του Κωνσταντίνου Τσοπάνη

Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκειών

Η εξέγερση της Βανδέας αποτελεί μία από τις πιο μελανές σελίδες στην ιστορία της περίφημης Γαλλικής Επαναστάσεως. Για αυτό και, στις δύο και πλέον εκατονταετίες που έχουν παρέλθει από την έκρηξη της, η σελίδα αυτή έχει αποκρυβεί με μεγάλη επιμέλεια προκειμένου να μην αμαυρωθεί η φήμη αυτού του «αυθόρμητου λαϊκού ξεσηκωμού» που στην ουσία δεν ήτα τίποτε άλλο από τον Μεγάλο Τρόμο. Κι όμως, η «εξέγερση της Βανδέας, όπως ονομάσθηκε αυτή η σειρά πολέμων από την κεντρική περιοχή της εξεγέρσεως, υπήρξε αιματηρότατη και οι Βασιλόφρονες, υπό την ηγεσία ευγενών πρώην αξιωματικών, έφθασαν να απειλήσουν σοβαρά την Επανάσταση. Καιρός είναι λοιπόν να φωτιστεί λίγο και αυτή η πτυχή της Ιστορίας όσο κι αν οι βαρβαρότητες και η αλήθεια για τις σφαγές εναντίον των Βασιλοφρόνων και Καθολικών από τους Επαναστάτες που θα έρθουν στο φως απογοητεύσουν πολλούς.

Οι πόλεμοι της Βανδέας οι οποίοι διεξήχθησαν μεταξύ του 1793 και του 1976 ήταν μία σειρά εμφυλίων συρράξεων, μεταξύ των Γάλλων Βασιλοφρόνων και των Δημοκρατικών, που ακολούθησαν την έκρηξη της περίφημης Γαλλικής Επανάστασης. Η Βανδέα είναι η παράκτια περιοχή , νοτίως του ποταμού Loire (Λίγηρα) στην κεντροδυτική Γαλλία. Οι ταξικές διαφορές στην περιοχή της Βανδέας δεν ήταν τόσο μεγάλες και έντονες όσο στο Παρίσι και σε άλλες γαλλικές επαρχίες. Επιπλέον η τοπική αριστοκρατία στην αγροτική Βανδέα δεν ήταν τόσο πολύ απομακρυσμένη και αυταρχική απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό από ότι σε άλλα μέρη της χώρας. Σε αυτή την απομονωμένη επαρχία της Γαλλίας, η Καθολική Εκκλησία είχε ισχυρά ερείσματα μέσα στον τοπικό πληθυσμό, γεγονός που δεν ευνοούσε τη διείσδυση επαναστατικών ιδεών και κατ’ επέκταση αντιμοναρχικών και δημοκρατικών πιστεύω. Αντιθέτως όπως θα δούμε υπήρξαν αντιδημοκρατικές εκρήξεις τόσο το 1791 όσο και το 1792.

Αυτή η αντίθεση του τοπικού πληθυσμού απέναντι στα ιδεώδη που επέβαλλε η Επανάσταση από το Παρίσι, σε συνδυασμό με τις εξωτερικές πιέσεις που επιβάλλονταν από το Αστικό Σύνταγμα για τον Κλήρο (1790) κι από το Διάταγμα του «Levy» (1973), εξώθησαν την περιοχή της Βανδέας σε μία γενικευμένη εξέγερση εναντίον της Επανάστασης και υπέρ του Θρόνου και της Εκκλησίας. Πιο συγκεκριμένα οι θεσμοί της Επανάστασης που καθόριζαν τα αστικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κλήρου στην αρχή και έπειτα η καρατόμηση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και η γενική επιστράτευση 30.000 ανδρών, υπήρξαν οι αιτίες της μεγάλης εξεγέρσεως, μοναρχικής και καθολικής εμπνεύσεως, που εξερράγη τον Μάρτιο του 1793 εναντίον της Επαναστατικής κυβερνήσεως των Παρισίων. Το Αστικό Σύνταγμα απαιτούσε από όλους τους κληρικούς, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν την απόλυτη αναφορά τους στη Ρώμη, να ορκίζονται την απόλυτη υποταγή σε αυτό και κατ’ επέκταση στην όλο και περισσότερο αντιθρησκευτική και αντικληρικαλιστική Συντακτική. Μόνο επτά από τους 160 επισκόπους της Γαλλίας, «της πιο αγαπημένης θυγατέρας της Καθολικής Εκκλησίας» σύμφωνα με την παλαιά ρήση της Αγίας Έδρας, δέχθηκαν να ορκιστούν πίστη στο Αστικό Σύνταγμα, ενώ οι υπόλοιποι επίσκοποι καθώς και ο μισός κατώτερος κλήρος των πόλεων και της επαρχίας έμειναν πιστοί στον Πάπα και τη Μοναρχία αρνούμενοι κάθε βεβαίωση πίστης στο νέο καθεστώς και τα όργανα του.

Ωστόσο ήδη οι απηνείς διωγμοί εναντίον του Καθολικού κλήρου και των πιστών και το κλείσιμο των ναών σε όλη τη χώρα, με την όλο και επεκτεινόμενη απαγόρευση τέλεση θρησκευτικών ακολουθιών, είχαν προετοιμάσει το έδαφος για την εκδήλωση της εξέγερσης. Ο όρκος πίστεως στην Επανάσταση που απαιτείτο από τον κλήρο ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Όσοι κληρικοί δεν υπάκουσαν, εξορίσθηκαν ή φυλακίσθηκαν. Γυναίκες που πήγαιναν να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία, συλλαμβάνοντο και κακοποιούντο καθ’οδόν προς την εκκλησία. Τα μοναχικά τάγματα διώχθηκαν και η εκκλησιαστική περιουσία κατασχέθηκε. Στις 3 Μαρτίου του 1793 όλοι οι ναοί κλείσθηκαν δια νόμου. Τα ιερά σκεύη των ναών κατασχέθηκαν από στρατιώτες εντεταλμένους με αυτό τον σκοπό και αφαιρέθηκαν οι σταυροί από τους τάφους των κοιμητηρίων.

Την ίδια ακριβώς περίοδο άρχισε και η βίαια και μαζική στρατολόγηση, από τα όργανα της Επαναστάσεως, 300.000 κατοίκων της Βανδέας η οποία εξόργισε και έφτασε στα άκρα τον τοπικό πληθυσμό που εξεγέρθηκε αυθορμήτως σχηματίζοντας τον αποκαλούμενο «Καθολικό Στρατό». Αυτός ο στρατός, που αργότερα έλαβε και την επωνυμία «Βασιλικός», αγωνίστηκε από την αρχή με αυτοθυσία και αυταπάρνηση για την επαναλειτουργία των εφημεριακών ναών και την επανατοποθέτηση σε αυτούς των εφημερίων τους, οι οποίοι είχαν είτε διωχθεί, είτε φυλακισθεί. Εδώ αξίζει α σημειώσουμε κάτι το οποίο αποκρύπτεται με επιμέλεια: η Γαλλική Επανάσταση είχε απαγορεύσει αυστηρώς και με ποινές που κυμαίνοντο από φυλάκιση έως θάνατο, την τέλεση οποιασδήποτε θρησκευτικής ιερουργίας κι είχε αποσχηματίσει βίαια τον Καθολικό κλήρο. Στην πραγματικότητα αυτές οι κινήσεις των επαναστατών είχαν προκαλέσει ταραχές σε ολόκληρη τη Γαλλία της οποίας ο πληθυσμός αρνείτο να υποταγεί σε αυτά τα απάνθρωπα μέτρα.

Στη Βρετάνη είχαν σημειωθεί οι σημαντικότερες αντιδράσεις τις οποίες όμως ο επαναστατικός στρατός είχε καταφέρει να τις πνίξει στο αίμα εν τη γενέσει τους. Κάτι τέτοιο όμως στάθηκε αδύνατον να γίνει στη Βανδέα λόγω του ότι δεν υπήρχαν στην περιοχή αρκετά επαναστατικά στρατεύματα ώστε να καταστείλουν τη λαϊκή εξέγερση, ενώ η Επανάσταση στερείτο σχεδόν εντελώς ερεισμάτων στον τοπικό πληθυσμό που παρέμενε φανατικά Βασιλικός και Καθολικός.

Εξεγερμένες περιοχές κατά την διάρκεια των πολέμων της Βανδέας.

Μετά από αυτή την αρχική έκρηξη της εξέγερσης στη Βανδέα ακολούθησαν αυθόρμητες όσο και ασυντόνιστες ταραχές στο ολόκληρη τη χώρα οι οποίες εκδηλώθηκαν μαζικά από τις 10 έως τις 13 Μαρτίου. Στόχους όλων αυτών των μη υποκινούμενων και εντελώς αυθορμήτων εξεγέρσεων του γαλλικού λαού αποτέλεσαν οι κατά τόπους μισητοί αντιπρόσωποι της Δημοκρατίας, δήμαρχοι, δικαστές, εθνοφύλακες, εκπαιδευτικοί κ.α., οι οποίοι συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Η πιο αιματηρή εξέγερση σημειώθηκε στην πόλη Machecoul, όπου στις 11 Μαρτίου, εκτελέσθηκαν σαράντα άτομα ενώ συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν άλλα τετρακόσια. Αφού τους έδεσαν σαν καθολικά ροζάρια, δηλαδή τον ένα πίσω από τον άλλον, τους έβαλαν κι έσκαψαν τους τάφους στους οποίους έριξαν τα πτώματα τους μετά την εκτέλεση.

Τα εξεγερμένα πλήθη, μέσα στον ενθουσιασμό τους, κινήθηκαν από τις μικρότερες πόλεις και τα χωριά όπου σχηματίσθηκαν αρχικώς οι πρώτες δυνάμεις των Αντεπαναστατών, προς τις πρωτεύουσες των νομών, εξοπλισμένα πρόχειρα με όπλα που είχαν πάρει από τις τοπικές Εθνοφρουρές των Επαναστατών τις οποίες είχαν διαλύσει, από οπλουργούς αλλά κι από κυνηγούς και θηρευτές που κατείχαν οπλισμό. Οι πόλεις Cholet και Chemillé στον Βορρά και η Fontenay-le-comte στον Νότο, περιήλθαν πολύ γρήγορα στα χέρια των εξεγερμένων Βασιλοφρόνων οπαδών του «Παλαιού Καθεστώτος» οι οποίοι συνέτριψαν κυριολεκτικά τις κατά τόπους Δημοκρατικές Φρουρές.

Ο σχηματισμός του Αντεπαναστατικού Στρατού

Πολύ γρήγορα συγκεντρώθηκαν στη Chemille 35.000 άνδρες σχηματίζοντας έναν πραγματικό στρατό. Οι εξεγερμένοι Βασιλόφρονες αναζήτησαν τη συμμαχία και τη συμπαράσταση των τοπικών ευγενών οι οποίοι όμως σε πολλές περιπτώσεις αρνήθηκαν να τους στηρίξουν φοβούμενοι τα σκληρά αντίποινα εκ μέρους της Επαναστάσεως. Ωστόσο υπήρξαν και κάποιοι από αυτούς πιο γενναίοι και πιο αποφασισμένοι, όπως οι d’ Elbée, Sapinaud de la Verrie, Lescure, La Rochejaquelein και Charette οι οποίοι ηγήθηκαν των κατά τόπους εξεγερμένων Βασιλοφρόνων, οργανώνοντας τους και δημιουργώντας έτσι σε κάθε περιοχή μικρές τοπικές φρουρές πιστές στη Μοναρχία. Πολλοί από αυτούς τους ευγενείς που έσπευσαν να ενταχθούν στις δυνάμεις των Βασιλοφρόνων, ήταν πρώην αξιωματικοί των Βουρβώνων. Όλοι αυτοί προέρχονταν από τη λεγόμενη «μικρή αριστοκρατία» και δεν εισήλθαν στην εξέγερση ηγούμενοι των δυνάμεων των αγροτών, τόσο για να υπερασπιστούν τα υπάρχοντα τους και τις ιδιοκτησίες τους, όσο από μία βαθειά θρησκευτική πίστη κι από μία αφοσίωση στο «Παλαιό Καθεστώς» και σε όλα όσα η Επανάσταση του 1789 ήθελε να γκρεμίσει. Με άλλα λόγια επρόκειτο για ιδεολογικά αφοσιωμένους Μοναρχικούς και Καθολικούς οι οποίοι είχαν αποφασίσει να αγωνιστούν και να πεθάνουν για τα πιστεύω τους.

Την ίδια στάση με τους περισσότερους ευγενείς που έμειναν αμέτοχοι παρατηρητές αφήνοντας άλλους να πολεμήσουν υπέρ αυτών, τήρησε στην πλειοψηφία του και ο καθολικός κλήρος ο οποίος, φοβισμένος από τη Επανάσταση κι αρκετά αποθαρρυμένος, στάθηκε πολύ επιφυλακτικός απέναντι στην εξέγερση των Μοναρχικών και δεν την στήριξε όσο έπρεπε. Ωστόσο και μεταξύ των ιερωμένων υπήρξαν κάποιοι γενναίοι και αποφασισμένοι άνθρωποι οι οποίοι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εξέγερση καθοδηγώντας και ενθαρρύνοντας τους Βασιλόφρονες που είχαν απόλυτη ανάγκη την ηθική τουλάχιστον συμπαράσταση του κλήρου.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες οι εξεγερμένοι Γάλλοι Μοναρχικοί είχαν καταφέρει να σχηματίσουν έναν, κακοεξοπλισμένο και με πολλές ελλείψεις, ουσιαστικό στρατό, τον «Βασιλικό και Καθολικό» που υποστηριζόταν από δύο χιλιάδες άτακτους ιππείς και κατείχε αρκετά πυροβόλα τα οποία είχε καταφέρει να αποσπάσει από τις τοπικές εθνοφρουρές της Επανάστασης τις οποίες είχε καταφέρει να διαλύσει. Η κύρια δύναμη των εξεγερμένων έδρασε σε πολύ μικρή κλίμακα, χρησιμοποιώντας κυρίως τακτικές ανταρτοπολέμου, υποστηριζόμενη από την καλή θέληση και τις γνώσεις των κατοίκων της κάθε περιοχής, οι οποίοι έσπευσαν σε κάθε περίπτωση να τη στηρίξουν.

Οι Δημοκρατικοί προσπάθησαν με μία άμεση και όχι καλά μελετημένη κίνηση να ξανακερδίσουν το χαμένο έδαφος. Έτσι εστάλη υπό τις διαταγές του στρατηγού de Marcé, εντεταλμένου από τη Συντακτική για να καταστείλει την εξέγερση της Βανδέας, μία στρατιωτική δύναμη 2.200 πεζών και 100 ιππέων, με τη συνοδεία 8 πυροβόλων, η οποία προσπάθησε να διασχίσει την επαναστατημένη περιοχή κατευθυνόμενη από την πόλη La Rochelle στη Nantes. Στις 17 Μαρτίου, στο Chantonnay, οι Δημοκρατικοί είχαν καταφέρει να τρέψουν σε φυγή τους εξεγερμένους χωρικούς οι οποίοι άφησαν πίσω τους περί τους σαράντα νεκρούς και τρία πυροβόλα.

Η πρώτη σημαντική μάχη όμως μεταξύ των εξεγερμένων Βασιλοφρόνων και των Δημοκρατικών δυνάμεων έγινε τη νύκτα της 19ης Μαρτίου. Το στρατιωτικό σώμα, αποτελούμενο από 2000 άνδρες που τελούσαν υπό τις διαταγές του στρατηγού de Marcé και κινείτο από τη La Rochelle προς τη Νάντη, και είχε στρατοπεδεύσει στο μέσον μίας κοιλάδας βόρεια του Chantonnay στο Pont-Charrault (La Guérinière), κοντά στο Lay, δέχθηκε αιφνίδια επίθεση από τους Βασιλόφρονες. Μετά από έξι συνεχείς ώρες μάχης κι ενώ η έκβαση ήταν ακόμα αμφίρροπη, κατέφθασαν ενισχύσεις στην πλευρά των εξεγερμένων Βασιλοφρόνων οι οποίοι και έτρεψαν σε γενική φυγή τους Δημοκρατικούς που διασκορπίσθηκαν προς την πόλη La Rochelle. Οι Βασιλόφρονες προωθήθηκαν νότια μέχρι και το Niort. Αυτό ήταν και τέλος της νικηφόρας εκείνης πρώτης πορείας των Δημοκρατικών στα εδάφη της Βανδέας. Ο στρατηγός de Marcé παραιτήθηκε και ακυρώθηκε η επιθετική προσπάθεια τους ενώ η δύναμη τους διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη χάνοντας κάθε κύρος στα μάτια του ντόπιου πληθυσμού.

Ο επόμενος στόχος του νέου στρατού ήταν να καταλάβει την Chalonnes sur Loire, εμπροσθοφυλακή της Angers. Γνωρίζοντας τη στρατηγική σημασία αυτής της θέσης, οι Δημοκρατικοί αποφάσισαν να την υπερασπιστούν στέλνοντας εκεί 4.000 άνδρες και 5 πυροβόλα. Στις 22 Μαρτίου, παρά την απόφαση του δημάρχου και των διοικητών της Εθνικής Φρουράς της Δημοκρατίας, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου και οι κάτοικοι της πόλης αποφάσισαν να συνταχθούν με τους Λευκούς, τους Βασιλόφρονες. Αλλά και η φρουρά της Angers άρχισε να διαλύεται ρίχνοντας μέρος του οπλισμού και των πυροβόλων της στα ύδατα του ποταμού Loire. Ενώ η πόλη έπρεπε να προετοιμάζεται για μία άμεση επίθεση, ο στρατός διαλύετο και οι στρατιώτες επέστρεφαν στα σπίτια τους. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος κάποιοι ιστορικοί υποστήριξαν ότι αυτό σήμαινε πως η εξέγερση της Βανδέας έγινε κυρίως από αντίδραση προς τα μέτρα αυστηρής στρατολογίας που έπαιρνε η Επανάσταση κι όχι τόσο για να επανέλθει η Μοναρχία στη χώρα. Όπως θα δούμε όμως, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι.

 Στις 22 Μαρτίου, στον Βορρά, οι εναπομείνασες δυνάμεις των Δημοκρατικών στη Chalonnes sur Loire, ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Βασιλόφρονες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή εγκαταλείποντας στα χέρια των Βασιλοφρόνων της Βανδέας ολόκληρο σχεδόν τον οπλισμό της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Βασιλικός και Καθολικός Στρατός της Βανδέας να καταλάβει την περιοχή μεταξύ των ποταμών Loire και Lay στην οποία συμπεριλαμβάνετο η Βανδέα (Marais, Bocage Vendéen, Collines Vendéennes), μέρος του Maine-et-Loire δυτικά του Layon, καθώς και μία περιοχή του Deux-Sèvres δυτικά του ποταμού Thouet. Στην προσπάθεια εξασφάλισης και υπεράσπισης της περιοχής που είχε υπό την κυριαρχία του, ήρθαν στην επιφάνεια, όλες οι ανεπάρκειες και οι ελλείψεις του στρατού της Βανδέας. Έχοντας μια ενοποιημένη στρατηγική και πολεμώντας σε μία αμυντική εκστρατεία, από τον Απρίλιο και μετά ο στρατός αυτός έχασε τη συνοχή του κι όλα τα πρόσθετα πλεονεκτήματα του. Ωστόσο οι επιτυχίες του συνεχίσθηκαν για ένα ακόμα χρονικό διάστημα. Στις αρχές Μαΐου καταλήφθηκε από τους Βασιλόφρονες η Thouars και τον Ιούνιο η Saumur. Νίκες σημειώθηκαν επίσης στη Châtillon και τη Vihiers. Αλλά στη συνέχεια ο Βασιλικός στρατός της Βανδέας άρχισε να αναλώνει τις δυνάμεις του στη σπάταλη πολιορκία της Νάντης.

Ωστόσο, μολονότι οι εξεγερμένοι Βασιλόφρονες συνέχισαν να αυξάνουν τις δυνάμεις τους, στις οποίες προστέθηκαν ακόμα μερικοί ευγενείς ως ηγετικά στελέχη, όπως οι Royrand και Sapinaud, οι δέκα χιλιάδες άνδρες που τελούσαν υπό τις διαταγές του Jean-Baptiste Joly απέτυχαν δύο φορές να καταλάβουν την πόλη Les Sables d’Olonne.

Πολύ ανήσυχη από αυτές τις απρόσμενες εξελίξεις, η Δημοκρατία αντιδρώντας έσπευσε να αποστείλει πάνω από 45.000 άνδρες στην περιοχή κατά τα τέλη Μαρτίου. Παρά τον ενθουσιασμό και την ορμή τους να επιβάλλουν τη βούληση της κυβέρνησης, τα τακτικά στρατεύματα δεν ήταν καλά εκπαιδευμένα ενώ ο εξοπλισμός και η σίτιση τους ήταν επίσης ελλιπείς, πράγματα που σε συνάρτηση με την απειθαρχία των νεοσυλλέκτων, αποτέλεσαν ισχυρά μειονεκτήματα στην πολεμική αναμέτρηση με τις φιλομοναρχικές δυνάμεις. Πολύ σύντομα το ήδη χαμηλό ηθικό των κυβερνητικών στρατιωτών αντικαταστάθηκε από τον τρόμο που τους περιέβαλλε μπροστά στους αποφασισμένους Βασιλόφρονες που πολεμούσαν απεγνωσμένα για την ίδια τους την ύπαρξη. Οι διοικητές του κυβερνητικού στρατού έκαναν ακόμα πιο δυσχερή τη θέση του αφού τον κατακερμάτισαν σε μικρές αυτόνομες μονάδες των πενήντα ή εκατό ανδρών, οι οποίοι τέθηκαν υπό τις διαταγές μισοεκπαιδευμένων χαμηλόβαθμων αξιωματικών. Έτσι, πολλοί από αυτούς που ανέλαβαν απότομα την απόλυτη εξουσία δράσεως και κινήσεων, δρώντας αυθαίρετα και βίαια προκάλεσαν ακόμα περισσότερο το μίσος του τοπικού πληθυσμού, αλλά και την απειθαρχία των ανδρών τους με αποτέλεσμα να μην μπορούν πλέον να ελέγξουν την κατάσταση. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα ο στρατός της Δημοκρατίας να περιοριστεί στον έλεγχο μόνο κάποιων αστικών κέντρων, ενώ παράλληλα οι ολιγομελείς φρουρές του αποτελούσαν εύκολους στόχους για τους Βασιλόφρονες.

Η ήττα και οι σφαγές

Την 1η Αυγούστου η Επιτροπή Δημόσιας Ασφαλείας διέταξε τον στρατηγό Jean-Baptiste Carrier να μεταβεί στη Βανδέα για να καταστείλει την εξέγερση. Ο στρατός της Δημοκρατίας ενισχύθηκε με άνδρες που είχαν στρατολογηθεί μαζικά καθώς και με δυνάμεις που κατέφθασαν από το Μάιντς. Ο Βασιλικός και Καθολικός Στρατός της Βανδέας υπέστη την πρώτη του σοβαρή ήττα στις 17 Οκτωβρίου στο Cholet. Το χειρότερο όμως για τους εξεγερθέντες Βασιλόφρονες ήταν πως οι δυνάμεις τους δεν ήταν ενωμένες. Τον Οκτώβριο του 1793 η κύρια δύναμη του Στρατού της Βανδέας που αριθμούσε 25.000 άνδρες τακτικού στρατού τους οποίους ακολουθούσαν χιλιάδες πολίτες όλων των ηλικιών, υπό τη διοίκηση του κόμη Henri de la Rochejaquelein, διέσχισε τον ποταμό Loire, κατευθυνόμενη προς τον λιμένα της Granville στη Μάγχη όπου περίμεναν να συναντήσουν τον Βρετανικό στόλο κι έναν στρατό συγκροτημένο από τους Γάλλους ευγενείς που είχαν καταφύγει στην Αγγλία. Φθάνοντας όμως στη Granville τους περίμενε μία άσχημη έκπληξη αφού βρήκαν την πόλη κατειλημμένη από τους Δημοκρατικούς ενώ δεν φαίνονταν πουθενά Βρετανικά πλοία. Οι προσπάθειες των Βασιλοφρόνων να καταλάβουν την πόλη στάθηκαν ανεπιτυχείς και έτσι αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν άπρακτοι. Κατά τη διάρκεια αυτής της αποχώρησης οι εκτεταμένες σε μήκος δυνάμεις του στρατού της Βανδέας υπέστησαν αλλεπάλληλες επιθέσεις από τους Δημοκρατικούς και αποδεκατίσθηκαν από την πείνα και τις ασθένειες που οδήγησαν στον θάνατο χιλιάδες άνδρες. Ο Βασιλικός και Καθολικός Στρατός της Βανδέας υπέστη το τελικό πλήγμα και την οριστική του ήττα αντιστοίχως στο Le Mans στις 12 Δεκεμβρίου και στις 23 του ιδίου μηνός στο Savenay.

Αυτές τις αιματηρές ήττες που υπέστησαν οι Βασιλόφρονες στα τέλη του 1793 ακολούθησε μία φρικτή σφαγή των ηττημένων εκ μέρους των Δημοκρατικών στις αρχές του επομένου έτους. Οι λεγόμενες «φάλαγγες της κολάσεως» έσπειραν τον θάνατο και την καταστροφή σε ολόκληρη την περιοχή. Χωρίς κανέναν οίκτο σφαγιάσθηκαν 6.000 κάτοικοι της Βανδέας που είχαν συλληφθεί ως όμηροι από τις κυβερνητικές δυνάμεις και μεταξύ των οποίων συγκαταλλέγοντο πολλές γυναίκες και γέροντες άμαχοι. Άλλες τρεις χιλιάδες γυναίκες ρίχθηκαν από τους Δημοκρατικούς στο Pont-au-Baux βρίσκοντας τραγικό θάνατο από πνιγμό και ακόμα πέντε χιλιάδες ιερείς, ανήλικα παιδιά γυναίκες και γέροντες είχαν την ιδία τύχη αφού ρίχθηκαν από τις κυβερνητικές δυνάμεις μαζικά μέσα στον ποταμό Loire στην περιοχή της Νάντης. Όλοι αυτοί οι αθώοι άμαχοι δέθηκαν κατά ομάδες πίσω από φορτηγίδες που κατέπλεαν τον ποταμό και οδηγήθηκαν στον πνιγμό χωρίς έλεος. Αυτό το φρικτό έγκλημα ονομάσθηκε ειρωνικά από την Επανάσταση σαν το «Εθνικό λουτρό». Τα σχόλια εδώ περιττεύουν…..

Μαζί με τη διαταγή για τα μαζικά εκείνα εγκλήματα, κατέφθασε και η διαταγή για αναγκαστική εκκένωση της περιοχής από τους εναπομείναντες κατοίκους της. Έτσι εγκαινιάσθηκε η πολιτική της «καμένης γης» κατά τη διάρκεια της οποίας τα αγροκτήματα της Βανδέας καταστράφηκαν, τα δάση και οι αγροί της παραδόθηκαν στην πυρά και τα χωριά της εκθεμελιώθηκαν. Υπάρχουν πολλές αναφορές από τη περίοδο εκείνη για βαρβαρότητες και για μία οργανωμένη εκστρατεία ομαδικών σφαγών εναντίον όλων των κατοίκων της Βανδέας ανεξάρτητα από το εάν είχαν συμμετάσχει ή όχι στον Βασιλικό και Καθολικό Στρατό, από τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, το φύλο και την ηλικία τους. Επανάσταση χωρίς τρομοκρατία δεν στέκεται, κι η Βανδέα έπρεπε να γίνει χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή. Έτσι η τιμωρία εναντίον των ηττημένων Βασιλοφρόνων έλαβε τον χαρακτήρα της πιο σκληρής κι απάνθρωπης εκδίκησης κι έφτασε τα όρια του εγκλήματος.

Ο στρατηγός της Δημοκρατίας, Francois Joseph Westermann, ο οποίος είχε επιφορτισθεί με την «εκκαθάριση» της Βανδέας, έγραφε χαρακτηριστικά στην αναφορά του προς την Επαναστατική Επιτροπή Δημόσιας Ασφαλείας στο Παρίσι: «Πολίτες της Δημοκρατίας, δεν υπάρχει πλέον Βανδέα! Βρήκε τον θάνατο από το ελεύθερο ξίφος μας μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά της. Την έθαψα μέσα στα δάση και τα έλη του Savenay. Ακολουθώντας τις διαταγές που εσείς μου δώσατε, συνέτριψα τα παιδιά κάτω από τις οπλές των αλόγων, κατέσφαξα τις γυναίκες οι οποίες, τουλάχιστον, δεν θα γεννήσουν πια άλλους ληστές. Δεν έχω κανέναν αιχμάλωτο που θα μπορούσε να με κατακρίνει. Τους έχω εξολοθρεύσει όλους. Οι δρόμοι είναι σπαρμένοι με τα κορμιά τους. Οι ληστές που καταφθάνουν συνεχώς στο Savenay ζητώντας να παραδοθούν εκτελούνται από εμάς ασταμάτητα…..Το έλεος δεν είναι ένα επαναστατικό συναίσθημα». Τραγική ειρωνεία, αυτός ο στρατηγός που με τόση «θέρμη και ζήλο» επέβαλλε τόσο ανελέητα την Επανάσταση στην πολύ καθολική και μοναρχική Βανδέα ερημώνοντας την στην κυριολεξία, καρατομήθηκε λίγο αργότερα στο Παρίσι από την ίδια τη Επανάσταση ως φίλος του Δαντόν και δραστήριο μέλος του κόμματος του.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Simon Schama, κάθε αγριότητα και βαρβαρισμός που θα μπορούσε να εφευρεθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας, εφαρμόσθηκε επάνω στον ανυπεράσπιστο πληθυσμό της Βανδέας. Οι βιασμοί των γυναικών αποτελούσαν ρουτίνα, τα παιδιά δολοφονούνταν κι όλοι ακρωτηριάζονταν……Στο Gonnord διακόσιοι γέροντες, μητέρες και ανήλικα παιδιά, αναγκάσθηκαν να γονατίσουν μπροστά στους τάφους που ίδιοι είχαν σκάψει. Κατόπιν τους πυροβόλησαν με ομαδικά πυρά και τους έριξαν μέσα στους τάφους. Τριάντα παιδιά και δύο γυναίκες βρέθηκαν να έχουν ταφεί ζωντανοί.

Σύμφωνα με τον νόμο της 14ης Frimaire, εκτελέσθηκαν όλοι οι Βασιλόφρονες που είχαν συλληφθεί ως αιχμάλωτοι ή κρατούνταν στις φυλακές των Δημοκρατικών. Δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων βρήκαν φρικτό θάνατο σε αυτό το λουτρό αίματος που όπως ήδη προαναφέρθηκε αποκλήθηκε πολύ σαδιστικά και ειρωνικά «εθνικό λουτρό» και «δημοκρατικό βάπτισμα’ της Γαλλίας. Αρχικά αυτά τα εγκλήματα και οι μαζικές ανθρωποσφαγές ή οι ομαδικοί πνιγμοί στα ύδατα του ποταμού Loire γίνονταν τη νύχτα. Προϊόντος όμως του χρόνου και σταθεροποιούμενης της κυριαρχίας των Επαναστατών, τα εγκλήματα γίνονταν κάτω από το φως του ήλιου και μάλιστα σε τέτοια συχνότητα ώστε έφτασαν να αποτελούν συνηθισμένο θέαμα. Πολλοί από τους Βασιλόφρονες μελλοθάνατους πνίγηκαν πέφτοντας οι ίδιοι μέσα στο νερό στην προσπάθεια τους να δραπετεύσουν. Ο αριθμός των ανθρώπων που βρήκαν τον θάνατο με αυτόν τον τρόπο, υπολογίζεται ότι ανέρχεται γύρω στις 5.000.

Όταν αυτή η πολυαίμακτη εκστρατεία «ειρήνευσης» ή πιο σωστά εκκένωσης της Βανδέας έλαβε τέλος τον Μάρτιο του 1796, υπολογίσθηκε ότι οι νεκροί και από τα δύο στρατόπεδα, Βασιλοφρόνων και Δημοκρατικών – ανέρχοντο σε έναν αριθμό μισού εκατομμυρίου. Κι όλα αυτά σε έναν πληθυσμό που μόλις και μετά βίας αριθμούσε τις 800.000.

Ωστόσο ούτε τα δραστικά αυτά μέτρα, ούτε τα συμβιβαστικά που χρησιμοποίησε αργότερα η Επαναστατική κυβέρνηση μπόρεσαν να καταβάλλουν οριστικά τα τοπικά κέντρα αντιστάσεως της πολύπαθης κι αφοσιωμένης στον Θρόνο και την Καθολική Εκκλησία Βανδέας, η οποία συνέχισε, με όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει, να αγωνίζεται εναντίον της Επανάστασης σποραδικά αλλά σκληρά μέχρι και τους πρώτους μήνες του 1796. Μία ακόμα αιματηρή εξέγερση, την οποία προκάλεσε η πολιτική μεγάλης σκληρότητας της κυβερνήσεως των Παρισίων, υπήρξε η εξέγερση του 1799, την οποία ο Βοναπάρτης, πρώτος Ύπατος της Γαλλίας τότε, κατόρθωσε να καταστείλει τόσο με δραστικά κατασταλτικά μέτρα, όσο και με επιτυχείς προσπάθειες συμβιβασμού.

Η κατακρεουργημένη Βανδέα ύψωσε και πάλι το ανάστημά της σε ένα κύκνειο άσμα, εναντίον του Ναπολέοντος Βοναπάρτη. Οι πιστοί στο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ΄ κάτοικοι της Βανδέας, εξεγέρθηκαν εναντίον του Κορσικανού αναγκάζοντας τον κατά την Πορεία των Εκατό Ημερών, το 1815, λίγο πριν τη καθοριστική για αυτόν Μάχη του Βατερλώ, να στείλει πίσω 10.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του Jean Maximilien Lamarque για να καταπνίξει την εξέγερση.

Αυτές οι ηρωικές εξεγέρσεις της Βανδέας αλλά και οι σφαγές τις οποίες υπέστη ενέπνευσαν διάφορους λογοτέχνες οι οποίοι της αφιέρωσαν έργα τους όπως ο Αλέξανδρος Δουμάς (Οι Λευκοί και οι Γαλάζιοι, 1867), ο υμνητής της Δημοκρατίας Βίκτωρ Ουγκώ (Ενενήντα τρία, 1874) και ο Μισέλ Ραγκόν (Τα κόκκινα μαντήλια της Cholet, 1984).

Η «γενοκτονία της Βανδέας» στη σύγχρονη ιστοριογραφία

Το 1896 ο ιστορικός Reynald Secher έγραψε ένα αμφισβητούμενο βιβλίο με τον τίτλο «Μία Γαλλική Γενοκτονία: η Βανδέα» (A French Genocide: The Vendée) στο όποίο υποστηρίζει και αποδεικνύει ότι οι ενέργειες της γαλλικής δημοκρατικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Βανδέας (1793–1796), ήταν η πρώτη σύγχρονη γενοκτονία. Οι ισχυρισμοί του Secher προκάλεσαν συζητήσεις, σάλο και αντιδράσεις τόσο στους πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, όσο και μεταξύ της γαλλικής διανόησης και των Γάλλων ιστορικών οι οποίοι έσπευσαν να δημοσιεύσουν μία ολόκληρη σειρά άρθρων προκειμένου να ανατρέψουν τους ισχυρισμούς του Secher. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατόπιν σχετικής διαταγής της Επαναστατικής Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας, τον Φεβρουάριο του 1794, οι Δημοκρατικές δυνάμεις εξαπέλυσαν την τελική εκστρατεία «ειρήνευσης» της Βανδέας η οποία ήταν στην ουσία μία εκστρατεία εκδίκησης (Vendée-Vengé). Δώδεκα μονάδες στρατού, «οι φάλαγγες της κόλασης», (colonnes infernales), υπό τη διοίκηση του Louis Marie Turreau, προωθήθηκαν στη Βανδέα και, σύμφωνα με τον Secher, ο στρατός της Δημοκρατίας εξόντωσε ανηλεώς τόσο πολεμιστές του Βασιλικού και Καθολικού Στρατού, όσο και αθώους πολίτες αδιακρίτως.

Ο Claude Langlois, μέλος του Ιδρύματος Ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης, έσπευσε, όπως όφειλε εκ της θέσεως και της εργασίας του, να απορρίψει τους ισχυρισμούς του Secher υποστηρίζοντας πως όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από μία, κατά κάποιον τρόπο, «μυθολογία». Ο Timothy Tackett του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια συνοψίζει τα γεγονότα λέγοντας: «Στην πραγματικότητα, τα γεγονότα της Βανδέας αποτέλεσαν έναν τραγικό εμφύλιο πόλεμο με ατελείωτο τρόμο και από τις δύο μεριές, με την αρχή να έχει γίνει από τους εξεγερμένους της Βανδέας. Οι Βασιλόφρονες της Βανδέας δεν ήταν περισσότερο αθώοι από τους Δημοκρατικούς. Η χρήση του όρου «γενοκτονία» είναι απολύτως ανακριβής και δεν εκφράζει την πραγματικότητα». Ο Hugh Gough, καθηγητής Ιστορίας στο University College Dublin θεωρεί το βιβλίο του Secher σαν μια απόπειρα ιστορικού ρεβιζιονισμού που είναι απίθανο να ασκήσει οποιαδήποτε μόνιμη επίδραση. Ο Peter McPhee επικρίνει σφαιρικά τον Secher, κάνοντας σύγκριση μεταξύ θεσμών της δημοκρατικής κυβέρνησης και του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Ο McPhee αμφισβητεί επίσης τις υποθέσεις και την επιστημονική ορθότητα της μεθοδολογίας του Secher.

Άλλοι ιστορικοί που έχουν γράψει εναντίον της διατριβής του Secher όπως ο Julian Jackson καθηγητής σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου ισχυρίζονται ότι η «ειρήνευση» στη Βανδέα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτό που σήμερα εννοείται με τον όρο «γενοκτονία». Ή όπως τουλάχιστον έχουν διατυπώσει τη σημασία του όρου οι Frank Chalk και Kurt Jonassohn λέγοντας ότι: «Η γενοκτονία είναι μια μορφή μονόπλευρου μαζικού εγκλήματος στο οποίο ένα κράτος ή κάποια άλλη αρχή σκοπεύει να καταστρέψει μια φυλετική ή θρησκευτική ομάδα». Αυτοί στηρίζουν την άποψη τους στο γεγονός ότι οι σφαγές της Βανδέας ήταν αποτέλεσμα ενός εμφυλίου πολέμου κι όχι μίας σύρραξης μεταξύ αλλοεθνών. Έτσι δεν υπήρξε ένα μαζικό έγκλημα που να έγινε εναντίον μίας ξένης φυλετικής ομάδας, και η Επιτροπή Δημοσίας Ασφάλειας δεν σκόπευε να εξολοθρεύσει ολόκληρο τον πληθυσμό της Βανδέας, αλλά μόνο εκείνους που είχαν συνδεθεί με την εξέγερση. Ωστόσο είδαμε ότι τα πράγματα δεν είχαν ακριβώς έτσι κι ότι ο Κυβερνητικός στρατός εκτελούσε αδιακρίτως.

Επιπλέον, στο έργο του «Genocide and Gross Human Rights Violations» ο Kurt Jonassohn γράφει: «Λόγος που μπορεί να θεωρηθεί μια περίπτωση ως «γενοκτονία» αποτελεί ακόμα και η εκδηλωθείσα πρόθεση εξολόθρευσης, κάτι που δηλώθηκε σαφώς από διάφορους στρατηγούς της Επανάστασης, καθώς επίσης και από τα διάφορα κυβερνητικά διατάγματα που εκδόθηκαν για τη Βανδέα». Επιπλέον στήριξη στη θέση του Secher περί «γενοκτονίας» έδωσε ο Adam Jones που έγραψε στο βιβλίο του «Genocide: A Comprehensive Introduction» μια περίληψη για την εξέγερση της Βανδέας, αναφέροντας τον Secher και άλλους όπως ο Pierre Chaunu καθηγητής Ιστορίας στη Σορβόννη, που υποστηρίζουν την άποψη ότι επρόκειτο για μια γενοκτονία.

Άλλοι ιστορικοί, όπως ο Jean Tulard, έχουν υιοθετήσει αντίθετα τον όρο «γενοκτονία» για να περιγράψουν σφαγές που έγιναν στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο Stéphane Courtois, Διευθυντής Ερευνών στο CNRS που ειδικεύεται στην ιστορία του κομμουνισμού, υποστηρίζει πώς ο Λένιν σύγκρινε τους κατοίκους της Βανδέας με τους Κοζάκους που έθεσε υπό απηνή διωγμό, και ο εφευρέτης του σύγχρονου κομμουνισμού εξέφραζε τη χαρά του όταν τους υπέβαλλε στο πρόγραμμα ομαδικής εξόντωσης και γενοκτονίας λέγοντας ότι ακολουθεί την παλιά δοκιμασμένη μέθοδο του 1795 εναντίον των κατοίκων της Βανδέας. Ο Βρετανός ιστορικός Ruth Scurr αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ενέργειες όπως αυτές των Επαναστατών εναντίον των κατοίκων της Βανδέας, μαζικές εκτελέσεις και ομαδικοί πνιγμοί, σήμερα θα συνιστούσαν εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας. Τα συμπεράσματα δικά σας……

Βιβλιογραφία:

1) Jean Clement Martin, Contre-Révolution, Révolution et Nation en France, 1789-1799, ed. Seuil, col. Points, 1998.
2) Jean Clement Martin, Violence et Révolution. Essai sur la naissance d’un mythe national, ed. Seuil, 2006.
3) Jean Clement Martin, Une guerre interminable, la Vendée 200 ans après, Ed. Reflets du Passé, Nantes, 1985.
4) Jean Clement Martin, La Vendée et la France, 1789-1799, Ed. Seuil, 1987.
5) Jean Clement Martin, La Vendée de la Mémoire, 1800-1980, Ed. Seuil, 1989.
6) Jean Clement Martin, La Loire-Atlantique dans la tourmente révolutionnaire, Ed. Reflets du Passé, Nantes, 1989.
7) Jean Clement Martin, Le Massacre des Lucs, Vendée 1794, Geste Éditions, La Crèche, 1992.
8) Jean Clement Martin, La Vendée en 30 questions, Geste Éditions, La Crèche, 1996.
9) Jean Clement Martin, La Vendée et la Révolution. Accepter la mémoire pour écrire l’histoire, Perrin, col. Tempus, 2007.
10) Xavier Martin, Sur les droits de l’homme et la Vendée, Dominique Martin Morin, 1995.
11) Claude Petitfrere, Les Vendéens d’Anjou, Bibliothèque nationale de France, 1981
12) Claude Petitfrere, La Vendée et les Vendéens, Gallimard, col. Archives, 1982.
13) Michel Ragon, 1793. L’insurrection vendéenne et les malentendus de la Liberté, Albin Michel, 1992.
14) Reynald Secher, La Vendée-Vengé, Le génocide franco-français, PUF, 1986.
15) Paul Tallonneau, Les Lucs et le génocide vendéen: comment on a manipulé les textes, Ed. Hécate, 1993.
16) Félix Deniau, Dom François Chamard y François Uzureau, Histoire de la Guerre de la Vendée, 1876-1878, J. Siraudeau, Angers, 1978, vols 12.
17) Louis-Marie Clénet, La Contre-révolution, Paris, PUF, col. Que sais-je?, 1992
18) Alain Gérard, La Vendée 1789-1793, Ed. Champ Vallon, col. Époques, 1992.
19) Alain Gérard, Vendée !, Ed. Étrave, 1993.
20) Alain Gérard, Sur les traces de Charrette, Roi de la Vendée, Ed. Étrave, 1993.
21) Alain Gérard, La Guerre de Vendée, Centre vendéen Recherches histoire, col. Les Indispensables, 2006
22) Guy Marie Lenne, Les Réfugiés de la guerre de Vendée, 1793-1796, Ed. Geste, col. Pays d’histoire, 2003.
23) Simone Loidreau, Les colonnes infernales en Vendée, Ed. du Choletais, 1994.
24) Roger Dupuy, La République jacobine, Terreur, guerre et gouvernement révolutionnaire, 1792-1794, tomo 2 de la Nouvelle histoire de la France contemporaine.
25) Jacques Godechot, La Contre-révolution, doctrine et action (1789-1804), PUF, 1961
26) Albert Soboul, (dir.), Dictionnaire historique de la Révolution française, Quadrige/PUF, 1989
27) Albert Soboul, La Révolution française, Gallimard, 1982, reed. 1997.
28) Michel Vovelle, La Chute de la monarchie, 1787-1792, tomo 1 de la Nouvelle histoire de la France contemporaine, ed. Seuil, col. Points, 1972.
29) Denis Woronoff, La République bourgeoise de Thermidor à Brumaire. 1794-1799, tomo 3 de la Nouvelle histoire de la France contemporaine.

Advertisements