του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

Ιστορικού, δημοσιογράφου

 

 

Εβδομήντα έξι χρόνια έχουν περάσει από την 9η Μαρτίου 1941 όπου ξεκίνησε η Ιταλική Εαρινή Επίθεση η οποία ήταν και η τρίτη φάση του Ελληνοϊταλικού πολέμου. που είχε ξεκινήσει στις 28 Οκτωβρίου 1940 με την ιταλική εισβολή στα ελληνοαλβανικά σύνορα (πρώτη φάση). Από τις 14 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός είχε περάσει στην αντεπίθεση και στα τέλη του 1940 είχε καταλάβει σχεδόν όλη τη Βόρειο Ήπειρο (δεύτερη φάση). Με την κατάληψη της Κλεισούρας (10 Ιανουαρίου 1941) το μέτωπο σταθεροποιήθηκε όλο το χειμώνα σε μια γραμμή που ξεκινούσε από το Πόγραδετς στη λίμνη Αχρίδα και κατέληγε στο Ιόνιο Πέλαγος στα βόρεια της Χειμάρρας.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι χρειαζόταν απεγνωσμένα να βγει από το φιάσκο όπως αποδείχτηκε η επιχείρηση κατά της Ελλάδας και να παρουσιάσει μια νίκη. Έτσι, φόρτωσε την αποτυχία στον επικεφαλής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία στρατηγό Σόντου και τον αντικατέστησε με τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατάρχη Ούγκο Καβαλέρο. Στη συνέχεια διέταξε τους επιτελείς του να εκπονήσουν σχέδια για την ιταλική αντεπίθεση, που θα διηύθυνε ο ίδιος (1 Ιανουαρίου 1941). Γνώριζε ότι ο Χίτλερ είχε λάβει την απόφαση να επιτεθεί στην Ελλάδα (Σχέδιο Μαρίτα) και ήθελε να τον προλάβει και να καταλάβει πρώτος αυτός τη χώρας μας. Μία ιταλική επιτυχία θα έθετε υπό τον έλεγχο του Άξονα το σύνολο των Βαλκανίων και θα εξοικονομούσε γερμανικές δυνάμεις για την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα (εισβολή στη Σοβιετική Ένωση).

Ο Ντούτσε άρχισε να ενισχύει τις δυνάμεις του στην Αλβανία με πρόσθετες μεραρχίες, που έφθασαν την παραμονή της επίθεσης στις 25, έναντι των 12 που θα παρέτασε η Ελλάδα. Ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο του είχαν πολύ καλή πληροφόρηση για τις κινήσεις των Ιταλών από την Ιντέλιτζενς Σέρβις. Δεν μπορούσαν να μετακινήσουν περισσότερες δυνάμεις στο μέτωπο, γιατί έπρεπε να ενισχυθεί και η μακεδονική μεθόριος, λόγω της αναμενόμενης γερμανικής επίθεσης. Το επιτελείο πόνταρε πολύ στο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, που παρέμενε ακμαιότατο, όπως και στις πρώτες μέρες του πολέμου.

Ο Μουσολίνι παρακολουθεί την επίθεση. Το πρωί της 2ας Μαρτίου 1941 ο Μουσολίνι πέταξε με αεροπλάνο από το Μπάρι στα Τίρανα για να αναλάβει προσωπικά ο ίδιος τη διεύθυνση της επιχείρησης Πριμαβέρα (Άνοιξη), όπως ονομάστηκε η ιταλική επίθεση. Τις επόμενες μέρες επισκέφθηκε όλες τις μεραρχίες του μετώπου συνέφαγε με στρατιώτες και αξιωματικούς και προσπάθησε να τους ανυψώσει το ηθικό. Τους τόνισε ότι μια νίκη θα είχε εξαιρετική σημασία για τη δόξα και το γόητρο της Ιταλίας. Στις 4:30 π.μ. της 9ης Μαρτίου 1941 ο Μουσολίνι έλαβε θέση στο προκεχωρημένο παρατηρητήριο της Ρεχόβα για να παρακολουθήσει ως άλλος Ξέρξης τον θρίαμβο των στρατιωτών του. Ποτέ άλλοτε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης δεν βρέθηκε τόσο κοντά στην πρώτη γραμμή της μάχης. Στις 6:30 το πρωί δίνει το σύνθημα της επίθεσης, που ξεκινά με μπαράζ πυροβολικού κατά των ελληνικών θέσεων σε όλο το μήκος του μετώπου.

Τρεις ώρες αργότερα αρχίζουν οι καθαυτό επιχειρήσεις, με την προσβολή των ελληνικών θέσεων στη διάβαση της Κλεισούρας. Σε ένα μέτωπο μόλις πέντε χιλιομέτρων, οι Ιταλοί επιτέθηκαν με 7 μεραρχίες και 156 τηλεβόλα, ενώ είχαν στη διάθεσή τους 400 αεροπλάνα. Μια προέλαση των ιταλικών δυνάμεων θα προκαλούσε μεγάλο ρήγμα στις ελληνικές θέσεις και θα άνοιγε τον δρόμο για τα Γιάννινα. Ο ίδιος ο Ντούτσε εξέδιδε συνεχώς διαταγές προς τον στρατηγό Ούγκο Καβαλέρο, τους σωματάρχες και τους διοικητές των μονάδων.

Οι μάχες που δόθηκαν ήταν σκληρές και συχνά εκ του συστάδην, με ξιφολόγχες και χειροβομβίδες. Οι αλλεπάλληλες εφορμήσεις των Ιταλών για την κατάληψη των στρατηγικών υψωμάτων γύρω από την Κλεισούρα αποκρούονταν με επιτυχία από τους αμυνομένους. Ο Μουσολίνι αντικαθιστούσε αμέσως τις αποδεκατισμένες μεραρχίες του με νέες, αδιαφορώντας για τις ανθρώπινες ζωές.

Το Ύψωμα 731

Ιδιαίτερες στιγμές ηρωισμού, αλλά και φρίκης καταγράφηκαν στο Ύψωμα 731 του βουνού Τρεμπεσίνα. Από τις 9 έως τις 19 Μαρτίου οι άνδρες του 5ου Συντάγματος Πεζικού που το υπερασπίζονταν δέχθηκαν πάνω από 18 επιθέσεις από τους Ιταλούς. Το βουνό, γεμάτο καστανιές, στην κυριολεξία ανασκάφηκε από τους βομβαρδισμούς και έγινε «κρανίου τόπος». Οι μαχητές του αναγκάστηκαν να καλύπτονται πίσω από πτώματα Ιταλών στρατιωτών. Στο τέλος, με την κραυγή «ΑΕΡΑ» και εφ’ όπλου λόγχη, οι Έλληνες φαντάροι απώθησαν τους επιτιθέμενους Ιταλούς, γράφοντας σελίδες δόξας και μεγαλείου.

Μέρα με τη μέρα, ο Μουσολίνι έβλεπε ξεκάθαρα ότι η επιχείρηση Πριμαβέρα εξελισσόταν σ’ ένα μεγαλοπρεπέστατο φιάσκο. Το συνειδητοποίησε πλήρως το πρωί της 21ης Μαρτίου 1941, όταν κάλεσε τον φίλο του στρατηγό Πίκολο για να του ανακοινώσει ότι θα εγκαταλείψει το μέτωπο. «Σε κάλεσα εδώ επειδή αποφάσισα να γυρίσω αύριο στη Ρώμη… Μου έρχεται εμετός μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα» και στη συνέχεια, γεμάτος οργή, ξέσπασε κατά των αξιωματικών του: «Με εξαπάτησαν, δεν κάναμε ούτε ένα βήμα προς τα εμπρός. Τους περιφρονώ βαθύτατα!». Την ίδια μέρα, ο Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, Άντονι Ίντεν τηλεγραφούσε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή, προκειμένου να τον συγχαρεί για την «περίλαμπρον ελληνικήν νίκην». Το πρωί της 22ας Μαρτίου ένας τσακισμένος και ταπεινωμένος Μουσολίνι έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής για τη Ρώμη. Ο στρατός είχε υποστεί πανωλεθρία, με 12.000 νεκρούς και 3.000 τραυματίες. Οι απώλειες της ελληνικής πλευράς ανήλθαν σε 1.200 νεκρούς και 4.000 τραυματίες.

Κομβικό σημείο της όλης ελληνικής άμυνας σε αυτή την επίθεση ήταν το Ύψωμα 731, και τα διπλανά 717 και Μπρέγκου Ράπιτ τα οποία υπεράσπιζε το 5ο Συντάγμα Πεζικού. Το ύψωμα 731 υπεράσπιζε το 2ο Τάγμα του 5ου Συντάγματος Τρικάλων με διοικητή τον Δημήτριο Κασλά και άνδρες κυρίως από Καρδίτσα και Τρίκαλα.

«Επί των κατεχομένων θέσεων θα αμυνθώμεν μέχρι εσχάτων. Προμηνύεται λυσσώδης επίθεσις του εχθρού, η οποία οπωσδήποτε θα αποκρουσθή και θα συντριβή. Τότε μόνον θα διέλθη ο εχθρός εκ της τοποθεσίας μας, όταν αποθάνωμεν άπαντες επί των θέσεών μας. Ουδείς θα κινηθή προς τα οπίσω. Πάντες θα αποθάνωσι επί των θέσεών των» (1). Αυτή ήταν η διαταγή που έδωσε ο ηρωικός ταγματάρχης Δημήτριος Κασλάς στις 9 Μαρτίου 1941.

Ακολούθησαν επικές μάχες. «Επί 7 ημέρες, ως τις 15 Μαρτίου η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη. Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό. Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το «731», όπως έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων, υπήρξε ίσως ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου» (2) (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε. 2015, τόμος 35ος, σελ.177-178).

Ο ταγματάρχης Κασλάς και οι ηρωικοί άνδρες του παρά τις μεγάλες απώλειες κατόρθωσαν να κρατήσουν το ύψωμα, πετυχαίνοντας περίτρανη νίκη επί των Ιταλών. Από τη σφοδρότητα των βομβαρδισμών το ύψωμα 731 σκάφτηκε πέντε μέτρα και σήμερα λέγεται 726, καθώς το υψόμετρο καθορίζει την ονομασία των υψωμάτων.

(Ημέρα πρώτη: Κυριακή 9η Μαρτίου 1941, «έναρξις της επιθέσεως»)
(Πρωινές ώρες): Την 06:30 ώραν ήρξατο τρομακτικόν και καταιγιστικόν πυρ του εχθρικού Πυροβολικού και όλμων.

Η πρώτη ομοβροντία μιας βαρέως Πυροβολαρχίας ερρίφθη ακριβώς την 06:30 ώραν επί του υψώματος 731, όπου ο Σταθμός Διοικήσεώς μου
ήτο το σύνθημα της ενάρξεως της βολής.
Ο βομβαρδισμός συνεχίζεται με αυξάνουσαν έντασιν. Σμήνη αεροπλάνων ρίπτουν συνεχώς τα φορτία των επί των υψωμάτων 731 και 717.

Το ύψωμα 731, όπου το Τάγμα μου, σείεται συνεχώς, σκόνη, φωτιά και καπνός, η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, δύσκολα αναπνέει κανείς από τα αέρια των εκρήξεων, κόλασις πυρός, μας περιβάλλαν καπνοί και αι φλόγες, δεν ημπορούμε να διακρίνουμε τι γίνεται εις απόστασιν 10 μέτρων. Το ύψωμα 731 ήτο δασωμένον με δέντρα ύψους 4-5 μέτρων, εντός διώρου έμεινε γυμνόν.

Τα συρματοπλέγματά μας κατεστράφησαν, τα χαρακώματα ισοπεδώθηκαν, οι στρατιώται καλύπτονται εις τας οπάς των οβίδων και αγωνίζονται απεγνωσμένα να επανορθώσουν τας ζημίας, ιδίως να προστατεύσουν τα πολυβόλα και οπλοπολυβόλα από την καταστροφήν, από τις πέτρες και χώματα που εγείροντο από τας εκρήξεις. Τα υπάρχοντα επί του υψώματος 731 δύο πυροβόλα των 6,5 και αντιαρματικός ουλαμός των 37 κατεστράφησαν ολοτελώς.

Περί την 07:30 ώραν κατόρθωσα να επικοινωνήσω τηλεγραφικώς δια λίγα λεπτά με τον Συνταγματάρχην Κετσέαν, επίσης μετά του Διοικητού του Συγκροτήματος Συνταγματάρχου Γεωργούλα Ν., οι οποίοι αγωνιούσαν να πληροφορηθούν την κατάστασίν μας.
Με ερώτησαν εάν οι άνδρες του Τάγματος κρατούν τας θέσεις των, τους απάντησα ότι οι Λόχοι ευρίσκονται εις τας θέσεις των.

Μου διεβίβασεν την εξής Διαταγήν γραπτήν. «Επί των θέσεών σας θ’ αμυνθήτε μέχρις εσχάτων, Η Πατρίς, η Ανωτάτη Διοίκησις απαιτεί να κρατήσητε ψηλά την τιμήν των όπλων».Του απήντησα ότιδήποτε και αν συμβή δεν θα εγκαταλείψωμεν το 731 και έχω πεποίθησιν ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί.

Περί την 8ην ώραν το Πυροβολικόν του εχθρού ήρχισε να επιμηκύνη την βολήν του εις τα μετόπισθεν του Τάγματος και την 08:३० έπαυσεν την βολήν του επί των υψωμάτων 731 και 717. ΄Ητο φανερόν πλέον ότι θα ήρχιζεν η επίθεσις των Ιταλών.
Διέταξα τους Λόχους να ετοιμάσουν τα αυτόματα και να μη βάλουν από μεγάλας αποστάσεις, παρά μόνον όταν οι Ιταλοί θα έφθαναν εις ωρισμένα σημεία του εδάφους που υπεδείχθησαν επί τόπου εις απόστασιν περίπου 200 μέτρων.

Περί την 09:30 ώραν οι Ιταλοί χρησιμοποιούντες τας δεξιά του 5ου Λόχου βαθείας γραμμάς πλησιάζουν επικινδύνως και προσεγγίζουν τα κατεστραμμένα συρματοπλέγματα. Αρχίζει πλέον ο αγών διά της χειροβομβίδος.
Οι Ιταλοί δοκιμάζουν με τρόμον και φωνάς τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των αμυντικών μας χειροβομβίδων.

(Μεσημέρι): Την μεσημβρίαν προσπαθούν οι Ιταλοί να επαναλάβουν την επίθεσίν των, αλλά ευθύς ως αναπτύσσονται καθηλούνται και διασκορπίζονται από το Πυροβολικό και τα Πολυβόλα μας.
(Απόγευμα): Το απόγευμα και ενώ μέχρι της στιγμής εκείνης τα εχθρικά πυρά είχον αραιωθή, ξεσπά και νέα επίθεσις μετά σφοδρού βομβαρδισμού, εφ’ ολοκλήρου του τομέως της Ι Μεραρχίας και ανασκάπτεται πάλιν το έδαφος από το πυροβολικόν και τας βόμβας αεροπλάνων. Οι στρατιώται περιμένουν να πλησιάσουν τα εχθρικά τμήματα πεζικού, τα παραλαμβάνουν με τα αυτόματα και τα αποδεκατίζουν με επιτυχείς ριπές και όταν ο εχθρός χρησιμοποιή τας βαθείας γραμμάς και προσεγγίζει τα χαρακώματα, επιτίθενται διά της χειροβομβίδος και της λόγχης.

Οι Ιταλοί όμως δεν παραιτούνται. Δοκιμάζουν διά μία ακόμα φοράν, προτού νυκτώση, να διασπάσουν τας γραμμάς μας επί του υψώματος 731.
Και η προσπάθεια αυτή αποκρούεται σε σοβαροτάτας απωλείας.
(Βράδυ): Η νύκτα μας βρίσκει όλους εξηντλημένους σωματικώς. Είμεθα όλη την ημέραν νηστικοί. Εν τούτοις κανείς δεν θέλει να φάγη.
Έχουμε άφθονο κονιάκ. Οι Λόχοι δεν ζητούν ψωμί αλλά χειροβομβίδας αμυντικάς και σκαπανικά εργαλεία.
Καθ’ όλην την νύκτα οι ημιονηγοί του Τάγματος, οι αφανείς αυτοί ήρωες επηγαινοερχόνταν εις τον σταθμόν εφοδιασμού διά να μας φέρουν εκατοντάδας φορτίων χειροβομβίδων, πυρομαχικών και λοιπών εφοδίων.

(Ημέρα δεύτερη: Δευτέρα 10 Μαρτίου 1941).

(Πρωινές ώρες): «Την 7ην πρωινήν ήρχισε πάλιν το ιταλικόν πυροβολικόν. Εις τας 9 ώρα αρχίζει η Ιταλική επίθεσις. Αυτήν την ημέραν κατευθύνεται προς το αριστερόν μας διά να υπερφαλαγγίσουν το 731 εκ του αριστερού. Οι Ιταλοί κινούνται με μυρίας προφυλάξεις,
τους καταλαμβάνει πρώτον το Πυροβολικόν μας και τους αποδεκατίζει. Το Πυροβολικόν των Ιταλών προσπαθεί να υποστηρίζει την κινουμένην φάλαγγα. Οι Ιταλοί προχωρούν κατά διαδοχικά κύματα με προφανή σκοπόν να καταλάβουν οπωσδήποτε το 731, χωρίς
να λαμβάνουν υπ’ όψιν τας απωλείας των. Οι Ιταλοί φθάνουν εις απόστασιν από 50-100 μ. από την γραμμήν αντιστάσεως.

Διά να εξαπατήσουν τους στρατιώτας μας υψώνουν λευκά μανδίλια, προς στιγμήν υπέθεσαν ότι επρόκειτο να παραδοθούν.
Αντελήφθην εκ πρώτης στιγμής ότι επρόκειτο περί απάτης. Επενέβην αμέσως, διέταξα έντασιν των πυρών διά χεροβομβίδων και τοπικήν αντεπίθεσιν. Οι Στρατιώται κραυγάζοντες την περίφημον πολεμικήν ιαχήν «αέρα» διά της λόγχης και των χειροβομβίδων αιφνιδιάζουν τους Ιταλούς, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν προς τα οπίσω, μεταβαλόντες την υποχώρησίν των εις πανικόβλητον φυγήν.
Η επίθεσις των συνετρίβη.

(Μεσημέρι): Ολίγον προ της μεσημβρίας διεξάγεται νέα προσπάθεια εις το ίδιο σημείον παρά Ιταλών κατόπιν πάλιν προπαρασκευής
διά σφοδρού βομβαρδισμού και η επίθεσις αύτη συνετρίβη προ του ακαμάτου ηρωισμού των Λόχων, διά της λόγχης, μέχρι την 12:30 ώραν τρέπομεν εις νέαν άτακτον φυγήν τους Ιταλούς।
(Απόγευμα): … Εις τας 06:30 αρχίζει βομβαρδισμός επί των υψωμάτων 731 και 717 και μετ’ ολίγον νέα επίθεσις των Ιταλών και κατά των δύο πλευρών του υψώματος 731, δηλαδή εναντίον και των δύο Λόχων μου. Και η επίθεσις αυτή απεκρούσθη με βαρυτάτας απωλείας
διά τον εχθρόν.

(Βράδυ): Προς το εσπέρας νομίζουν ότι θα κλονίσουν το ηθικόν των στρατιωτών μας, ρίπτουν δι’ αεροπλάνων χιλιάδας προκηρύξεις, καλούν τους στρατιώτας μας να ρίψουν τα όπλα και να σπεύσουν να παραδοθούν. Αι προκηρύξεις αυταί μόνον γέλωτας προσέφερον εις τους ηρωικούς οπλίτας.
Και η δευτέρα ημέρα της επιθέσεως έκλεισε με την απόλυτον διατήρησιν των θέσεών μας επί του υψώματος 731, καθώς επίσηςκαι το δεξιά μου ΙΙΙ Τάγμα επί του υψώματος 717″

Άγγελος Τερζάκης, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941, Αθήναι 1964, σελ.177-178

«Ξημερώνει η 10 Μαρτίου 1941 ,ημέρα Δευτέρα, και το πυροβολικό του Καβαλλέρο ξαναρχίζει.
Ξαναρχίζει από την Τρεμπεσίνα, με πείσμα διπλό, γιατί η πρώτη μέρα χάθηκε κι αυτό είναι άσχημο για μιαν επίθεση, που πρέπει να το
πετύχει στις πρώτες ώρες της.
Το κανονίδι τώρα απλώνεται ανατολικά, στο 731. Είναι τέτοιο που μόνο με τους θρυλικούς βομβαρδισμούς του Βερντέν, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να παραβληθεί. Τ’ ακούει και ζαρώνει περίτρομη η ψυχή του ανθρώπου.
Τα ελληνικά πυρά της έκοψαν την ορμή, ως που το μεσημέρι οι Ιταλοί ενισχυμένοι με νέες δυνάμεις, ξανάρχισαν, όμως, το πεζικό κατόρθωσε με μόνα τα δικά του να σπάσει το πρώτο κύμα του εχθρού. Στις 6 τ’ απόγεμα οι Ιταλοί άνοιγαν μεγάλη φωτιά κατά του 731.
Χύμηξαν ύστερα με ταυτόχρονη προσπάθεια να το υπερκεράσουν από τη δημοσιά, ενώ έπιαναν και να βομβαρδίζουν την Τρεμπεσίνα.
Είταν η έβδομη επίθεσή τους για το 731. Το ύψωμα έμπαινε πια, ζωσμένο με φλόγες στο θρύλο»

Του Νικηφορου Βρεττάκου

Ξυπνήσαμε κι είμαστε όλοι μας σα να βγαίναμε από κακό όνειρο. Ανακαθίσαμε ξαφνιασμένοι.
– Τι είναι;
Είχε πάρει να φέγγει. Βγάλαμε τα κεφάλια μας από τ’ αντίσκηνο.
– Το ύψωμα 731 καίγεται!…
Είχαμε τέσσερους μήνες πόλεμο και τέτοιο κακό δεν το είχαμε ματαϊδεί. Δέσαμε τις γκέτες μας γρήγορα.
Σε λίγο είχαμε όλοι μας ειδοποιηθεί. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να χρειαστεί να ενισχύσουμε το ύψωμα.
Πιάσαμε τα φρύδια του λόφου και κοιτάζαμε με σφιγμένη καρδιά. Το ύψωμα 731 ήτανε τυλιγμένο στον καπνό και στη σκόνη.
Δε φαινότανε ούτε μια πέτρα. Το εχθρικό πυροβολικό το ’χε σκεπάσει με μια βροχή από οβίδες από πάνω ως κάτω.
– Πώς είναι δυνατό να υπάρχουνε εκεί πάνω άνθρωποι; ακούσαμε να λέει ένας αξιωματικός βηματίζοντας ανήσυχα.
– Πάει ο λόχος του Λούη… είπε κάποιος.
Όλοι μας λέγαμε για το λόχο του Λούη και θα νόμιζε κανείς, το λιγότερο, πως ο Λούης ήτανε διοικητής λόχου.
Ενώ δεν ήτανε ο Λούης παρά ένας απλός στρατιώτης, ένας απλοϊκός ανθρωπάκος από την Αθήνα, που, όταν ήτανε πολίτης, πουλούσε κάρβουνα μ’ ένα καροτσάκι στις γειτονιές. Ήτανε όμως ένας περίεργος άνθρωπος. Ένας ξένοιαστος άνθρωπος, μ’ ένα γέλιο που ακούστηκε σ’ όλα τα ξεροχώραφα και σ’ όλες τις πέτρες της Αλβανίας που έτυχε να περάσουμε.
Πάνω απ’ το σύνταγμα φτερούγιζε πάντοτε σα σημαία το τραγούδι του Λούη. Η φωνή του ήτανε δυνατή, πιο δυνατή κι από τη σάλπιγγα.
Σηκωνότανε όρθιος στην ώρα της μάχης και χόρευε.
Την προηγούμενη μέρα έφυγε με το λόχο του για το ύψωμα 731. Την άλλη ξέσπασε η μεγάλη ιταλική επίθεση. Κοιτούσαμε το ύψωμα και λέγαμε πως οι πέτρες θα ’χουνε γίνει ασβέστης. Όσο για τους ανθρώπους… ο θεός να βάλει το χέρι του.
– Δε θα ξαναϊδούμε κανέναν πια από το δέκατο λόχο…
Ο συνταγματάρχης προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το ύψωμα. Τα καλώδια είχανε όλα κοπεί από το βομβαρδισμό του πυροβολικού.
Παρ’ όλη την αποφασιστικότητα η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Τα συνεργεία των τηλεφωνητών έφευγαν το ένα μετά το άλλο.
Ένας οπτικός που μας απάντησε από το ύψωμα, σώπασε κι αυτός μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ο βομβαρδισμός του πυροβολικού
συνεχίζονταν. Κανείς δε μιλούσε για το τι θα γίνει. Κι ο τελευταίος στρατιώτης όμως ήξερες πως, αν έσπαζε η γραμμή του 731, το βράδυ θα μας εύρισκε ίσως πίσω κι από την Κλεισούρα.
– Το μέτωπο κινδυνεύει!…
Ο συνταγματάρχης προσπαθούσε να συνεννοηθεί με συνδέσμους. Το πυροβολικό άρχισε να βάζει τώρα παντού, για να εμποδίσει κάθε ενίσχυση. Δε μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας. Μέχρις δέκα χιλιόμετρα πίσω μας η γης καίγονταν. Κάθε στιγμή που περνούσε τα πράγματα γινόντουσαν και πιο σοβαρά. Μ’ όλη την ομίχλη, σχηματισμοί από αεροπλάνα φτάνανε να βοηθήσουνε το πυροβολικό.
Σ’ απόσταση δέκα μέτρων δεν άκουγες τίποτα.
– Ο εχθρός εισεχώρησε στη χαράδρα προσπαθώντας να υπερφαλαγγίσει το ύψωμα 731, τέσσερα πυροβόλα της πεδινής πυροβολαρχίας μας γαβγίζουν σα γεννημένη σκύλα, ρίχνοντας χωρίς ούτε ενός δευτερολέπτου διακοπή στη χαράδρα. Έχουν ανάψει να ρίχνουν συνεχώς από
τα χαράματα. Κοιτάζαμε τους πυροβολητές όρθιους μες στις οβίδες του εχθρικού πυροβολικού. Ένας να πέφτει και άλλος να παίρνει τη θέση του. Τα μάτια μας γιομίζουνε δάκρυα. «Ποτέ μου δεν είδα τέτοιο πράμα», λέει ο συνταγματάρχης. «Ούτε είδα ούτε και μπορούσα να το
φανταστώ. Αν μου ’λεγαν πως έχω τέτοιους στρατιώτες δε θα το πίστευα. Και δε θα το πίστευα γιατί δε φανταζόμουνα ποτέ πως μπορεί να υπάρχουν στον κόσμο τέτοιοι στρατιώτες.»
Είναι περασμένο το μεσημέρι. Το πυροβολικό έχει αραιώσει κάπως τις βολές του, επιτέλους. Μόνο απάνω στο 731 εξακολουθεί να τσακίζει τα δέντρα. Τα πολυβόλα δίνουν και παίρνουν. Τώρα έχουμε περισσότερες ελπίδες. Κάτω στο δρόμο βλέπομε να κατεβαίνουν τα πρώτα φορεία.
Τρέχομε.
– Βαστάμε καλά, μας λένε οι πρώτοι στρατιώτες που περπατάνε ανάμεσα σε μια σειρά από γέρους και γυναικόπαιδα που τα οδηγούν προς τα πίσω, γιατί φοβόνται μήπως κάνουν κατασκοπεία. Είναι μια θλιβερή πορεία από Αλβανούς, μια πορεία τόσο συνηθισμένη σ’ όλους
τους πολέμους. Είναι όλοι τους φορτωμένοι μ’ ό,τι μπόρεσε να πάρει ο καθένας τους. Και πίσω τους μικρά παιδιά που περπατάνε ξυπόλητα στο κρύο……

Νύχτωσε। Ψαχουλεύοντας το σκοτάδι έχουμε πάρει τη χαράδρα σε μια φάλαγγα κατά άντρα। Οι οβίδες του πυροβολικού φωτίζουν τον ορίζοντα .
Τραβάμε για το 731.

ΔΙΣ/Φ.682/0/1

… Εις τον ορισθέντα ως αντιπρόσωπον δια την υπογραφήν του πρωτοκόλλου εκεχειρίας Διοικητήν του Ι/67 Τάγματος, εδόθη η ευκαιρία να διατρέξη το προ του 731 έδαφος μέχρι του προς Δυσμάς υψ। 717, μήκους 500 περίπου μέτρων και να αντιληφθή ιδίοις όμμασι την τρομακτικήν φθοράν ην είχον υποστή οι Ιταλοί κατά τας εναντίον του 731 επιθέσεις των.

Ούτος, εις σχετικήν έκθεσίν του, αναφέρει ότι, καίτοι είχεν ήδη αντικρίσει εικόνας ανθρωποσφαγής εις τα πεδία μαχών εν Μακεδονία και Μικρά Ασία, εν τούτοις το μακάβριον και φρικιαστικόν θέαμα όπερ αντίκρυσεν εις τον μεταξύ του 731 και του 717 χώρον, υπερέβαινε τας δυνατότητας της φαντασίας του.

Όλη σχεδόν η ορατή κατά μήκος της μεταξύ των δύο υψωμάτων κορυφογραμμής ζώνη, πλάτους 150 περίπου μέτρων, ήτο κεκαλυμμένη διά πτωμάτων, εγκατεσπαρμένων κατά σωρούς, μεταξύ των οποίων, ως διακοσμητικόν συμπλήρωμα, προέβαλον αποκεκομμένα μέλη κατατεμαχισθέντων μαχητών. Η μακάβριος εντύπωσις εκορυφούτο διά της θέας θανασίμου εναγκαλισμού αντιπάλων, εξ ων ουκ ολίγοι από της Ελληνικής πλευράς.

Ανάλογον εικόνα θα παρουσίαζον ασφαλώς και αι εκατέρωθεν της κορυφογραμμής προς τας χαράδρας Προι Μαθ και Προι Βέλες κατερχόμεναι κλιτείς

Σημειωτέον ότι, ως αναφέρεται εν τη εκθέσει του 19ου Συντάγματος, όπερ ημύνετο του υψ. 731, ο επί κεφαλής των αποσταλέντων υπό των Ιταλών εις τας Ελληνικάς γραμμάς την πρωίαν της 22ας Μαρτίου κηρύκων στρατιωτικός ιερεύς, υπέστη ισχυρόν ψυχικόν κλονισμόν επί τη θέα της τρομεράς ανθρωποσφαγής.
Ούτος, καίτοι είχε διαδράμει με δεδεμένους οφθαλμούς το εγγύτερον προς τας Ελληνικάς γραμμάς έδαφος, ένθα η πυκνότης των πτωμάτων ήτο μεγαλυτέρα, εν τούτοις ευθύς ως ωδηγήθη εις το Σ.Δ. του ΙΙΙ/19 Τάγματος και τω αφηρέθη ο επίδεσμος των οφθαλμών, εκάλυψε το πρόσωπόν του δι’ αμφοτέρων των χειρών, ψιθυρίζων «terribile» (τρομερόν), κατελήφθη υπό τρομώδους καταστάσεως και απητήθη αρκετή δόσις κονιάκ ίνα συνέλθη και ανακτήση την ηρεμίαν του.
Η εξαιρετική αυτή φθορά των ενεργησάντων τας εναντίον του υψ. 731 τμημάτων, δικαιολογεί την απόφασιν των Ιταλών όπως ανεγείρουν επί του υψώματος τούτου όπερ απεκάλεσαν «Ιεράν Ζώνην» (1) (Στρατάρχη Cavallero. «DIARIO» 14 Μαρτίου) το γενικόν μνημείον των πεσόντων εν Αλβανία μαχητών των …

λέει ο ο Γιάννης Κασλάς γιος του Ταγματάρχη Δημήτριου Κασλά

…. Ο πατέρας μου, ήταν από τους λίγους που γύρισαν από το ύψωμα 731.
Οσο ζούσε όμως, δεν έλεγε τίποτε για την δράση του, γιατί είχε απογοητευθεί. Μετά από όλες τις ταλαιπωρίες που πέρασε πολεμώντας στην Μικρά Ασία, απ όπου γύρισε τυφλός από τις κακουχίες, κατόπιν στο Αλβανικό και αργότερα στην Εθνική Αντίσταση όπου ήταν Διοικητής στο 52 Σύνταγμα του ΕΛΑΣ στο Λιανοκλάδι, όταν τελείωσε η αντίσταση, τον έστειλαν εξορία Κι ήταν πάρα πολύ στεναχωρημένος, γιατί δεν του αναγνώρισαν τίποτα.

Advertisements