν ένα καταζητούμενος από τους Άγγλους, οι οποίοι τον επικήρυξαν αρχικά με 250 λίρες και στην συνέχεια, με το υπέρογκο για την εποχή, ποσό των 5.000 λιρών, επειδή ανατίναξε αγγλικές περιουσίες.

Μετά την επικήρυξη του καταφεύγει στην οροσειρά τού Πενταδάκτυλου, σε μια φυσική στενόχωρη σπηλιά. Εκεί τον βρήκε ο βοσκός από τη Λάπηθο, γέρο Γιώργος Ζοππής και άρχισε να τον τροφοδοτεί, εκμεταλλευόμενος το επάγγελμά του που δικαιολογούσε την καθημερινή παρουσία του στο βουνό.

Εκεί ο Αυξεντίου μαθαίνει στους αγωνιστές την χρήση των όπλων, καθώς και τεχνικές ανταρτοπόλεμου.

Στην περιοχή κατέφυγαν τον επόμενο καιρό και άλλοι αντάρτες, οπότε ο Αυξεντίου σκέφτηκε πως ήταν αναγκαία η ύπαρξη συνεχούς υδροδότησής τους, διότι, όπως έλεγε, «την πείνα μπορείς να την αντέξεις, αλλά τη δίψα όχι».

Σκέφτηκε πολύ το θέμα, έδερνε συνεχώς το μυαλό του, σε σημείο που η εξεύρεση νερού τού έγινε έμμονη ιδέα. Η πίστη, όμως, δεν του έλειψε ποτέ. Έτσι, ένα καλό πρωινό, πήρε τον κούσπο και άρχισε να κτυπά με δύναμη σε συγκεκριμένο σημείο της οροφής της σπηλιάς.

Οι σύντροφοί του όχι μόνο παραξενεύτηκαν για την ενέργειά του αυτή, αλλά και από μέσα τους γελούσαν κοροϊδευτικά.

Όμως, σε κάποια στιγμή, το θαύμα έγινε: Μαζί με το ποτάμι ιδρώτα, που έτρεχε από το πρόσωπο και το κορμί του ήρωα, άρχισε να στάζει και νερό στο κεφάλι του, η ροή, μάλιστα όλο και δυνάμωνε.

Η έκπληξη όλων γι’ αυτό που έβλεπαν ήταν μεγάλη, οπότε ο Γρηγόρης, ρίχνοντας, κάτω τον κούσπο με ανακούφιση, φώναξε δυνατά: «Είδετε βρε τι σημαίνει να πιστεύκεις σε κάτι; Εγιώ αν δεν επίστευκα, νερόν δεν θα ευρίσκαμεν. Να πιστεύκετε, λοιπόν, να πιστεύκετε!..».

Το γεγονός, απέδειξε ότι η δύναμη της πίστης ήταν πολύ βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του Γρηγόρη.

Η δράση του ήταν πλούσια τόσο στον Πενταδάκτυλο όσο και στο όρος Τρόοδος όπου κατέφυγε αργότερα.

Κρυφά παντρεύτηκε και κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες την ως τότε μνηστή του Βασιλεία Παναγή, μια νύχτα στο μοναστήρι του Αχειροποιήτου στις 10/6/1955.

Με οδηγό τον Ανδρέα Μαλέκο, φτάνουν στο Μοναστήρι όπου βρίσκεται η Βασιλική Παναγή. Η συγκεκριμένη Μονή έχει επιλεγεί για το Μυστήριο που θα ακολουθήσει καθότι στην περιοχή δεν υπάρχουν πολλοί ξένοι και ο κίνδυνος να βρεθούν υπό παρακολούθηση τα άτομα που κατευθύνονται προς την Αχειροποιήτου αυτήν τη νύχτα είναι μειωμένος.

Σε λίγο καταφτάνει και ο Γρηγόρης Αυξεντίου. Βρίσκεται στην περιοχή του Καραβά αυτές τις μέρες. Με τα ρούχα του αντάρτη, κάνει τον σταυρό του, ασπάζεται το χέρι του Παπάσταυρου και βγάζει το όπλο που έχει δεμένο στη μέση του για να αρχίσει ο γάμος του με τη Βασιλική Παναγή.

Στην παρουσία 5-6 μαρτύρων, αλλάζονται τα στέφανα από ελιά στα κεφάλια των δύο νέων. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του ίδιου του Παπάσταυρου Παπαγαθαγγέλου για τον μυστικό γάμο του Γρηγόρη Αυξεντίου:

«Ήταν [σ.σ.: ο Αυξεντίου] αρραβωνιασμένος δύο χρόνια. Βγήκε στο κλαρί και ήταν άγνωστο αν θα γυρίσει ζωντανός. Αυτός βγήκε στο βουνό αποφασισμένος να πεθάνει. Να πεθάνει ή να ακούσει το »Ζήτω η Ένωση».

Λοιπόν, όταν είχε επικηρυχθεί και βρισκόταν στην περιφέρεια του Καραβά-Λαπήθου, έγραψε στο Διγενή και ο Διγενής μού έγραψε να τον παντρέψω. […] Εκείνος ο γάμος είναι αξέχαστος. Εκείνη η σιωπή, διάβαζα τις ευχές μόνο με ένα κεράκι στην παρουσία 5-6 ατόμων. Τέλειωσε το μυστήριο και τον φίλησα λέγοντάς του: »Γρηγόρη μου, να ζήσετε» και αμέσως μου απαντά: »Πάτερ, να μου ευχηθείς καλό βόλι». Και εγώ, χαμογελαστός, του λέω: »Ε, καλό βόλι και ζήτω η Ένωση». Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό…»

Ποτέ οι Άγγλοι δεν μπόρεσαν να πιάσουν το «Ζήδρο», όσες και αν κάνανε προσπάθειες. Πάντα τους ξέφευγε.

Οι μάχες διαδέχονται η μια την άλλη: Αγύρτα, Λάπηθος, Πεδουλάς, Δευτερά.

Στις 11 Δεκεμβρίου 1955 επέδειξε τις εξαίρετες στρατιωτικές του ικανότητες στην ιστορική μάχη των Σπηλιών, παρασύροντας δυο φάλαγγες των Άγγλων στρατιωτών, που ανηφόριζαν προς τα κρησφύγετα, να συγκρουστούν μεταξύ τους.

Πολλά και τα κουφάρια που οι αποικιοκράτες αναγκάστηκαν να μετρήσουν στα Χανδριά, το Μάρτιο του 1956. Εκεί έπεσε ένας από τους καλύτερους πολεμιστές του Αυξεντίου, ο Χρήστος Τσιάρτας.

Το Πάσχα του 1956 βρίσκει τον ήρωα ν’ αναρρώνει στο ιστορικό (ιδρύθηκε το 1148) μοναστήρι του Μαχαιρά, μετά από εγχείρηση. Εκεί συνέβη και το πρωτοφανές της εμφάνισής του ενώπιον των διωκτών του, όταν πάνω από 100 Άγγλοι αξιωματικοί και στρατιώτες έζωσαν το μοναστήρι.

Μεταμφιεσμένος σε καλόγερο, με γενειάδα και ράσο, ο Γρηγόρης Αυξεντίου παρουσιάστηκε και συστήθηκε στον Άγγλο επικεφαλής αξιωματικό ως ο «πάτερ-Xρύσανθος» και στην συνέχεια τους…κέρασε.

Ο Διγενής τού ανέθεσε μαζί με τον τομέα Πιτσιλιάς και τα χωριά της Ορεινής – Μαχαιρά. Τον Ιούλιο του 1956 προστέθηκαν στον τομέα του και τα κρασοχώρια Λεμεσού.

Στις 31 Δεκεμβρίου του 1956, παραμονή Πρωτοχρονιάς, κυκλώνεται μαζί με τα παλικάρια του στο χωριό Ζωοπηγή και ακολουθεί σφοδρή σύγκρουση. Ο Αυξεντίου τραυματίζεται, αλλά διαφεύγει, αφήνει όμως νεκρό πίσω, τον συναγωνιστή του Μάκη Γεωργάλλα.

Την 1η Μαρτίου του 1957, οι Άγγλοι ξαναεισβάλλουν στο μοναστήρι του Μαχαιρά. Υποβάλουν σ’ εξαντλητική ανάκριση τον αγωγιάτη της Μονής και τον αναγκάζουν ν’ αποκαλύψει ότι ο Αυξεντίου έχει κατασκευάσει καταφύγιο-κρύπτη ένα χιλιόμετρο πιο κάτω.

Στις 3 Μαρτίου 1957, Άγγλοι στρατιώτες περικύκλωσαν το κρησφύγετό του κοντά στον Μαχαιρά. Ο Γρηγόρης φώναξε τότε:

«Σύντροφοι, ο θεός να με βγάλει ψεύτη, προδοθήκαμε».

«Αρχηγέ, μαζί σου και στον θάνατο» ψιθύρισαν όλοι.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους και οι στρατιώτες έφθασαν στην είσοδο του κρησφύγετου. Φώναξαν στους άνδρες να παραδοθούν όμως καμία απάντηση.

Η μάχη κράτησε για ώρες. Στην ομάδα του ήταν οι Ανδρέας Στυλιανού, Αυγουστής Ευσταθίου, Αντώνης Παπαδόπουλος και Φειδίας Συμεωνίδης, τους οποίους, όμως, διέταξε να βγουν από το κρησφύγετο και να παραδοθούν για να σωθούν, ενώ αυτός έμεινε και πολέμησε μόνος επί 10 ώρες τους εχθρούς, τραυματισμένος από θραύσμα χειροβομβίδας.

«Εσείς να βγείτε», είπε ο Γρηγόρης στους άνδρες του, «Θα σας χρειαστεί αλλού η πατρίδα. Εγώ πρέπει να μείνω εδώ για να πολεμήσω για την πατρίδα μας».

Ο ίδιος αποφασισμένος να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Άγγλων και αν χρειαστεί να θυσιαστεί τους είπε επί λέξη:

Μέχρι σήμερα μαθαίνατε πώς πολεμούν οι Έλληνες. Σήμερα θα μάθετε και πως πεθαίνουν.

Σε προτροπές τών Άγγλων να παραδοθεί είχε μόνο μία απάντηση να δώσει «Μολών Λαβέ». Αμέσως, τέσσερις στρατιώτες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο Αυξεντίου τους υποδέχτηκε με καταιγιστικά πυρά. Οι τρεις Βρετανοί οπισθοχώρησαν έντρομοι, ο τέταρτος, ένας δεκανέας, έπεσε νεκρός.

Σύμφωνα με μαρτυρία του συμπολεμιστή του Αυγουστή Ευσταθίου, που μετά τη ρίψη χειροβομβίδας στο κρησφύγετο επέστρεψε, με υπόδειξη των Άγγλων, για να διακριβώσει αν ο Αυξεντίου ήταν ζωντανός και να τον πείσει να παραδοθεί. Ο Αυγουστής προτίμησε να μείνει μαζί με τον αρχηγό του.

Ο Γρηγόρης φώναξε: «Τώρα είμαστε δύο. Ελάτε να μας πάρετε». Και η μάχη συνεχίστηκε ως το απόγευμα. Προσπάθειά τους ήταν να κρατήσουν τη μάχη μέχρι να νυχτώσει και επωφελούμενοι από το σκοτάδι να διαφύγουν.

Οι Άγγλοι στρατιώτες, που αντιλήφθηκαν τον σκοπό τους, περιέλουσαν το κρησφύγετο με βενζίνη, το πυρπόλησαν και έκαψαν ζωντανό τον Αυξεντίου, ενώ ο Αυγουστής Ευσταθίου, με βαριά εγκαύματα, επιχειρεί έξοδο και συλλαμβάνεται.

Οι εμπρηστικές βόμβες πετρελαίου, των μισελλήνων του Λονδίνου, λαμπαδιάζουν τα πάντα. Έτσι, καιόμενος σαν λαμπάδα, έπεσε ο Γρηγόρης Αυξεντίου, άμορφη μάζα από καμένη σάρκα, πυροβολώντας ως το τέλος, Κυριακή 3 Μαρτίου 1957.

Οι ισχυρές δυνάμεις των Άγγλων υπέστησαν όμως πρωτοφανείς απώλειες (πάνω από 40 οι νεκροί, ακόμα περισσότεροι οι τραυματίες).

Όπως έγραψαν εφημερίδες της εποχής:

Τις απογευματινές ώρες τού Σαββάτου, απόσπασμα του Βρεταννικού Στρατού από 60 άνδρες εκινήθη προς την Μονή, την οποία και εκύκλωσε για να συλλάβει τον καταδιωκόμενο Αγωνιστή.

Οι Βρεταννοί στρατιώται ανεστάτωσαν κυριολεκτικώς την Μονή και έθεσαν υπό κράτησιν όλους τους μοναχούς, περιλαμβανομένου και του Ηγουμένου, τους οποίους και εκακοποίησαν για να τους αποσπάσουν πληροφορίες περί του ακριβούς σημείου όπου εκρύπτετο ο Αυξεντίου.

Κανείς όμως μοναχός δεν είπε τίποτα. Κατά την διάρκεια της ερεύνης στην περιοχή γύρω από το μοναστήρι, οι Βρεταννοί στρατιώται ανεκάλυψαν μια σπηλιά κρυμμένη μέσα σε θάμνους.

Ο επί κεφαλής τού Βρεταννικού αποσπάσματος Ανθυπολοχαγός Middleton πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς και εφώναξε: «Ρίξε τα όπλα σου και παραδώσου, αλλιώς θα επιτεθούμε».

Κάποιος απήντησε: «Καλά παραδιδόμαστε». Τέσσερες άνδρες βγήκαν έξω, δύο από αυτούς επικηρυγμένοι με 5.000 λίρες, όπως και ο Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου δεν ήταν μεταξύ αυτών. Ο Ανθυπολοχαγός Midleton τον εκάλεσε και πάλιν να παραδοθεί, αλλά έλαβε την υπερήφανη απάντησιν «Μολών Λαβέ».

Αμέσως, τέσερες άνδρες όρμησαν μέσα στην σπηλιά. Ο ηρωικός μαχητής τής Κυπριακής Ελευθερίας τούς υπεδέχθη με καταιγισμόν πυρός.

Oι τρεις από τους τέσερες Βρεταννούς, οι οποίοι είχαν ελπίσει ότι θα εισέπραττον την επικήρυξιν του Αυξεντίου βγήκαν αμέσως έντρομοι, ενώ ο τέταρτος, τραυματισμένος στο στήθος κατέπεσε στο έδαφος, για να υποκύψει λίγες ώρες αργότερα στα τραύματά του.

Ο επί κεφαλής τών Βρεταννικών δυνάμεων Ανθυπολοχαγός Middleton εζήτησε αμέσως ενισχύσεις, οι οποίες και κατέφθασαν με τα ελικόπτερα. Η μάχη συνεχίσθη έτσι επί 10 ολόκληρες ώρες, κατά την διάρκειά της δε οι Βρεταννοί εχρησιμοποίησαν μεταξύ των άλλων δακρυγόνες βόμβες.

Μπροστά στο αλύγιστο θάρρος τού Αυξεντίου και αφού προηγουμένως έκαναν χρήσιν όλων των ειδών των όπλων, οι Βρεταννοί στρατιώται έρριψαν μέσα στην σπηλιά βόμβες πετρελαίου. Τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί τού Ηρωικού Πατριώτη.

Η μάχη ετελείωσε στις 2 η ώρα την νύκτα. Η σορός τού Αυξεντίου ανευρέθη απηνθρακωμένη. Ο Αυξεντίου ήταν ηλικίας 29 ετών. Στον κατάλογο των καταζητουμένων από τους Άγγλους, ήταν εγγεγραμμένος δεύτερος μετά τον στρατηγό Γρίβα.

Όπως αφηγήθηκε η Αθηνά Κουκή σε παλαιότερη συνέντευξή της, είχαν φτιάξει το κρησφύγετο στο σπίτι τους μετά από συνεννόηση του Αυξεντίου με τον άντρα της και από εκεί πέρασαν πολλοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ.

«Ήταν μέσα στα Χριστούγεννα, τέλος του ’56, αρχές του ’57, όταν πέρασαν από κοντά μας, έμειναν για λίγο και μετά πήγαν στο Όμοδος. Όταν έφευγαν για το Όμοδος, υπήρχε πρόγραμμα να περάσει από μας και ο Αυξεντίου, για τούτο οι δύο προδότες του Αυξεντίου, ήλθαν και σε μας αναζητώντας τον.

Την ημέρα της προδοσίας έτυχε και βγήκε ο άντρας μου από το σπίτι λίγο πριν να έλθουν οι Άγγλοι με τον κουκουλοφόρο προδότη. Ήμουν μόνη στο σπίτι με το μωρό, την κόρη μας Αντρούλλα, όταν πλάκωσε ο στρατός. Η Αντρούλλα ήταν τότε περίπου οκτώ χρονών. Την έστειλα κρυφά στο καφενείο.

«Πήγαινε κόρη μου, βρες τον παπά σου και πες του να φύγει όπου να ‘ναι». Πρόκαμαν οι κορούδες του κουμπάρου του Παναή και τον ειδοποίησαν. Έφυγε.

Περικύκλωσαν στο μεταξύ οι Άγγλοι το σπίτι και άρχισαν τες έρευνες. Ο κουκουλοφόρος στάθηκε και τους έδειχνε μπροστά του στον τοίχο ότι ήταν εκεί το κρησφύγετο. Εκείνοι κοίταζαν τον τοίχο, αλλά δεν ήξεραν που ήταν. Η είσοδος, καλά καμουφλαρισμένη, δεν έδινε υπόνοιες. Προδότης ήταν ο Π., ο οποίος το προηγούμενο βράδυ ήταν σπίτι μου σαν αντάρτης.

Οι Άγγλοι άρχισαν να κτυπούν τον τοίχο, άλλοι δε πίσω τους είχαν τα όπλα τους έτοιμα σε στάση βολής, γιατί περίμεναν ότι ίσως θα βρίσκανε μέσα τον Αυξεντίου. Τελικά σπάσανε τον τοίχο, οπότε βρήκαν άδειο το κρησφύγετο.

Άρχισαν τότε να με ανακρίνουν, γιατί είχα κάνει αυτό το κρησφύγετο στο σπίτι μου. Εγώ, επειδή το κρησφύγετο ήταν άδειο και επειδή ήξερα ότι ειδοποιήθηκε ο άντρας μου και έφυγε, επομένως δεν διέτρεχε κίνδυνος, δεν τους φοβήθηκα».

Η Αθηνά συνέχισε να βοηθά τους αντάρτες της ΕΟΚΑ είτε παίρνοντας τους φαγητό, είτε μεταφέροντας οπλισμό σε αυτούς. Ο άντρας της όμως, από εκείνη την μέρα «βγήκε στα βουνά ως αντάρτης και καταζητήθηκε. Έμεινε στα βουνά ως τον Οκτώβριο του 1958…».

«Στρατιώτη τον παντρεύτηκα, στρατιώτη τον έχασα».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s