Λένιν: Η δραματική πορεία προς την εξουσία

 

Οι εκδότες των 55 τόμων των «Απάντων» του Λένιν ανασύστησαν, ώρα με την ώρα και ημέρα με την ημέρα, σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου τον οποίον ορισμένοι θεώρησαν μεγάλο φιλόσοφο του 20ού αιώνα, ενώ άλλοι τού απέδωσαν την απόλυτη πατρότητα του θεσμοποιημένου εγκλήματος στην υπηρεσία μιας ιδέας. Ακόμη και οι λιγότερο εγκωμιαστικές βιογραφίες του δεν απέφυγαν τον χαρακτηρισμό του Λένιν ως μεγαλύτερου επαναστάτη και πολιτικού στοχαστή. Ωστόσο, τα πολύτομα «Απαντά» του ήταν ελλιπή, διότι οι συντάκτες τους θεώρησαν πως δεν θα ήταν καθόλου καλό να γνωρίζουν οι υπήκοοι του διεθνιστικού κομμουνιστικού κράτους ότι το είδωλό τους συχνά προσυπέγραφε θανατικές καταδίκες.

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσοπάνης,
Δρ Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων

 

Ο ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ

Η παρουσία του Λένιν στο ιστορικό προσκήνιο είναι οπωσδήποτε μοναδική όχι λόγω της έκτασης των εγκλημάτων που είχαν διαπραχθεί με διαταγή του, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι ο μόνος διανοούμενος της σύγχρονης Ιστορίας (παρότι αυτή του η ιδιότητα αμφισβητείται από πολλές πλευρές) ο οποίος οραματίσθηκε, αγωνίσθηκε και έφερε στην πολιτική σκηνή, μέσα από μια επανάσταση που άρχισε με ένα πραξικόπημα, ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Ο Λένιν είχε τη δυνατότητα και την τύχη να μετασχηματίσει ένα όραμα, τον κομμουνισμό, σε μια, κατά πολλούς γοητευτική, πραγματικότητα που όχι μόνο επέζησε, αλλά και εξαπλώθηκε σε άλλες χώρες επί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τον 20ό αιώνα. Η περίπτωση του Λένιν αποτελεί το πιο επικίνδυνο προηγούμενο για τις κοινωνίες οι οποίες επιτρέπουν στους διανοουμένους και κυρίως στους δημιουργούς συστημάτων να σφετερίζονται την πολιτική εξουσία. Ο άνθρωπος Λένιν ήταν μια προσωπικότητα άχρωμη και αντιπαθητική, η βιογραφία του οποίου δεν χαρακτηρίζεται από ενδιαφέροντα αισθήματα. Ο φιλόσοφος Λένιν δεν διαθέτει μεγάλη γνησιότητα ή πρωτοτυπία, διότι ούτε αγαπούσε ιδιαίτερα ούτε μελετούσε φιλοσοφία. Ο λόγιος Λένιν ήταν ένας στενοκέφαλος αστός ο οποίος απεχθανόταν τον Ντοστογιέφσκι με τον ίδιον τρόπο που υπερηφανευόταν ότι δεν παρακολούθησε μαθήματα κλασικής παιδείας, αλλά είχε διαβάσει δωδεκάδες μυθιστορημάτων. Ο δογματικός Λένιν γίνεται ενδιαφέρων μετά βίας, ενώ πιο ενδιαφέρων είναι ο πολιτικός Λένιν: ένας συνδυασμός ιδεολόγου και δικτάτορα, σπανιότατος και δυσοίωνος.

Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ

Οι «αγιογράφοι» του Λένιν θεώρησαν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του εξαιρετικές. Ξεκινώντας από το όνομά του, το οποίο στα ρωσικά σημαίνει «κύριος του κόσμου», ο Βλαδίμηρος Ιλιτς έδειχνε από την παιδική του ηλικία ότι θα γινόταν ένας αξιόλογος διανοούμενος. Αργότερα εξελίχθηκε σε έναν πολύ ικανό μαθητή με όρεξη για μάθηση, παθιασμένο, μάλιστα, κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο με τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Οταν κάποτε τον ρώτησε ένας αστυνομικός γιατί εξεγειρόταν εναντίον του καθεστώτος αφού ήταν σαν να κτυπά το κεφάλι του στον τοίχο, εκείνος απάντησε: «Ναι, αλλά ο τοίχος είναι τόσο διαβρωμένος, ώστε αρκεί μια κλωτσιά για να τον γκρεμίσει». Μια άλλη φράση την οποία το «αγιολογικό συναξάρι» αποδίδει στην αδελφή του Μαρία Ουλιάνοβα είναι ότι, όταν πληροφορήθηκε την εκτέλεση του αδελφού του, σε μια μεγαλειώδη έμπνευση της στιγμής είπε: «Εμείς θα ακολουθήσουμε άλλον δρόμο», και από τότε, σύμφωνα με τους «αγιογράφους» του, καθόρισε τη νικηφόρα πορεία των μπολσεβίκων. Να, λοιπόν, μια ατράνταχτη απόδειξη της βαθιάς πολιτικής σκέψης του Λένιν. Κι όμως, τότε ήταν μόλις εννέα ετών και, σύμφωνα με μια σχετική μαρτυρία του Τρότσκι, δεν γνώριζε ούτε το όνομα του Μαρξ, τον οποίον ανακάλυψε μόλις το 1888.

Χαρακτηριστικά πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το «Κεφάλαιο» του τελευταίου υπήρχε στην τσαρική πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Καζάν σε ρωσική μετάφραση και ήταν διαθέσιμο στους φοιτητές. Αργότερα, σύμφωνα πάντοτε με τους «αγιογράφους» του, οι εργάτες έμειναν κατάπληκτοι ακούγοντάς τον να μιλά και, νεαρό ακόμη, να αντιμετωπίζει με περισσή ευκολία τον Βοροντσώφ ανατρέποντας τις θέσεις του. Ο Λένιν «ζούσε μόνο για την επανάσταση», ήταν «το ρομπότ της επανάστασης» και κάτω από τη σημαία της γνώρισε και τη σύζυγό του, η οποία, γοητευμένη από τη ρητορεία και τις γνώσεις του, τον ακολούθησε και έγινε η πιο πιστή του συνεργάτις. Στην πραγματικότητα, αυτός ήταν και ο αληθινός της ρόλος δίπλα στον Λένιν σε όλη της τη ζωή. Οσον αφορά την ίδια, καταγόταν από οικογένεια βογιάρων της παλαιάς ρωσικής αριστοκρατίας. Ο πατέρας της, μάλιστα, ήταν αξιωματικός του τσαρικού καθεστώτος και διετέλεσε κυβερνήτης μιας επαρχίας της Πολωνίας.

Ο Λένιν προερχόταν από μια καλοστεκούμενη αστική οικογένεια. Ο πατέρας του, Ιλια Νικολάγιεβιτς Ουλιάνωφ, ήταν σχολικός επιθεωρητής και η μητέρα του, Μαρία, ήταν επίσης αρκετά καλλιεργημένη. Ως τυπικοί εκπρόσωποι της ρωσικής αστικής τάξης ήταν, αντίθετα με τον γιο τους που έθεσε ως στόχο να εξαφανίσει την τάξη του, άνθρωποι του μέτρου. Προοδευτικοί τόσο ώστε να μη προκαλούν, διάκειντο ταυτόχρονα ευμενώς προς τους θεσμούς και την καθεστηκυία τάξη και, ζώντας στο άνετο σπίτι της μητέρας του, Μαρίας Αλεξάνδροβνας, απολάμβαναν την άνετη ζωή που τους παρείχαν η οικονομική τους ευμάρεια και η κοινωνική τους θέση. Φρόντιζαν να αναθρέψουν τα παιδιά τους επάνω στη βάση της θρησκείας και της παράδοσης. Στην αρχή το κατόρθωσαν σε τέτοιον βαθμό, ώστε ο νεαρός Λένιν να καταφέρνει να πείθει τον διευθυντή του σχολείου του, πατέρα του Αλεξάνδρου Κερένσκυ, Φιοντόρ Κερένσκυ, για την ευπείθειά του και την υποταγή του στις ρωσικές παραδόσεις. Κάθε φορά που χαιρετούσε τη μητέρα του, ως γνήσιος Ρώσος, της φιλούσε το χέρι, γεγονός που προκαλούσε πάντοτε την αντίδραση των συντρόφων του. Ολος αυτός ο ζήλος, ωστόσο, δεν αποτελούσε τελικά παρά μόνο ένα προκάλυμμα.

Και οι δύο γονείς του Λένιν είχαν κοσμοπολίτικη καταγωγή. Αργότερα, οι ιθύνοντες του κομμουνιστικού κόμματος, ωθούμενοι από αντισημιτικά φρονήματα, φρόντισαν να αποκρύψουν επιμελώς την καταγωγή του. Παρότι, όμως, ο Λένιν δεν ήταν καθαρόαιμος Ρώσος, υπήρξε τυπικό μέλος της ρωσικής διανόησης, όπως ακριβώς και τα πέντε άλλα αδέλφια του τα οποία είχαν επιλέξει τον ρόλο των αμφισβητιών του τσαρικού καθεστώτος, ενός καθεστώτος ελάχιστα εκσυγχρονισμένου και ελάχιστα διατεθειμένου να αποδώσει πολιτικά δικαιώματα τουλάχιστον στην τάξη των διανοουμένων. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, κατέληξε στην αγχόνη το 1887, κατηγορούμενος για συνωμοσία εναντίον του τσάρου Αλεξάνδρου Γ’. Ορφανός από πατέρα, σε ηλικία μόλις 17 ετών ο Βλαδίμηρος Ιλιτς έγινε αρχηγός της οικογένειάς του και, μολονότι δεν αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες, αφού τα εισοδήματα της οικογένειας ήταν αρκετά για να ζήσουν, υπέφερε από το στίγμα του «εγκληματία» και του «εθνοπροδότη», το οποίο τού δημιούργησε δυσκολίες στη συνέχιση των σπουδών του στο πανεπιστήμιο. Τελικά, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καζάν. Στην πόλη Σαμάρα, όπου μετακόμισε ολόκληρη η οικογένειά του, εξάσκησε επί μια ορισμένη περίοδο, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, το επάγγελμα του δικηγόρου. Από τους δέκα κατηγορουμένους που υπερασπίσθηκε και οι δέκα κηρύχθηκαν ένοχοι. Την ικανοποίηση της νίκης έλαβε μόνο μία φορά, το θέρος του 1892, όταν υπερασπιζόταν τον εαυτό του. Εν τω μεταξύ, το 1889, διαβάζοντας το «Κεφάλαιο» και συναναστρεφόμενος πολλούς βετεράνους επαναστάτες που ζούσαν εξόριστοι στη Σαμάρα, έγινε μαρξιστής. Αφοσιώθηκε ανεπιφύλακτα στον μαρξισμό, χωρίς, ωστόσο, να γοητεύεται από τις απόψεις των «ναροντνικών» (λαϊκών) που ζητούσαν τη διανομή της γης στους αγρότες προσμένοντας από τις αγροτικές μάζες να πραγματοποιήσουν τον σοσιαλισμό. Αργότερα, στην Αγία Πετρούπολη έγινε επαγγελματίας επαναστάτης. Το 1895 οι συναγωνιστές του τού εμπιστεύθηκαν μια αποστολή στο εξωτερικό που τον έφερε σε επαφή με τους εξόριστους Ρώσους επαναστάτες μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ο μεγαλύτερος Ρώσος διανοούμενος του μαρξισμού, ο Γ.Β. Πλεχάνωφ.

Το ίδιο έτος, μετά την επιστροφή του στη Ρωσία, κατάφερε μαζί με άλλους μαρξιστές να συνενώσει τις ομάδες των επαναστατών της πρωτεύουσας στην αποκαλούμενη «Αγωνιστική Ενωση για την Απελευθέρωση της Εργατικής Τάξης». Ο Λένιν, ο οποίος ζούσε ως γνήσιος αστός, διαθέτοντας σημαντικά και σταθερά εισοδήματα (όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του) που του επέτρεπαν να ταξιδεύει συχνά στη Δύση, ήταν ένας οραματιστής ο οποίος είχε αρκετό χρόνο ελεύθερο για να τελειοποιήσει τις μαρξιστικές του γνώσεις και να φθάσει στους υψηλούς κύκλους του επαναστατικού κινήματος. Το βιοτικό του επίπεδο ήταν σαφώς ανώτερο από εκείνο του προλεταριάτου, η φροντίδα και η ευημερία του οποίου απασχολούσαν τον Λένιν. Επίσης, διέθετε ένα επιπλέον έσοδο, αφού ένα μεγάλο μέρος από τις συνδρομές των απλών μελών της οργάνωσης κατέληγε στους προσωπικούς λογαριασμούς των πολιτικών ηγετών της ως μισθός. Οι τελευταίοι είχαν την τύχη, ακόμη και όταν συλλαμβάνονταν, όπως συνέβη και με τον Λένιν το 1895, οπότε φυλακίσθηκε επί 15 μήνες και μετά εξορίσθηκε για τρία χρόνια στη Σιβηρία, η εξουσία να μην ερευνά σε βάθος τις οικονομικές τους πηγές. Αλλά και ως εξόριστος ο Λένιν ελάμβανε μισθό οκτώ ρουβλίων κάθε μήνα, γεγονός που του επέτρεπε να καταναλώνει ένα αρνί κάθε εβδομάδα και το καλοκαίρι να κάνει «διακοπές».
Τον Λένιν ακολούθησε στη Σουσένσκογιε, στη Σιβηρία, η μελλοντική σύζυγός του, Ναντέζντα Κρούπσκαγια, με την οποία φαίνεται ότι δεν έκανε παρά έναν λευκό γάμο. Η Ναντέζντα περιορίσθηκε για το υπόλοιπο της ζωής της στον ρόλο της γραμματέως και της συναγωνίστριας. Για να μπορούν να συζήσουν κατά την περίοδο της εξορίας έπρεπε να παντρευτούν, αφού στην τσαρική Ρωσία υφίστατο μόνο ο θρησκευτικός γάμος. Ετσι, ο Λένιν πέρασε σχεδόν κρυφά το κατώφλι της εκκλησίας και νυμφεύθηκε. Επρόκειτο για μια ουσιαστική «παρέκκλιση» από τη γραμμή της επανάστασης που έφερε σε δεινή θέση όλους τους βιογράφους του, οι οποίοι προσπάθησαν απεγνωσμένα να τη δικαιολογήσουν. Μετά τη λήξη της εξορίας του, ο Λένιν έφυγε για τη Γερμανία, χωρίς όμως να περιμένει να λήξει και η εξορία της συζύγου του για να φύγουν μαζί. Εκείνη αποδέχθηκε παθητικά την κατάσταση, όπως και τις μετέπειτα δυσχέρειες του γάμου τους, παραμένοντας πάντοτε το «οικογενειακό του καταφύγιο» στις στιγμές που το είχε ανάγκη. Στη Γερμανία ο Λένιν ανέλαβε την αποστολή να διαδώσει μαζί με τον Πλεχάνωφ, τον Μαρτώφ και άλλους τρεις εκδότες την εφημερίδα «Ισκρα» (Σπίθα), την οποία ήλπιζε να χρησιμοποιήσει ως όργανο συνένωσης σε ένα ισχυρό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όλων των ρωσικών μαρξιστικών ομάδων που ήταν διεσπαρμένες παντού στην Ευρώπη και τη Ρωσία. Η εφημερίδα (της οποίας ο τίτλος προέρχεται από ένα ποίημα του Πούσκιν που εξυμνεί τους Δεκεμβριστές επαναστάτες) θα αποτελούσε γι’ αυτόν το πρώτο βήμα για την κατάκτηση της εξουσίας.

Μέσω της «Ισκρα» ο Λένιν άρχισε την εργασία επιλογής και καθοδήγησης των υποψήφιων μελών του σχεδιαζόμενου κόμματος. Κυρίως θα έπρεπε να κλονίσει τον σεβασμό τον οποίον έτρεφαν οι εργάτες για τον τσάρο, πείθοντάς τους ότι η σαθρή οικονομική τους κατάσταση οφειλόταν κυρίως σε αυτόν, τον οποίον στήριζαν οι καπιταλιστές. Κατά δεύτερο λόγο, θα έπρεπε να πείσει όλους όσοι του αντιπαρατίθεντο σε δογματικό επίπεδο να παραιτηθούν από αυτόν τον τύπο πολιτικής συμπεριφοράς και να πυκνώσουν τις γραμμές του κόμματος. Ως τρίτο θέμα προς ανάλυση ο Λένιν προέκρινε το αγροτικό. Αυτές οι κινήσεις ήταν απαραίτητες για τον Λένιν, μολονότι οι μαρξιστές δε απολάμβαναν της προτίμησης των αγροτών και των άλλων λαϊκών και πιο επιφυλακτικών στρωμάτων, λόγω του ότι η γεωργία στην ιδιαίτερα καθυστερημένη Ρωσία είχε ήδη περάσει στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξής της.

 

Ο Λένιν έλαβε σοβαρά υπόψη τις θέσεις του Πλεχάνωφ, ενός πιο ρεαλιστή διανοουμένου, ο οποίος προέβλεπε μια σοσιαλιστική επανάσταση αμέσως μόλις η Ρωσία θα διερχόταν από τα αναγκαία στάδια του καπιταλισμού και θα διέθετε και η ίδια μια πολιτική τάξη πρόθυμη να διεκδικήσει την αλλαγή των κοινωνικών δομών. Αλλά ο Λένιν βιαζόταν και παραιτήθηκε από αυτήν την άποψη, ανακαλύπτοντας ότι η αγροτική τάξη διέθετε τα ικανά κοινωνικά στρώματα για να προκαλέσει κοινωνικό ανταγωνισμό. Του αρκούσε να υπάρχει ένα υγιές και πειθαρχημένο κόμμα από «επαγγελματίες» επαναστάτες που θα οργάνωναν και θα καθοδηγούσαν τις μάζες προς την επανάσταση και τον σοσιαλισμό. Αυτό ήταν εν μέρει και το θέμα του στη μελέτη «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» (δημοσιευμένη το 1899). Επιπλέον, η επιτυχία την οποία είχε η «Ισκρα» στη στρατολόγηση των διανοουμένων της ρωσικής Αριστεράς έπεισε τον Λένιν ότι είχε φθάσει ο καιρός να δημιουργήσει ένα μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα το οποίο θα συνένωνε όλες τις μαρξιστικές ομάδες. Αυτό δεν επετεύχθη κατά το συνέδριο που συνεκλήθη στο Μινσκ το 1898 (ενώ ο Λένιν βρισκόταν εξόριστος στη Σιβηρία), διότι οι αντιπρόσωποι συνελήφθησαν αμέσως μετά το τέλος των εργασιών του. Ενα δεύτερο συνέδριο επρόκειτο να συγκληθεί στις Βρυξέλλες, αλλά η αστυνομία υποχρέωσε τους διοργανωτές να το μεταφέρουν στο Λονδίνο. Οι συζητήσεις διήρκεσαν περίπου τρεις εβδομάδες και αποτελματώθηκαν στα ζητήματα της εκπροσώπησης και της κομματικής πειθαρχίας. Το κύριο πρόβλημα ήταν η φύση των σχέσεων μεταξύ του κόμματος και του προλεταριάτου, στο όνομα του οποίου το κόμμα είχε την αξίωση να δρα. Αυτό το συνέδριο, μολονότι ήταν το πρώτο από άποψη σπουδαιότητας και συμμετοχής μελών, ονομάσθηκε ωστόσο δεύτερο για να τιμηθεί εκείνο του Μινσκ.

Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ

Ακολούθησε άλλο ένα προγραμματικό κείμενο του Λένιν, με τίτλο «Τι να κάνουμε;» (1902), στο οποίο ο συγγραφέας απέρριπτε την άποψη σύμφωνα με την οποία το προλεταριάτο έπρεπε να οδηγηθεί αυθόρμητα στον δρόμο προς τον σοσιαλισμό, ενώ ο ρόλος του κόμματος έπρεπε να περιορίζεται απλά και μόνο στην καθοδήγηση των ποικίλων ομάδων του προλεταριάτου. Μόνο μέσω του καθημερινού αγώνα το προλεταριάτο θα μπορούσε να αποκτήσει κοινωνική συνείδηση. Αλλά το πιο σημαντικό ζήτημα για τον Λένιν ήταν να καταστεί το κόμμα αιχμή του δόρατος του προλεταριάτου, καθώς εκείνος το αντιλαμβανόταν ως ένα πειθαρχημένο σύνολο το οποίο θα εμφυσούσε στο προλεταριάτο τη σοσιαλιστική συνείδηση. Το κόμμα έπρεπε να είναι ο μέντωρ του προλεταριάτου, ο καθοδηγητής του, και να του υποδεικνύει ποια ήταν στην πραγματικότητα τα αληθινά του συμφέροντα. Η κριτική σε αυτήν την τοποθέτησή του δεν ήταν καθόλου απροσδόκητη και ήλθε από τους πιο στενούς συντρόφους του Λένιν: τον Πλεχάνωφ, τον Μαρτώφ και τον Τρότσκι. Εκείνοι θεωρούσαν ότι ο συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης θα οδηγούσε αναπόφευκτα προς τον ιακωβινισμό, δηλαδή σε μια δικτατορία «επί του προλεταριάτου» και όχι σε μια δικτατορία «του προλεταριάτου». Με τη γνώμη του δεν συμφώνησαν πολλοί ούτε στο συνέδριο που ανακήρυξε την ίδρυση του «σοσιαλδημοκρατικού κόμματος των Ρώσων εργατών», αλλά ο Λένιν εξασφάλισε μια καχεκτική πλειοψηφία με την αποχώρηση του Μπουντ (Bund), μιας ομάδας που τελούσε σε δυσμένεια και την οποία αποτελούσαν Εβραίοι σοσιαλδημοκράτες.

Κατά συνέπεια, οι οπαδοί του Λένιν ήταν οι «μπολσεβίκοι», δηλαδή η πλειοψηφία, ενώ εκείνοι του Μαρτώφ έγιναν οι «μενσεβίκοι», δηλαδή η μειοψηφία. Ο Λένιν όχι μόνο δεν εμπόδισε το επίσημο ρήγμα μεταξύ των δύο αντίπαλων ομάδων, αλλά το δέχθηκε με ευχαρίστηση και το ενθάρρυνε. Μπορούμε, μάλιστα, να ισχυρισθούμε ότι το ρήγμα οφειλόταν εξολοκλήρου στον Λένιν, ο οποίος είχε ανάγκη από ένα μικρό μονολιθικό και πειθαρχημένο κόμμα και όχι από έναν ευρύ σχηματισμό που θα συμπεριελάμβανε τους διαφωνούντες. Στο εξής οι δύο μερίδες, μολονότι ισχυρίζονταν ότι ακολουθούσαν το ίδιο πολιτικό πρόγραμμα, απαγόρευσαν ακόμη και τις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Επίσημα το ρήγμα εμφανίσθηκε το 1912, συγχρόνως με τη Διάσκεψη του μπολσεβικικού κόμματος στην Πράγα που ήταν απότοκος της εμπειρίας της ήττας της Επανάστασης του 1905 και μίας ολόκληρης σειράς διαφωνιών μεταξύ των δύο πολιτικών ρευμάτων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή οι μενσεβίκοι, που πλειοψηφούσαν στον αγροτικό Νότο και τη Γεωργία, ήταν πολύ πιο διαλλακτικοί έναντι των μπολσεβίκων, που πλειοψηφούσαν στον βιομηχανικό Βορρά και την κεντρική Ρωσία, και οι επιθέσεις τους εναντίον των εσωκομματικών αντιπάλων τους είχαν τη μορφή αφορισμού. Μέχρι την έκρηξη του πολέμου ο Λένιν κατηγορούσε τους σοσιαλιστές, οι οποίοι υιοθέτησαν ευνοϊκές απόψεις για τον πόλεμο, ως σοσιαλσωβινιστές που πρόδωσαν τη διεθνή εργατική τάξη. Ο ίδιος θεώρησε την έκρηξη του πολέμου ως την αρχή της επανάστασης και δεν δίστασε να συνεργασθεί με την αυτοκρατορική ιαπωνική κυβέρνηση, με τη διαμεσολάβηση του συνταγματάρχη Μοτοσίρο Ακάσι και του πλούσιου Φινλανδού αντιτσαρικού Κόννι Ζιλιάκους, προκειμένου να εξασφαλίσει χρήματα για να εκδώσει τη νέα του εφημερίδα «Βπέριοντ» (μετέπειτα «Προλετάριος»), την οποία θα χρησιμοποιούσε για να πολεμήσει την εχθρική πλέον σε αυτόν «Ισκρα». Ενώ το προλεταριάτο αγωνιζόταν να σώσει τη Ρωσία από την καταστροφή, ο Λένιν είχε επιδοθεί σε πόλεμο εναντίον του Μαρτώφ και του Πλεχάνωφ και περιοριζόταν στη συγγραφή άρθρων.

Υπό αυτές τις περιστάσεις θεώρησε ότι είχε φθάσει ο ενδεδειγμένος χρόνος για την ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς, την οποία θα συγκροτούσαν μόνο σοσιαλιστικά κόμματα αληθινά επαναστατικά, «αποτελούμενα από επαγγελματίες επαναστάτες» που θα αγωνίζονταν για τη συναδέλφωση των εργατών των εμπόλεμων χωρών. Ο Λένιν επέμενε στην αναγκαιότητα να μετατραπεί ο πόλεμος μεταξύ των κρατών σε εμφύλιο πόλεμο και προέτρεπε τους απανταχού εργάτες «να στρέψουν τα όπλα εναντίον των κυβερνήσεών τους και να καταστρέψουν το σύστημα το οποίο τούς μετέτρεψε σε κρέας για πούλημα». Αρχικά οι απόψεις του δεν έγιναν δεκτές ούτε στη Ρωσία, αλλά ούτε και στις άλλες εμπλεκόμενες χώρες. Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες εγκατέλειψαν προσωρινά τις διεθνιστικές τους ιδέες και ψήφισαν σύσσωμοι τις πολεμικές πιστώσεις της κυβέρνησής τους «εν ονόματι του γερμανικού πολιτισμού». Το ίδιο ακριβώς έπραξαν και οι Γάλλοι σοσιαλιστές εναντίον «της γερμανικής βαρβαρότητος». Ετσι, αν και στην αρχή συνελήφθη από τις αυστριακές Αρχές ως Ρώσος υπήκοος, ο Λένιν πέτυχε τελικά να εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια και εγκαταστάθηκε στην Ελβετία με τη συντροφιά μερικών μπολσεβίκων και μενσεβίκων που ήταν αντίθετοι με τον πόλεμο. Στο Τσίμμερβαλντ και το Κίενθαλ οι ειρηνιστές σοσιαλιστές οργάνωσαν δύο διασκέψεις στις οποίες το σύνθημα του Λένιν («να μετατρέψουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο») συναγωνίσθηκε επιτυχώς εκείνο των μετριοπαθών σοσιαλιστών («μια άμεση ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις και δικαίωμα των λαών στον αυτοπροσδιορισμό»). Οι συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών ήταν βίαιες και οι επιθέσεις του Λένιν είχαν τέτοια οξύτητα, ώστε σε κάποια στιγμή ο Ρουμάνος αντιπρόσωπος Ρακόβσκυ όρμησε εναντίον του να τον γρονθοκοπήσει! Μόλις την τελευταία στιγμή, με την επέμβαση τρίτων, αποφεύχθηκε το «συντροφικό γρονθοκόπημα» του Λένιν.

 

Τελικά, οι απόψεις του καταψηφίσθηκαν στο Τσίμμερβαλντ και υιοθετήθηκε η συμβιβαστική άποψη που επιθυμούσε την ειρήνη χωρίς επανορθώσεις και προσαρτήσεις. Ο Λένιν έμεινε συνεπής στην άποψή του, πεπεισμένος ότι τελικά θα εύρισκε κατανόηση. Το 1917 δημοσίευσε το έργο «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», στο οποίο προσπάθησε να εκφράσει τις αληθινές, κατ’ αυτόν, αιτίες του πολέμου, καθώς και τους λόγους για τους οποίους οι σοσιαλιστές είχαν εγκαταλείψει τον διεθνισμό τους προς χάρη του πατριωτισμού. Παράλληλα, εξηγούσε γιατί μόνο η επανάσταση θα έφερνε μια ειρήνη δίκαιη και δημοκρατική. Το επεξηγηματικό διάγραμμα του Λένιν δεν ήταν πολύπλοκο. Ο πόλεμος άρχισε εξαιτίας του επεκτατικού χαρακτήρα του καπιταλισμού, ενώ τα σοσιαλιστικά κόμματα υιοθέτησαν τις θέσεις των εθνικών κυβερνήσεων διότι εκπροσωπούσαν την «αριστοκρατία των εργατών», μια κατηγορία καλύτερα αμειβόμενων εργαζομένων, η οποία καρπωνόταν ένα μέρος από τα οφέλη που προέρχονταν από την επέκταση και την εκμετάλλευση των αποικιών και των προτεκτοράτων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον «αιρετικό» Γιουγκοσλάβο κομμουνιστή Μίλοβαν Τζίλας, η θεωρία του Λένιν για τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό δεν ήταν πρωτότυπη, αλλά είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά από τον Αγγλο μεταρρυθμιστή Τ.Α. Χόμπσον. Από αυτόν άντλησε ο Λένιν τις θεωρίες του. Σύμφωνα με τους «αγιογράφους» του, προκειμένου να γράψει αυτό το έργο συμβουλεύθηκε 148 βιβλία και 232 άρθρα. Το χλωμό φως το οποίο έριχνε το έργο του Λένιν στους σοσιαλιστές αποτέλεσε, όχι πολύ καιρό αργότερα, το κύριο θεωρητικό επιχείρημα για την εξόντωση των αντιπάλων των μπολσεβίκων, ενώ η κατανόηση του κόσμου μέσα από ανταγωνιστικούς όρους καθορισμένους από τον ίδιον τον Λένιν ενέπνευσε το πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής του κομμουνιστικού στρατοπέδου.

ΟΛΗ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΑ ΣΟΒΙΕΤ

Η Ρωσία είχε εισέλθει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως και στον Ρωσοϊαπωνικό του 1905, εντελώς απαράσκευη. Η μόνη της υπεροχή έναντι της Γερμανίας ήταν σε ανθρώπινο δυναμικό. Το 1917 ο Λένιν πίστευε ότι ο πόλεμος δεν θα έληγε ποτέ, αλλά τον Μάρτιο έγινε η έκπληξη, όταν ο τσάρος εκθρονίσθηκε. Η επανάσταση δεν βρήκε σοβαρή αντίσταση και επικράτησε γρήγορα στην Αγία Πετρούπολη, ενώ στην ύπαιθρο πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά με τον τηλέγραφο, χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση. Οι εργάτες και οι αγρότες ανέτρεψαν μόνοι τους και χωρίς προγράμματα την καταρρέουσα μοναρχία των Ρομανώφ. Ο Λένιν και οι ανθυπολοχαγοί του έσπευσαν να έλθουν στην Αγία Πετρούπολη για να εκτιμήσουν τη νέα τάξη πραγμάτων. Δέχθηκαν αφειδώς τη γερμανική οικονομική βοήθεια, επειδή και τα δύο μέρη ενδιέφερε πρώτιστα η καταστροφή του τσαρικού ιμπεριαλισμού. Οι Γερμανοί, μάλιστα, λόγω της δυσχερούς θέσης στην οποία είχαν περιέλθει, θα ανακουφίζονταν πάρα πολύ από την άμεση διακοπή των εχθροπραξιών στο Ανατολικό Μέτωπο. Έτσι, δεν εξέτασαν προσεκτικά όλες τις παραμέτρους της ενέργειάς τους, αφού ο εγκέφαλος του γερμανικού μιλιταρισμού, Λούντεντορφ, ο οποίος ευνόησε την οικονομική ενίσχυση προς τον Λένιν και βοήθησε τη μετάβασή του στη Ρωσία μέσω Γερμανίας, δήλωνε μερικά χρόνια αργότερα, το 1937, ότι τότε δεν διέκρινε καμία πολιτική διαφορά ανάμεσα στον Κάιζερ και τον Λένιν! Τελικά ποιος έπεσε στην παγίδα ποίου; Ο Λένιν δέχθηκε τη γερμανική βοήθεια αρκεί να «τηρούντο τα προσχήματα». Έτσι, ταξίδεψε κρυφά στη Ρωσία μέσα σε ένα σφραγισμένο βαγόνι τραίνου και μεταφέροντας τεράστια οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, το μυστικό διέρρευσε και πρώτοι οι μη μπολσεβίκοι Ρώσοι εξόριστοι χαρακτήρισαν τον Λένιν «κατάσκοπο των Γερμανών», ενώ η εφημερίδα του δημοκρατικού κόμματος, των «Καντέ», αναφερόμενη στον μπολσεβίκο ηγέτη δήλωνε σε ένα πρωτοσέλιδό της εκείνων των ημερών ότι «ο δρόμος για την κατάκτηση της καρδιάς του λαού δεν περνάει σε καμία περίπτωση από τη Γερμανία». Μόλις γνωστοποιήθηκε η άφιξή του στη Ρωσία, το σύνθημα «Κάτω ο Λένιν! Να γυρίσει στη Γερμανία» διαδόθηκε ευρύτατα ακόμη και στα εργοστάσια και τους στρατώνες. Ακόμη και η ναυτική φρουρά που τον είχε ζητωκραυγάσει στον σταθμό της Φινλανδίας με ανακοίνωσή της εξέφρασε τη λύπη της για τα «ζήτω» της και του ζητούσε να επιστρέψει στη Γερμανία. Όμως ο κύβος είχε πια ριφθεί. Σε όλη τη διαδρομή ο Λένιν είχε την εντύπωση ότι η προσπάθειά του θα αποτύγχανε και ότι όλοι θα κατέληγαν στη φυλακή. Μόνο όταν έφθασε στην Αγία Πετρούπολη και αντίκρισε την πλήρη διάλυση του κρατικού μηχανισμού και την ανικανότητα του πρωθυπουργού Κερένσκυ άρχισε πάλι να ελπίζει.

Τον Απρίλιο είχε σχηματισθεί μια προσωρινή κυβέρνηση από κόμματα ποικίλων πολιτικών αποχρώσεων, στην οποία όμως τα σοβιέτ δεν είχαν συμμετοχή. Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, ήταν όχι μόνο μεταβατική, αλλά και πλήρως αποτυχημένη. Ενώ ο Κερένσκυ δεν κατάφερε να θέσει τη χώρα υπό τον έλεγχό του, ο Λένιν δεν έπαυε να ηλεκτρίζει τα πλήθη απαιτώντας «όλη την εξουσία στα σοβιέτ», μολονότι οι μπολσεβίκοι δεν ήταν παρά μόνο μια ασήμαντη μειοψηφία σε αυτά τα σοβιέτ. Όμως, ο ηγέτης των μπολσεβίκων επινόησε γρήγορα μια θεωρητική λύση για την υπέρβαση αυτής της κατάστασης: οι κατώτερες τάξεις, οι οποίες κατά τη γνώμη του παρασύρονταν εύκολα από τους καιροσκόπους, θα έπρεπε να πεισθούν μέσω της προπαγάνδας να τον ακολουθήσουν. Έτσι το φθινόπωρο, όταν ο Κερένσκυ έχασε ένα μεγάλο μέρος από τη λαϊκή αποδοχή, η δημαγωγία των μπολσεβίκων έγινε πολύ δελεαστική για έναν πληθυσμό που βασανιζόταν από τον πόλεμο: ειρήνη, αγροτική μεταρρύθμιση και ψωμί θα εξασφαλίζονταν αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση. Με αυτόν τον τρόπο ο Λένιν κέρδισε από τους εργάτες, τους αγρότες και τους στρατιώτες την πλειοψηφία στα σοβιέτ των κυριότερων πόλεων της Ρωσίας. Αυτή η νίκη τον ενθάρρυνε να σκεφθεί σοβαρά την κατάκτηση της εξουσίας. Το προλεταριάτο είχε κάθε δικαίωμα να επιβάλει τη δικτατορία του σε ένα κράτος διαφορετικό, χωρίς καταναγκασμούς, χωρίς κοινωνικές τάξεις, χωρίς διοικητικό μηχανισμό, σε ένα κομμουνιστικό κράτος. Ο Λένιν είχε διατυπώσει και καθορίσει αυτήν την άποψη σε μια μπροσούρα που έγραψε ενόσω ακόμη κρυβόταν, με τίτλο «Κράτος και Επανάσταση», και η οποία τού χρησίμευσε ως δογματική στήριξη στα επόμενα βήματά του προς την εξουσία. Προς το παρόν, όμως, οι επικρίσεις και οι αποδοκιμασίες του για την κυβέρνηση τον ανάγκασαν να καταφύγει στη Φινλανδία, όπου συνέχισε να κάνει σχέδια για την ανατροπή της «δικτατορίας των αστών».

Στις 20 Οκτωβρίου 1917, μεταμφιεσμένος και αντιμετωπίζοντας τεράστιους κινδύνους, επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, όπου τρεις ημέρες αργότερα συνεκάλεσε μια μυστική συνάντηση της Κεντρικής Επιτροπής του μπολσεβικικού κόμματος, ικετεύοντας σχεδόν τα μέλη του να οργανώσουν την ένοπλη κατάληψη της εξουσίας. Πιο ενθουσιώδης από όλους αποδείχθηκε ο Τρότσκι, και τη νύκτα της 7ης προς 8η Νοεμβρίου 1917 ο Λένιν μετατράπηκε από φυγάς σε πρόεδρο του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων. Αυτό που η Ιστορία ονόμασε Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση δεν ήταν στην πράξη παρά ένα καλοστημένο πραξικόπημα. Ο Λένιν, αντικαθιστώντας τον ανίκανο Κερένσκυ, ο οποίος κατέφυγε με τη σειρά του στη Φινλανδία, υπέγραψε πρώτα από όλα άμεση ειρήνη και αγροτική μεταρρύθμιση. Τελικά, το νεανικό του όνειρο πραγματοποιήθηκε. Το κόμμα για το οποίο ξόδεψε τα νιάτα του νίκησε, αλλά ο ίδιος δεν εξαχρειώθηκε από την εξουσία, ούτε τη φοβήθηκε. Σε μια περίοδο κατά την οποίαν έπρεπε αφ’ ενός μεν να επιλύσει εσωτερικές διαμάχες του κόμματος και αφ’ ετέρου να βγάλει τη Ρωσία από τον πόλεμο, επέμεινε στην πραγματοποίηση των δύο στόχων του οι οποίοι ήταν καθοριστικοί για την εδραίωση του νέου καθεστώτος. Ο Λένιν θυσίασε στις ιδεολογικές επιταγές και τους πολιτικούς του υπολογισμούς μια Ρωσία κατεστραμμένη από τον πόλεμο, αποδεχόμενος χωρίς ιδιαίτερες επιφυλάξεις τους όρους της συνθήκης ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Αυτή η πράξη προκάλεσε έντονες διαφωνίες και συνέβαλε στην έναρξη ενός εμφυλίου πολέμου, τον οποίον ο Λένιν κέρδισε συνδυάζοντας τη σκληρότητα με εμπνευσμένα στρατηγήματα. Για παράδειγμα, εξασφάλισε τη συμπάθεια ή την ευνοϊκή ουδετερότητα των μη ρωσικών πληθυσμών, αναγνωρίζοντάς τους το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού τους έως τον διαχωρισμό, ενέργεια που για τους αντιπάλους του ήταν απαράδεκτη. Όταν τα αποτελέσματα των βίαιων και χωρίς αποζημίωση επιτάξεων κινδύνευσαν να μετατραπούν σε μια εξέγερση των χωρικών, ο Λένιν έκανε ένα βήμα πίσω, θεσπίζοντας τη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ), η οποία δεν αποτελούσε παρά μόνο μια προσωρινή παραχώρηση στον καπιταλισμό. Έως αυτό το σημείο ο Λένιν κατάφερε να ακολουθήσει τις θεωρητικές διαδρομές του σχεδίου του, αλλά το σοβιετικό σύστημα ήταν από την αρχή ελαττωματικό και τελικά μετατράπηκε σε μια ιακωβινική δικτατορία τα πρώτα θύματα της οποίας προέρχονταν από το εσωτερικό του επαναστατικού κόμματος.

Ο Λένιν έλαβε δραστικά μέτρα καταστολής και καταπίεσης των διαφωνούντων προσυπογράφοντας ο ίδιος θεαματικές δίκες και μαζικές καταδίκες σε θάνατο, στοιχεία τα οποία με την πάροδο του χρόνου θα καθίσταντο αντιπροσωπευτικά της «δικτατορίας του προλεταριάτου» και σταδιακά θα εφαρμόζονταν περισσότερο (ήδη από την εποχή κατά την οποία ζούσε ο Λένιν) στα κορυφαία κλιμάκια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Οι ιδέες που διακήρυξε μέσα από το έργο του «Κράτος και Επανάσταση» αποδείχθηκαν ουτοπία και η σχέση ανάμεσα στον σοσιαλισμό που διακήρυξε και σε αυτόν που εφαρμόσθηκε ήδη από τις ημέρες του είναι τόση όσο εκείνη μεταξύ της «Επί του όρους ομιλίας» του Ιησού Χριστού και του κράτους του Βατικανού. Ο Λένιν κατάφερε να κατακτήσει την εξουσία, αλλά νικήθηκε από την Ιστορία. Από τον μαρξισμό τηρήθηκαν μόνο οι τύποι, ενώ το κράτος που εγκατέστησε επέβαλε την εξουσία του με την ωμή βία της Τσεκά και με εκτελέσεις που ενέκρινε ο ίδιος, χωρίς δίκες. Ο Τύπος φιμώθηκε και οι συνταγματικές ελευθερίες καταργήθηκαν. Έτσι, το σοβιετικό κράτος ποτέ δεν αντιπροσώπευσε την πλειοψηφία του λαού. Για τον ίδιον τον Λένιν ο λαός ήταν ό,τι το μέταλλο για τον σιδηρουργό. Χρησιμοποίησε την εργατική τάξη για να εκτελέσει το πείραμά του, αδιαφορώντας για το αν θα αποτύγχανε και με τι κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Εξάλλου, σε περίπτωση αποτυχίας, τι είχε να χάσει;

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ «ΛΕΝΙΝ»

Η προέλευση του ονόματος «Λένιν» εξετάσθηκε από πολλούς ιστορικούς, καθένας από τους οποίους έδωσε τη δική του ερμηνεία. Ωστόσο, οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν να εξακριβώσουν με βεβαιότητα την προέλευση του ονόματος το οποίο προσέλαβε και κατέστησε παγκοσμίως γνωστό ο Βλαδίμηρος Ιλιτς Ουλιάνωφ. Στον πρώην ανατολικό συνασπισμό επικρατούσε η άποψη πως ο Βλαδίμηρος Ιλιτς επέλεξε το ψευδώνυμό του από τον σιβηρικό ποταμό Λένα, κοντά στον οποίον κάποτε ήταν εξόριστος. Ωστόσο, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και τις διαδοχικές αποκαλύψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας στον μη λογοκρινόμενο πλέον ρωσικό Τύπο, δημοσιεύθηκε και μια συνέντευξη του Λεονίντ Λενίντοβιτς Κολοζώφ, απογόνου της οικογένειας ευγενών Λένιν, της οποίας τα ίχνη χάθηκαν σχεδόν αμέσως μετά την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 που έφερε στην εξουσία τους μπολσεβίκους.

Η διήγηση του Κολοζώφ, μολονότι αφαιρεί κάθε ηρωικό και ρομαντικό στοιχείο σχετικά με την πρόσληψη από τον Λένιν του ψευδωνύμου του, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με αυτήν, ο Νικολάι Γιεγκόροβιτς Λένιν, αδελφός του προπάππου του Λεονίντ Λ. Κολοζώφ, πέθανε το 1900. Λίγο πριν από τον θάνατό του η κόρη του, Ολγα Νικολάγιεβνα, η οποία σχετιζόταν με τη Ναντέζντα Κρούπσκαγια, έδωσε την ταυτότητα του ετοιμοθάνατου στον Βλαδίμηρο Ουλιάνωφ, ο οποίος αγωνιζόταν να βρει κάποια πλαστά έγγραφα που θα του επέτρεπαν να διαφύγει στο εξωτερικό με άλλο όνομα, λόγω της παράνομης δραστηριότητάς του.

Ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ άλλαξε την ημερομηνία γέννησης και από τότε άρχισε να κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο Βλαδίμηρος Λένιν. Ο Νικολάι Γιεγκόροβιτς τάφηκε χωρίς να παραδοθεί στις αστυνομικές Αρχές η ταυτότητά του. Καθώς ήταν γνωστός και αγαπητός, οι Αρχές δεν δυσκολεύθηκαν να πιστέψουν ότι είχε απολέσει το δελτίο ταυτότητάς του. Αλλά η οικογένειά του δεν μπορούσε να φαντασθεί την ταλαιπωρία που θα υφίστατο εξαιτίας αυτής της αλλαγής, και, κυρίως, ότι το όνομα του συγγενούς τους θα περνούσε στην Ιστορία ταυτισμένο με τον πρωταγωνιστή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Πολλοί γνώστες της πλαστογράφησης του εγγράφου βρίσκονταν ακόμη στη ζωή μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και μπορούσαν να μαρτυρήσουν ότι, μεταξύ άλλων, και μια οικογένεια ευγενών στήριξε τον Λένιν. Σε μια περίοδο κατά την οποία κυκλοφορούσαν πολλά σχόλια γύρω από το όνομά του αμαυρώνοντας τη φήμη του ως γνήσιου επαναστάτη και πατριώτη, τα στόματα που θα επιβεβαίωναν τη στενή του σχέση με την τσαρική αριστοκρατία έπρεπε να κλείσουν με κάθε τρόπο. Έτσι, κατά την περίοδο 1918-1919 άρχισαν να εξαφανίζονται όσοι έφεραν το όνομα Λένιν, καθώς και οι συγγενείς τους. Ο παππούς του Κολοζώφ εκτελέσθηκε τον Οκτώβριο του 1918 στο Ούστ Σισλόσκ, και τα ξαδέλφια του, τα παιδιά δηλαδή του Νικολάι Γιεγκόροβιτς, εκτελέσθηκαν την ίδια περίοδο. Τελικά δεν επιβίωσε κανείς με αυτό το όνομα, εκτός από τον Βλαδίμηρο Ουλιάνωφ ο οποίος ποτέ δεν εξήγησε δημόσια πώς προσέλαβε το ψευδώνυμό του.

Ο Λ.Λ. Κολοζώφ, ο οποίος αποκάλυψε την προέλευση του ψευδωνύμου του Λένιν στην Ενωση Δημοσιογράφων της Μόσχας, επιθυμούσε πάρα πολύ να συνεχίσει τη στρατιωτική παράδοση της οικογένειάς του και να γίνει αξιωματικός. Ωστόσο, δεν το κατόρθωσε, καθώς ήταν ανεπιθύμητος από το κομμουνιστικό καθεστώς, παρότι η οικογένειά του είχε αναγκασθεί να αλλάξει το όνομά της όταν ο ίδιος ήταν μαθητής της δεύτερης τάξης του Δημοτικού. Έτσι, σπούδασε Ιατρική και μετά την αποφοίτησή του εργάσθηκε σε ένα κέντρο πρώτων βοηθειών. Το 1967 κατόρθωσε επιτέλους να γίνει στρατιωτικός ιατρός και ειδικεύθηκε στην Τοξικολογία, ειδικότητα στην οποία εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τις ρίζες του γενεαλογικού του δένδρου, με σκοπό να προσχωρήσει στην Ένωση Απογόνων των Ρώσων Ευγενών, η οποία προτείνει την αναβίωση των ευγενών παραδόσεων των μεγάλων ρωσικών οικογενειών. Ο ίδιος βιώνει ως αποστέρηση την απώλεια του οικογενειακού ονόματος Λένιν.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1) Richard Pipes (επιμ.), THE UNKNOWN LENIN : FROM THE SECRET ARCHIVE, (ANNALS OF COMMUNISM), 1999.
2) Robert Service: LENIN: A BIOGRAPHY, London 2002.
3) Robert C. Tucker (επιμ.): THE LENIN ANTHOLOGY, 1980.
4) Dmitri Volkogonov: LENIN: A NEW BIOGRAPHY, 1994.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s