«Αλθαμιέντο», η εξέγερση των αξιωματικών: η έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία (1936)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσοπάνης

 

 

Το φυτίλι της εξέγερσης το άναψε τελικά η δολοφονία του αρχηγού του Μοναρχικού Κόμματος, δον Κάλβο Σοτέλο, ο οποίος ήταν μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ισπανικού πολιτικού κόσμου της εποχής εκείνης. Μολονότι η δολοφονία του αποτελούσε τον τελευταίο κρίκο σε μια αλυσίδα εγκλημάτων, ωστόσο υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι διότι φάνηκε πια ξεκάθαρα ότι το ίδιο το αριστερό κράτος ήταν εκείνο που δολοφονούσε. Συγκεκριμένα τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Κάποιος υπολοχαγός της πολιτοφυλακής (Guardia de Asalltos), ο υπολοχαγός Καστίλλιο, είχε σκοτώσει τον εξάδελφο του ιδρυτή της Φάλαγγας, μαρκήσιο ντ’ Ερέδια. Τότε, οι Φαλαγγίτες εκδικούμενοι σκότωσαν τον δολοφόνο και με τη σειρά τους οι συνάδελφοι του τελευταίου αποφάσισαν να δολοφονήσουν τους κοινοβουλευτικούς ηγέτες της αντιπολίτευσης. Ο Χίλ Ρόβλες, αρχηγός του Καθολικού Κόμματος κι ένας από τους δύο στόχους των δολοφόνων είχε την τύχη να λείπει στο Μπίαρριτζ τη νύχτα της 13ης Ιουλίου, όταν οι επίδοξοι δολοφόνοι του απεφάσισαν να τον εκτελέσουν. Έτσι γλίτωσε τον θάνατο. Δεν είχε όμως την ίδια τύχη ο δον Κάλβο Σοτέλο, ο οποίος συνελήφθη στις 4 τα ξημερώματα στο σπίτι του από ένστολους Πολιτοφύλακες που του δήλωσαν ότι θα τον οδηγούσαν στη Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας προκειμένου να τον ανακρίνουν. Αφού οδηγήθηκε μέσα στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και μεταφέρθηκε μακριά από το σπίτι του, δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον τράχηλο. Ο τρόπος αυτός δολοφονίας ήταν συμβολικός αφού αυτή τη μέθοδο εκτελέσεως χρησιμοποιούσαν οι Μπολσεβίκοι εναντίον των θυμάτων τους. Κατόπιν οι δολοφόνοι εγκατέλειψαν το άψυχο σώμα του θύματός τους μπροστά στην πόρτα του νεκροταφείου του Οέστε λέγοντας στον φύλακα πως το βρήκαν στον δρόμο. Ο υπάλληλός συνηθισμένος από τέτοια περιστατικά που έβλεπε καθημερινώς πλέον, δεν ρώτησε τίποτε περισσότερο τους ενστόλους Πολιτοφύλακες. Εξάλλου αυτοί ήταν ο νόμος κι αυτοί έκαναν ότι ήθελαν.

Ντολόρες Ιμπαρούρι «Πασιονάρια».

Ενώ δώδεκα χρόνια πριν, στη γειτονική Ιταλία η δολοφονία Ματτεόττι συγκλόνισε συθέμελα το Φασιστικό καθεστώς και παραλίγο θα στοίχιζε την εξουσία στον Μουσσολίνι, στην αριστεροκρατούμενη Ισπανία κανένα κυβερνητικό στέλεχος δεν ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί ή έστω να ζητήσει συγνώμη για τη δολοφονία του σαραντατριάχρονου κοινοβουλευτικού ηγέτη που ενσάρκωνε στο πρόσωπο του ολόκληρη την αντιπολίτευση. Ενώ η οικογένεια του θρηνούσε τον νεκρό της και οι Αρχές αδρανούσαν πλήρως δείχνοντας ολοφάνερα ότι είχαν εντολή να συγκαλύψουν το έγκλημα, περισσότερο λάδι στην φωτιά για την δολοφονία του συντηρητικού ηγέτη έριξε η δήλωση της Πασιονάριας ή Ντολόρες Ιμπαρούρι, κορυφαίου στελέχους του ΚΚΙ, η οποία το πρωί της επομένης, μόλις μαθεύτηκε η είδηση για τον φόνο του Σοτέλο στο Κοινοβούλιο έσπευσε να σχολιάσει: «ένας φασίστας λιγώτερος!» Τα λόγια της αυτά ήχησαν ως απόηχος ενός προσχεδιασμένου εγκλήματος αφού, δυο ημέρες πριν, όταν ο Κάλβο Σοτέλο κατήγγειλε την αριστερή τρομοκρατία που είχε επιβληθεί στη χώρα με την ανοχή ή ίσως και την αδυναμία αντίδρασης της κυβέρνησης, η Πασιονάρια σχολίασε και τότε, σχεδόν προφητικά: «Αυτός ο άνθρωπος μιλάει για τελευταία φορά». Η ίδια φράση είχε ειπωθεί και το 1924 στην ιταλική Βουλή εναντίον του Τζιάκομο Ματτεόττι. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις οι σκοτεινή «προφητεία» της Πασιονάριας είχε βρει την τραγική της επαλήθευση. Και μιας κι έγινε λόγος για ένα προσχεδιασμένο έγκλημα εναντίον του Κάλβο Σοτέλο, αξίζει να αναφερθεί ότι την προηγούμενη της εκτελέσεως του ο ηγέτης αυτός της Ισπανικής Δεξιάς είχε επιτεθεί λεκτικά στις Κοόρτες με δριμύτητα στον πρωθυπουργό τονίζοντας τη βία και τις αυθαιρεσίες της κυβέρνησης του «Λαϊκού Μετώπου», κάτι που ενόχλησε πολύ τον Καθάρες Κουϊρόγκα ο οποίος απάντησε με οργή απειλώντας ευθέως τον αντίπαλο του. Σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά των Κοόρτες ο δον Χοσέ Κάλβο Σοτέλο απήντησε: «Κύριε Καθάρες Κουϊρόγκα, έχω αρκετά φαρδείς ώμους. Βλέπω πως είστε γρήγορος στις προκλήσεις και δεν κάνετε οικονομία στις απειλές. Μου κάνατε μία προειδοποίηση, κρατώ σημείωση μα δεν της δίνω σημασία, ξέρω τους κινδύνους που διατρέχω. Κάποτε ο άγιος Δομίνικος του Σίλος είχε πει σε έναν βασιλιά της Καστίλλης: «Μπορείτε να μου πάρετε τη ζωή, μα τίποτε παραπάνω!» Δεν θα παραλείψω λοιπόν να κάνω εκείνο που θεωρώ καθήκον μου. Όσο για εσάς, αναλογισθείτε τις ευθύνες σας. Η τύχη της Ισπανίας βρίσκεται στα χέρια σας, Ο Θεός να δώσει να μην είναι τραγική!»

Ο πρωθυπουργός δεν ανταπήντησε τίποτε αλλά, όπως κατέθεσε αργότερα ο Χοσέ Μουνιόθ Βιθκάϊνο, ένας αξιωματικός των Καραμπινιέρων που βρισκόταν στις Κοόρτες, ο υπασπιστής του πρωθυπουργού, ταγματάρχης Λουίς Μπαρθέλο, είπε στους συναδέλφους του πως: «το αφεντικό του είχε αποφασίσει να καθαρίσει τον Κάλβο Σοτέλο!» Σύμπτωση;… Το γεγονός πάντως είναι πως οι δύο Πολιτοφύλακες που είχε στείλει η Κυβέρνηση ως ασφάλεια στον Κάλβο Σοτέλο, πιο πολύ για να τον παρακολουθούν κι όχι για να τον προστατεύουν, το βράδυ της εκτέλεσης του δεν εμφανίσθηκαν καθόλου… Τελικά, παρότι η απαγωγή του ηγέτη της κοινοβουλευτικής Δεξιάς έγινε σχεδόν επίσημα από ένστολους άνδρες των Ταγμάτων Εφόδου-Πολιτοφυλακής, που είχαν ως επικεφαλείς δύο αξιωματικούς εφοδιασμένους με κανονικά έγγραφα και διέθεταν υπηρεσιακό αυτοκίνητο, κανείς δεν κατηγορήθηκε κι ούτε καταδικάσθηκε για την εν ψυχρώ εκτέλεση ενώ ο φάκελος της ανακρίσεως κατεστράφη στις 25 Ιουλίου για να μην πέσει στα χέρια των εξεγερμένων αξιωματικών και φανεί πλέον καθαρά πως ο ίδιος ο εν ενεργεία πρωθυπουργός, Καθάρες Κουϊρόγκα, είχε δώσει εντολή να «τιμωρηθεί» ο πολιτικός του αντίπαλος. Ο ίδιος ήταν που λίγες ημέρες μετά διέταξε την αστυνομία να ανοίξει πυρ εναντίον του πλήθους που ακολουθούσε την κηδεία του Κάλβο Σοτέλο προσθέτοντας έτσι κι άλλα πτώματα στην πρωθυπουργία του. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τη δολοφονία του αντιπάλου του έκλεισε τα γραφεία των Μοναρχικών καθώς και εκείνα των Αναρχικών, παρότι και οι δύο πλευρές δεν είχαν καμμία σχέση με το έγκλημα. Ο Καθάρες Κουϊρόγκα όμως ήξερε πολύ καλά τι έκανε αφού ακολουθούσε πιστά το «Σχέδιο Δράσεως» που είχε καταστρωθεί στο Εξωτερικό από ιθύνοντες Διεθνιστές και απέβλεπε στην υφαρπαγή της εξουσίας από τους Κομμουνιστές στην Ισπανία. Ο ψυχρά προμελετημένος φόνος του Κάλβο Σοτέλο, που σε αντίθεση με εκείνον του Τζιάκομο Ματτεόττι «θάφτηκε» από την αριστεροκρατούμενη ιστοριογραφία, αποτελούσε απτή απόδειξη πως το μαρξιστικό πραξικόπημα που από καιρό ετοιμαζόταν στην Ισπανία, πλησίαζε.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο.

Στην πραγματικότητα οι κάθε είδους και απόχρωσης Κομμουνιστές της Ισπανίας είχαν αποφασίσει να καταλάβουν την εξουσία με κάθε κόστος και να μην την μοιρασθούν ούτε με τους «συνοδοιπόρους» τους Αναρχικούς, ούτε με κανέναν άλλον. Οι μοχλοί της διοίκησης και οι θέσεις- κλειδιά της κυβέρνησης είχαν ήδη περάσει στα χέρια δικών τους ανθρώπων και εκείνο που έμενε πια ήταν να εφαρμοσθεί το «σχέδιο δράσεως» που είχε καταστρωθεί στις 11 Μαΐου και συμπληρωθεί στις 29 Ιουνίου του 1936 και το οποίο προέβλεπε την ίδρυση ενός «Κεντρικού Σοβιέτ», κατά τα ρωσικά πρότυπα, με πρόεδρο τον Λάργκο Καβαλλέρο, τον επιλεγόμενο «Λένιν της Ισπανίας», και με συνεργάτες του κάποιους τοπικούς κομμουνιστές ηγέτες, των οποίων τα ονόματα διέρρευσαν στον Τύπο μαζί με το «σχέδιο δράσεως». Αυτή η διαρροή όμως στη δημοσιότητα δεν φάνηκε να πτοεί την Αριστερά, που ήταν όπως φαίνεται απολύτως πεπεισμένη για την τελική νίκη της, και ακολούθησε η εξαπόλυση μίας Εγκυκλίου μεταξύ των μελών της, η οποία περιείχε «Γενικές οδηγίες για την πραγματοποίηση πραξικοπήματος». Με τον ίδιο τρόπο έγινε και η κυκλοφορία, σε περιορισμένο αριθμό, των «Πρακτικών» της συγκεντρώσεως των Μπολσεβίκων ηγετών η οποία είχε πραγματοποιηθεί στη Βαλένθια στις 16 Μαΐου του ίδιου έτους. Σε αυτά τα «Πρακτικά» περιγραφόταν επακριβώς ο τρόπος δράσης και κατάληψης της εξουσίας. Κι όσο τα γεγονότα έδειχναν πως οι Αριστεροί ετοιμάζονταν για μία επιχείρηση που δεν έπρεπε να καθυστερήσει, τόσο ο πανικός καταλάμβανε τους αντιπάλους τους, οι πιο εύποροι από τους οποίους ετοίμαζαν την φυγή τους στο εξωτερικό.

Εκείνο το πρώιμο καλοκαίρι στην Ισπανία κυκλοφορούσαν επίσης έντονες οι φήμες για συνωμοσίες της στρατιωτικής ηγεσίας προς αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης ή πιο απλά για μια επικείμενη στρατιωτική δικτατορία. Κι ήταν αλήθεια πως οι πολύ συντηρητικοί αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν συνηθίσει να βλέπουν την Ισπανία ως προπύργιο του Χριστιανισμού και θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως αγωνιστές μίας μαχητικής πίστης, ήδη με πολύ δυσκολία ανέχονταν όλη αυτή την κατάσταση κι ήταν έτοιμοι και πρόθυμοι να δράσουν ώστε να την ανατρέψουν. Στα μάτια τους μάλιστα αυτή η ανατροπή και η απομάκρυνση των Μπολσεβίκων από την χώρα φάνταζε ως ένας ακόμα ιερός και ηρωικός πόλεμος «ρεκονκουίστα», ανακατάληψης δηλαδή της πατρίδας που είχε καταληφθεί από ξένους. Έτσι, πολύ σύντομα άρχισαν να εξυφαίνονται διάφορα σχέδια ανατροπής της αριστερής κυβέρνησης του «Λαϊκού Μετώπου», εκ των οποίων εκείνο που τέθηκε σε εφαρμογή εκ μέρος των εξεγερμένων αξιωματικών ονομάσθηκε «Αλθαμιέντο», λέξη που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνει «εξέγερση». Επρόκειτο στην πραγματικότητα για μια εξέγερση πολύ καλά σχεδιασμένη από την αρχή της Άνοιξης του 1936, στην οποία βρίσκονται οι ρίζες του Ισπανικού Εμφυλίου πολέμου. Το «Αλθαμιέντο» είχε οριστεί αρχικά να ξεκινήσει στις 25 Ιουλίου του 1936, αλλά οι πολιτικές εξελίξεις ανάγκασαν τους αξιωματικούς να το επισπεύσουν μεταθέτοντάς το στις 18 του ιδίου μήνα, προκειμένου να εκμεταλλευθούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια από τη δολοφονία του ηγέτη της κοινοβουλευτικής Δεξιάς δον Χοσέ Κάλβο Σοτέλο. Κατά συνέπεια, αυτή η εντεταλμένη από τον αριστερό πρωθυπουργό, δολοφονία υπήρξε η αφορμή για το στρατιωτικό πραξικόπημα που αποτέλεσε την αρχή του πολέμου. Στην κατάστρωση των σχεδίων της εξέγερσης συμμετείχαν στρατιωτικοί διοικητές οργανωμένοι σε μυστικούς συλλόγους όπως ήταν η «Ισπανική Στρατιωτική Ένωση» (Union Militar Espanola -UME), καθώς και το «Συμβούλιο των Στρατηγών» (Junta de generales), στο οποίο συντονιστής ήταν ο στρατηγός Αιμίλιο Μόλα Βιδάλ, 49 ετών ήδη και διακεκριμένος στους πολέμους του Μαρρόκο, καθώς και πολιτικοί σχηματισμοί όπως οι Μοναρχικοί, οι παραδοσιακοί Καρλιστές και άλλοι παράγοντες της άκρας Δεξιάς. Ο καταγόμενος από τη Ναβάρρα στρατηγός Αιμίλιο Μόλα είχε «προηγούμενα» με την κυβέρνηση της Αριστεράς αφού τον είχαν αποστρατεύσει ήδη από το 1931 λόγω των υποτιθέμενων φιλομοναρχικών του πιστεύω. Κι όμως ο Μόλα, όπως θα δούμε παρακάτω, έδρασε κατά της Μοναρχίας στην διάρκεια του πολέμου. Η Αριστερά είχε κάνει και με τον Μόλα ένα τεράστιο λάθος και τον είχε θέσει απέναντι της. Η Κεντροδεξιά Κυβέρνηση του 1934 τον επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία αποκαθιστώντας την αδικία που είχε γίνει στο πρόσωπο του και στην συνέχεια ο Αθάνια, ο οποίος βλέποντας κοντόφθαλμα συνέχιζε λανθασμένα να θεωρεί τον Μόλα θιασώτη της Μοναρχίας, θέλόντας να τον υποβαθμίσει και να τον παραμερίσει, έκανε το μεγάλο λάθος να τον στείλει ως στρατιωτικό διοικητή στην γενέτειρα του Παμπλόνα, την πρωτεύουσα της Ναβάρρας. Αυτή ήταν στα αλήθεια η χειρότερη κίνηση που μπορούσε να κάνει εναντίον της ίδιας του της Κυβέρνησης αφού «εξόρισε» τον αντικυβερνητικό αξιωματικό σε μία καθαρά μοναρχική πόλη και περιοχή, δίνοντας του κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία να δράσει ελεύθερα και να οργανώσει τέλεια την εξέγερση στην καρλιστική Ναβάρρα.

Από την πλευρά του ο ίδιος ο Μόλα είχε καταλάβει πως ένα «προνουντσιαμέντο», δηλαδή ένα απλό κίνημα των αξιωματικών υπέρ της μίας και κατά της άλλης κυβέρνησης, ήταν πλέον κάτι εντελώς ξεπερασμένο αφού οι λαϊκές μάζες δεν υπάκουαν παθητικά όπως άλλοτε, αλλά είχαν βγει από την απάθεια τους κι αντιδρούσαν. Έτσι κινήθηκε προς την ταυτόχρονη ίδρυση μίας πολιτικής και μίας στρατιωτικής οργάνωσης που θα δρούσαν παράλληλα για να επιτύχουν τον κοινό στόχο τους. Κατά συνέπειαν, μετά το στρατιωτικό σχέδιο δράσεως που καταστρώθηκε στις 25 Μαΐου του 1936, ακολούθησε η κατάρτιση, στις 5 Ιουνίου, και του πολιτικού σχεδίου το οποίο προέβλεπε την αρχική εγκαθίδρυση ενός προσωρινού «Διευθυντηρίου» αποτελούμενου από πέντε μέλη. Αυτό θα αναλάμβανε την προσωρινή διοίκηση της χώρας και θα την οδηγούσε σε εκλογές με στόχο την απομάκρυνση των εξτρεμιστικών στοιχείων από την εξουσία και την παγίωση μίας Καθολικής Χριστιανικής Δημοκρατίας. Καθώς μάλιστα τα περισσότερα μέλη του «Διευθυντηρίου» ήταν Δημοκρατικοί, δεν γινόταν καθόλου λόγος για την επαναφορά της Μοναρχίας, η οποία μπορεί να υπήρχε μόνο στα όνειρα του γηραιού αποστράτου στρατηγού της Εθνοφυλακής Χοσέ Σανχούρχο.

Εξάλλου και ο ίδιος ο στρατηγός Φράνκο μέχρι τότε εκδηλώνετο μόνο υπέρ της Καθολικής πίστεως και ενδιαφέρετο να προασπίσει μόνο τα συμφέροντα της θρησκείας αδιαφορώντας πλήρως για τη μορφή του πολιτεύματος. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε μόνο ότι στη συνομωσία ανατροπής της αριστερής κυβερνήσεως πρωτοστατούσε και ο παλαιός γνωστός συνωμότης, ο στρατηγός Κέϊπο δε Λιάνο, που απογοητευμένος από την διάλυση του κράτους από την Αριστερά, είχε προσχωρήσει με ενθουσιασμό στο προετοιμαζόμενο κίνημα των στρατιωτικών. Παρά τις προσπάθειες εκ μέρους των οργανωτών για πλήρη ένταξη των στρατιωτικών στο εγχείρημα, ωστόσο υπήρχαν και αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί, όπως για παράδειγμα ο στρατηγός Σεμπαστιάν Περέθ, οι οποίοι δεν είχαν μυηθεί στο σχέδιο εξέγερσης και αιφνιδιάστηκαν όταν επαναστάτησαν κατώτεροί τους αξιωματικοί και τους αφαίρεσαν τη διοίκηση των μονάδων στις οποίες προϊσταντο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της χαλαρότητας και μη καλής οργάνωσης της συνωμοσίας αποτελεί και το ακόλουθο περιστατικό: Την Κυριακή 12 Ιουλίου 1936 τελείωσαν στο Μαρρόκο τα γυμνάσια της Λεγεώνας των Ξένων και των Ρεγουλάρες με μια παρέλάση ενώπιον των στρατηγών Ρομεράλες, διοικητή της Ανατολικής ζώνης του Μαρρόκο και Γκόμεθ Μοράτο, διοικητή της Αφρικανικής στρατιάς. Κανείς από τους δύο ανωτάτους αξιωματικούς δεν ήταν μυημένος στη συνωμοσία, όπως ούτε και ο πολιτικός εκπρόσωπος της Ισπανίας στο Μαρρόκο, Αλβάρεθ Μπουίλια. Παρών ήταν και ο συνταγματάρχης Γιαγκούε, διοικητής της Λεγεώνας των Ξένων, ο οποίος κατά τη διάρκεια του γεύματος που παρετέθη κατόπιν της παρελάσεως, κάλεσε μυστικά τους νεώτερους αξιωματικούς να μιλήσουν ιδιαιτέρως για την «Σταυροφορία», όρος που πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε τότε για την εξέγερση και κατόπιν υιοθετήθηκε από τους Εθνικιστές. Τότε όλοι οι νεαροί αξιωματικοί, οι οποίοι ήταν μυημένοι στην συνωμοσία, σηκώθηκαν και αποχώρησαν αφού φώναξαν συνθηματικά «CAFÉ!» (που ήταν τα αρκτικόλεκτα των λέξεων: Σύντροφοι, Ζήτω η Ισπανική Φάλαγγα! Camaradas Arriba Falange Espanola!). Επρόκειτο για μία εντελώς αψυχολόγητη ενέργεια των ενθουσιωδών νέων αξιωματικών που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να κατέστρεφε τα πάντα. Ωστόσο, κανείς από τους μη μυημένους παρόντες αξιωματικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους δεν υποψιάσθηκε κάτι και μόνο ο Αλβάρεθ Μπουϊλια ρώτησε γιατί ο κόσμος ζητούσε καφέ, ενώ πάνω στο τραπέζι υπήρχε ακόμα ψάρι…

Εμπνευστές και πρωτεργάτες αυτής της εκκολαπτόμενης στρατιωτικής εξέγερσης υπήρξαν ο απόστρατος στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο και οι εν ενεργεία στρατηγοί Αιμίλιο Μόλα Βιδάλ, Φρανσίσκο Φράνκο, Κέϊπο δε Λιάνο και Μανουέλ Γκοδέδ, συνεπικουρούμενοι από ένα ολόκληρο πλήθος άλλων αξιωματικών. Σύμφωνα με το καλά οργανωμένο σχέδιο δράσης, που στην οριστική του μορφή το διαβίβασε στους υπεύθυνους ο στρατηγός Σανχούρχο από τη Λισσαβώνα στις 9 Ιουλίου 1936, οι τέσσερις από τις οκτώ εναπομείνασες μητροπολιτικές μεραρχίες του άλλοτε αυτοκρατορικού Ισπανικού Στρατού, (η 1η της Μαδρίτης, η 3η της Βαλένθια, η 4η της Βαρκελώνης και η 8η του Οβιέδο), θα δρούσαν αποκλειστικά στον τομέα τους προκειμένου να μπορέσουν να ελέγξουν την κατάσταση λόγω των αρνητικών για τους εξεγερθέντες τοπικών συνθηκών στις εν λόγω περιοχές. Εναντίον της πρωτεύουσας, η οποία ήταν και ο κύριος στόχος τους, θα βάδιζαν η 5η Μεραρχία της Σαραγόσσας, η 6η του Μπούργκος και η 7η του Βαγιαδολίδ με απώτερο σκοπό να την κυκλώσουν και να την καταλάβουν σε τρεις το πολύ ημέρες. Η 2α Μεραρχία, που έδρευε στον νότο της χώρας, στη Σεβίλλη, θα εξασφάλιζε την προκάλυψη για την απόβαση των ισπανικών στρατευμάτων του Μαρρόκου, τα οποία αποτελούσαν και την ελίτ του στρατεύματος.

Ταυτοχρόνως οι στρατηγοί Φράνκο και Γκοδέδ θα κατελάμβαναν τις περιοχές όπου έδρευαν οι δυνάμεις τους, δηλαδή τις Καναρίους και τις Βαλεαρίδες νήσους αντίστοιχα. Στη συνέχεια ο πρώτος θα μετέβαινε στο ισπανικό Μαρρόκο και ο δεύτερος στη Βαρκελώνη, για να αναλάβουν τη διοίκηση των εκεί στρατιωτικών δυνάμεων κηρύσσοντας την εξέγερση. Επικεφαλής της εξέγερσης στην πρωτεύουσα Μαδρίτη θα ήταν ο στρατηγός Βιγιέγκας και στη Σεβίλλη ο στρατηγός Κέϊπο δε Λιάνο. Οι διαταγές ήταν σαφείς και τα τηλεγραφήματα με τις εντολές, γραμμένα σε μυστικούς κωδικούς απεστάλησαν στις 16 Ιουλίου σε όσους έπρεπε να κινηθούν. Το Αλθαμιέντο ξεκίνησε τελικά στις 17 Ιουλίου 1936 στις 4 το απόγευμα από τη βορειοαφρικανική πόλη Μελίλλα του ισπανικού προτεκτοράτου του Μαρρόκο, αφού ο αφρικανικός στρατός κινήθηκε αυτοβούλως μια ημέρα νωρίτερα από την ορισμένη. Οι επίλεκτες στρατιωτικές μονάδες που έδρευαν στην πόλη και τις οποίες δεν ήλεγχε η δημοκρατική Κυβέρνηση, την κατέλαβαν αμέσως κηρύσσοντας στρατιωτική επανάσταση. Αφού πρώτα κήρυξαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κατόπιν κατέλαβαν όλα τα δημόσια κτίρια της Μελλίλα και το αεροδρόμιο της πόλης, έκλεισαν το «Σπίτι του Λαού» καθώς και όλα τα άλλα κέντρα της Αριστεράς και συνέλαβαν όλους τους αρχηγούς των δημοκρατικών και αριστερών ομάδων. Αρχικώς διεξήχθησαν σφοδρές μάχες γύρω από το «Σπίτι του Λαού» καθώς και στις λαϊκές συνοικίες. Οι Αριστεροί όμως κατελήφθησαν εξ’ απήνης και τα όπλα τους ήταν ελάχιστα. Όλοι όσοι συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι αντιστάθηκαν στην Επανάσταση, τυφεκίσθησαν. Το βράδυ οι επαναστάτες είχαν στα χέρια τους καταλόγους με τα ονόματα των μελών των συνδικάτων, των οπαδών της Αριστεράς, και των τεκτόνων. Όλοι αυτοί συνελήφθησαν με την προοπτική να εκτελεσθούν. Στη Μελίλλα κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και ο τρόπος με τον οποίον διενεργήθηκε η εξέγερση στην πόλη αυτή θεωρήθηκε το πρότυπο για όλες τις άλλες εξεγέρσεις στο υπόλοιπο Μαρόκο και την Ισπανία. Λίγες ώρες αργότερα ενώθηκαν μαζί τους οι στρατιωτικοί σχηματισμοί των γειτονικών μαρροκινών πόλεων Τετουάν, Θεούτα και Λαράχ, τις οποίες ο συνταγματάρχης Χουάν Γιαγκούε κατέλαβε χωρίς να ρίξει σχεδόν ούτε έναν πυροβολισμό. Στη συνέχεια έστειλε τηλεγραφήματα στις τοπικές φρουρές της Ισπανίας με το απλό και πολυπόθητο σύνθημα, δύο λέξεις: «Ως συνήθως». Την επόμενη μέρα η ζωή στο ισπανικό προτεκτοράτο κυλούσε σα να μην είχε συμβεί τίποτε, με μόνη διαφορά ότι η εξουσία είχε περάσει στα χέρια των εξεγερμένων στρατιωτικών.

Ο γενικός στρατιωτικός διοικητής του προτεκτοράτου, στρατηγός Γκομέθ Μαράτο, που ως πιστός στην Κυβέρνηση κατέφθασε επειγόντως για να καταπνίξει την εξέγερση, συνελήφθη πριν ακόμα κατεβεί από το αεροπλάνο. Οι επαναστάτες αιφνιδιάζοντας πλήρως την Κυβέρνηση, η οποία περίμενε η εξέγερση να ξεκινήσει από τη Μαδρίτη, κατάφεραν να περάσει στα χέρια τους την ίδια ημέρα ολόκληρο το ισπανικό Μαρρόκο. Ο Μπεϊγκμπεντέρ πήγε να πληροφορήσει τον Χαλίφη και τον Μεγάλο Βεζύρη του Τετουάν για το τι συνέβαινε και κέρδισε την υποστήριξη τους. Την επομένη, σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο, έφθασε στην πόλη Τετουάν πετώντας από τις Καναρίους νήσους με ένα μικρό ιδιωτικό αεροπλάνο (Dragon Rapide) ο πρώην αρχηγός του Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Φράνκο, προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση των επαναστατημένων στρατευμάτων. Το ταξίδι του ήταν λίγο περιπετειώδες και το αυτοκίνητο που μετέφερε τον «σενιόρ Σάνγκροβιτς» – αυτό ήταν το όνομα που έφερε το διπλωματικό διαβατήριο με το οποίο ταξίδευε ο Φράνκο -, είχε καταφέρει μόνο με τη συνοδεία ενός λόχου πεζικού, ο οποίος αναγκάσθηκε να δώσει μάχη εναντίον των Αριστερών που είχαν αποκλείσει το αεροδρόμιο της Λας Πάλμας, να εισέλθει στο αεροδρόμιο προκειμένου να μπορέσει να πετάξει για το Μαρρόκο. Το πρωί της ίδιας ημέρας, πριν επιβιβαστεί στο αεροσκάφος, κινούμενος σύμφωνα με το σχέδιο δράσης είχε κηρύξει στις Καναρίους νήσους την Επανάσταση και τις είχε καταλάβει στο όνομα των εξεγερθέντων. Στη συνέχεια κήρυξε στρατιωτικό νόμο σε ολόκληρο το Αρχιπέλαγος.

Ο ηγέτης της εθνικιστικής Ισπανίας, στρατηγός Φρανσίσκο Φράνκο.

Ο λόγος τώρα, που επιλέχθηκε ξένο αεροσκάφος για να μεταφερθεί ο στρατηγός Φράνκο ήταν το ότι δεν υπήρχε εκείνη τη εποχή πολιτική αεροπορία στην Ισπανία. Επιπλέον, τα στρατιωτικά αεροπλάνα που ευρίσκοντο στη νήσο είχαν υποστεί σκόπιμες βλάβες από έναν φιλοκυβερνητικό αξιωματικό, τον Ρικάρδο Βαχαμόντε, προκειμένου να μην περιέλθουν στην κατοχή του Φράνκο. Μόλις αποκαλύφθηκε το σαμποτάζ, ο υπεύθυνος για αυτό φιλοκυβερνητικός ταγματάρχης, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα μολονότι ήταν εκ μητρός συγγενής του στρατηγού Φράνκο. Κατόπιν αυτών, ενοικιάσθηκε από τον Λουίς Μπολίν, ανταποκριτή της ημερήσιας ισπανικής μοναρχικής εφημερίδας “ABC” στο Λονδίνο, ένα «Ντράγκον Ράπιντ» της εταιρείας «Ολλευ Αιργουέις Κόμπανυ» που έδρευε στο Κρόϋντον. Οι οδηγίες που είχαν δοθεί στον Μπολίν από τον εκδότη του, μαρκήσιο Χουάν Ιγνάθιο Λούκα δε Τιένα, ήταν να μεταβεί στη Λας Πάλμας, αλλά αν δεν είχε νεώτερα ως τις 31 Ιουλίου, να επιστρέψει στην Βρεταννία. Τις οδηγίες ο μαρκήσιος τις είχε πάρει με τη σειρά του από τον στρατηγό Αλφρέδο Κινδελάν, της ισπανικής πολεμικής αεροπορίας, ο οποίος είχε μυηθεί επίσης στη συνωμοσία των αξιωματικών. Στις 11 Ιουλίου το βρεταννικό αεροπλάνο άφησε το Κρόυντον με πιλότο τον σμηναγό Μπέμπ, που δεν ήξερε σε τι είδους επιχείρηση συμμετείχε. Τον συνόδευαν ο δημοσιογράφος Μπόλιν, ο απόστρατος ταγματάρχης Χιού Πόλλαρντ, και δυο ξανθές γυναίκες, η μια κόρη του Πόλλαρντ και άλλη μια φίλη της. Τους επιβάτες αυτούς, που αγνοούσαν επίσης τον σκοπό του ταξιδιού, τους είχε «συλλέξει» ο Άγγλος εκδότης και καθολικός ιστορικός Ντάγκλας Τζέρολντ, για να δώσει στην πτήση το ύφος μιας συνηθισμένης και όχι εξαιρετικής ιστορίας. Με όλα αυτά ο στρατηγός Φράνκο κατάφερε να βρεθεί στις 19 Ιουλίου στον τόπο που ήθελε. Στο αεροδρόμιο της πόλης Τετουάν τον υποδέχθηκε ο συνταγματάρχης δε Μπουρουάγα ο οποίος χαιρετώντας τον σε στάση προσοχής ανέφερε: «Στρατηγέ μου, στο Μαρρόκο ουδέν το αξιοσημείωτον!»

Η Κυβέρνηση στη Μαδρίτη πιστεύοντας στην αρχή ότι επρόκειτο για ένα ασήμαντο στρατιωτικό πραξικόπημα τοπικής εμβέλειας, αρκέστηκε να λάβει ορισμένα ανεπαρκή μέτρα πιστεύοντας ότι θα έπνιγε την Επανάσταση με νόμιμα συνταγματικά μέσα. Εξάλλου όπως είδαμε ήδη από μέρες υποψιαζόταν πως κάτι γινόταν με τους αξιωματικούς αλλά αυτό το γεγονός δεν φαινόταν να πτοεί καθόλου την αυτοπεποίθηση της. Τι κι αν φιλοκυβερνητικές εφημερίδες έγραφαν για «σχεδιαζόμενες απόπειρες πραξικοπήματος από στοιχεία της Δεξιάς», η Κυβέρνηση διέψευδε τα πάντα και εφησύχαζε παρατηρώντας ότι οι μέρες περνούσαν κι ωστόσο δεν συνέβαινε τίποτε. Ήδη στις 12 Ιουλίου, ημέρα εορτής του Αγίου Φερμίν στην Παμπλόνα, κατά την οποία ο στρατηγός Μόλα επέμενε να εκδηλωθεί η εξέγερση ώστε να έχει μαζί του όλους τους Καθολικούς και Βασιλόφρονες Ναβαρρέζους που θα είχαν συρρεύσει στην πόλη για την τοπική εορτή, και πάλι η εφημερίδα «Ελ Λιμπεράλ» του Μπιλμπάο, δημοσίευσε ένα άρθρο του σοσιαλιστή Ινταλέθιο Πριέτο, στο οποίο ο συντάκτης προειδοποιούσε σαφώς για κίνημα του Στρατού. Και πάλι η Κυβέρνηση χαμογελούσε αδιάφορα δηλώνοντας μάλιστα πως «ότι είναι να γίνει, ας γίνει για να ξεκαθαρίσει το απόστημα». Ωστόσο η υποτίμηση του αντιπάλου αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά λάθη που συχνά έχει ολέθριες συνέπειες. Κατά την εξέγερση των αξιωματικών το Υπουργείο Πολέμου το είχε αναλάβει μια ομάδα αξιωματικών των οποίων ηγούντο οι στρατηγοί Πόθας, αρχηγός της Πολιτοφυλακής (Guardia de Assalte) και Μιάχα, διοικητής της μεραρχίας της Μαδρίτης οι οποίοι είχαν μείνει πιστοί στη Δημοκρατία. Από την πλευρά του ο στρατηγός Φράνκο έσπευσε να απευθύνει έκκληση σε όλους τους αξιωματικούς να ενωθούν μαζί του και να επαναστατήσουν. Η έκκλησή του έγινε ευνοϊκά αποδεκτή από τους περισσότερους αξιωματικούς του Ισπανικού Στρατού, οι οποίοι τάχθηκαν αμέσως με το μέρος της εξέγερσης με αποτέλεσμα στις 18 Ιουλίου αυτή να επεκταθεί και στην ηπειρωτική χώρα.

Εάν μάλιστα η εξέγερση είχε γίνει ταυτόχρονα στις 18 Ιουλίου σε όλες τις επαρχίες της Ισπανίας, ήταν πολύ πιθανόν, όπως και είχε προβλεφθεί αρχικά, στις 22 Ιουλίου να είχε θριαμβεύσει απολύτως παντού. Η Καθολική ιεραρχία δεν συμπαρατάχθηκε αρχικώς με τους εξεγερθέντες αξιωματικούς κινούμενη από ένα αίσθημα νομιμοφροσύνης προς το καθεστώς που είχε επικρατήσει, αλλά περισσότερο από φόβο για το τι μπορούσε να συμβεί στο δημοκρατικό μέλλον. Από την άλλη, εάν η κυβέρνηση του Καθάρες Κουϊρόχα είχε μοιράσει όπλα, και είχε διατάξει του κυβερνητικούς επιτρόπους να κάνουν το ίδιο, χρησιμοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την εργατική τάξη και τις αριστερές οργανώσεις, πολύ πιθανόν η εξέγερση να είχε συντριβεί. Τα πράγματα όμως εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά και βασικά ακολουθήθηκε το παράδειγμα της Μελίλλα. Από νωρίς τα χαράματα και σε διαφορετικές ώρες μέχρι τα μέσα του απογεύματος, η φρουρά μίας πόλεως εξεγείρετο, αμέσως ενισχυόταν από την τοπική Φάλαγγα και σε κάποιες περιπτώσεις από τις δυνάμεις Εθνοφυλακής (Guardia Civile). Όπου δεν υπήρχε στρατιωτική φρουρά, η Εθνοφυλακή, η Φάλαγγα και οργανωμένοι Δεξιοί δρούσαν αυτοβούλως καταλαμβάνοντας την πόλη και κηρύσσοντας τον στρατιωτικό νόμο. Σε αυτούς συνήθως αντιστέκονταν οι Σοσιαλιστές, οι Κομμουνιστές, οι Αναρχικοί καθώς και κάποιοι Δημοκρατικοί αξιωματικοί και πολιτοφύλακες. Ωστόσο στη μητροπολιτική Ισπανία τα πράγματα πολύ διαφορετικά από ότι στο Μαρόκο και όπως θα διαπιστώσουμε οι εξελίξεις ποίκιλαν από περιοχή σε περιοχή επηρεαζόμενες από τη βαθειά ανομοιογένεια που χαρακτηρίζει την Ισπανία. Το μωσαϊκό που με τόσο κόπο είχαν ενώσει μέσα στις εκατονταετίες οι Ισπανοί Μονάρχες έδειχνε να διαλύεται και πάλι σε πολυάριθμα κομμάτια. Στις 18 Ιουλίου ξεκίνησαν οι εξεγέρσεις αρχικώς στην Ανδαλουσία. Πρώτος κινήθηκε στην ηπειρωτική χώρα ο στρατηγός Γκονθάλο Κεϊπο δε Λιάνο, διοικητής των Καραμπινιέρων, που τελούσε και πάλι σε διαθεσιμότητα και βρέθηκε «τυχαία» εκείνη την ημέρα στη Σεβίλλη, την τρίτη σε πληθυσμό πόλη της χώρας. Φθάνοντας στην πόλη με το «Ισπανό-Σουϊζα» αυτοκίνητο του μόλις την προηγούμενη ημέρα και έχοντας διασχίσει «30.000 συνωμοτικά μίλια», όπως εκαυχάτο αργότερα, κατάφερε ένα εντυπωσιακό κτύπημα: με τη βοήθεια μόνο ενός παλαιού του υπασπιστή, ο εξηντάχρονος πλέον στρατηγός εξουδετέρωσε τον διοικητή της 2ας Μεραρχίας, στρατηγό Βίλια-Αμπράγιε που δεν ήταν μυημένος στο Αλθαμιέντο, αναλαμβάνοντας πραξικοπηματικά ο ίδιος τη διοίκησή της. Με ένα όπλο στο χέρι και απειλώντας με άμεση εκτέλεση όποιον δεν υπάκουε, έθεσε γρήγορα υπό τον πλήρη έλεγχό του τη Μεραρχία, ενώ ταυτόχρονα κατάφερε να μεταφέρει για ενίσχυση στη Σεβίλλη και το σύνταγμα ιππικού της Γρανάδας μαζί με έναν λόχο πυροβολικού. Προηγουμένως είχε καθαιρέσει «με την εξουσία του πιστολιού του» τον πιστό στη Δημοκρατία διοικητή του συντάγματος και είχε «προάγει» αυτομάτως σε αυτόν τον βαθμό έναν Μοναρχικό και αποφασισμένο νεαρό λοχαγό στον οποίον ανέθεσε προσωρινώς τη διοίκηση του συντάγματος. Ωστόσο και πάλι ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξει μόνο με αυτές τις δυνάμεις μία πόλη 300.000 κατοίκων με ισχυρούς προλεταριακούς πυρήνες.

Σε μία κίνηση εντυπωσιασμού, ο στρατηγός Κέϊπο δε Λιάνο έταξε σε θέση μάχης τα λίγα παλαιά πυροβόλα που διέθετε στην κεντρική πλατεία της πόλης και έδωσε διαταγή να ριχθούν μερικές βολές όσο το δυνατόν πιο θορυβώδεις. Αμέσως οι σειρήνες των εργοστασίων σήμαναν την έξοδο των εργαζομένων προκειμένου οι τελευταίοι να κατέβουν σε μαζικές διαδηλώσεις εναντίον της εξέγερσης. Όλα όμως σταμάτησαν μπροστά στην επίδειξη δυνάμεως του στρατηγού Κέϊπο δε Λιάνο ο οποίος διέταξε να παρελάσουν μέσα από τις κεντρικές λεωφόρους της πόλης μερικά καμιόνια με λεγεωνάριους. Κι επειδή οι άνδρες που διέθετε δεν ήταν αρκετοί, τους διέταξε να παρελαύνουν ξανά και ξανά τα ίδια οχήματα ώστε να δίνουν στον έκπληκτο πληθυσμό της πόλης την εικόνα ολόκληρου στρατού που είχε καταφθάσει από το Μαρρόκο για να τον ενισχύσει. Η σκηνοθεσία του είχε την αναμενόμενη επιτυχία κι έτσι, εκτός από λίγες εκκλησίες που πυρπολήθηκαν στα προάστια μαζί με τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας του βασιλόφρονα μαρκήσιου Λούκα δε Τένια, οι Δημοκρατικοί δεν τόλμησαν να προβάλλουν καμμία άλλη αντίσταση κι ούτε καν να εμφανισθούν στο κέντρο της πόλεως. Καθώς οι κάτοικοι άκουγαν έκπληκτοι από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό την είδηση «για την απόπειρα πραξικοπήματος στη Σεβίλλη που απέτυχε», η μετάδοση διακόπηκε και σε λίγο άκουσαν τον ίδιο τον πρωταίτιο της «αποτυχημένης απόπειρας», στρατηγό Κεϊπο δε Λιάνο, να τους απευθύνει μήνυμα με το οποίο τους ανακοίνωνε ότι «η Ανδαλουσία και ολόκληρη η Ισπανία εξεγέρθηκαν εναντίον του αναρχοκομμουνισμού. Οι Άραβες θα κόψουν τα κεφάλια όσων αντισταθούν και οι Μαυριτανοί θα βιάσουν τις γυναίκες τους! Η Ισπανία εσώθη και οι παλιάνθρωποι που αντιστάθηκαν θα εκτελεσθούν σαν σκυλιά».

Αυτός ο γέροντας αξιωματικός με τη βραχνή φωνή που επιβλήθηκε μέσω του ραδιοφώνου σε ολόκληρη τη Σεβίλλη, ήταν ο πρώτος ίσως από τους σύγχρονους δημόσιους άνδρες που είχε την φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει τα ερτζιανά κύμματα ως μέσο προπαγάνδας και επιβολής εν καιρώ πολέμου. Στην πραγματικότητα μέχρι εκείνη τη στιγμή εκτός από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, τον οποίο χρησιμοποίησε από εκείνη την ημέρα και μέχρι το τέλος του πολέμου ως το πιο αποτελεσματικό μέσο προπαγάνδας, δεν ήλεγχε παρά το κέντρο και τα πιο στρατηγικά μέρη της Σεβίλλης με την πόλη να παραμένει χωρισμένη στα δυο. Στην συνέχεια, ωστόσο, με τη βοήθεια διαφόρων στρατιωτικών και παραστρατιωτικών σχηματισμών όπως η Εθνοφυλακή, καθώς και η Ισπανική Φάλαγγα, που έσπευσαν να ενωθούν με τις δυνάμεις του, κατάφερε να πάρει στα χέρια του τον έλεγχο ολόκληρης της πόλης και να συντρίψει την αριστερή εργατική αντίσταση πριν αυτή καλά – καλά εκδηλωθεί. Αυτός ο παλιός Δημοκρατικός αξιωματικός, που του άρεσαν οι φανφαρονισμοί, οι γυναίκες και το κρασί και που είχε γίνει γνωστός για τις θεαματικές επελάσεις του Ιππικού που οργάνωνε, κατάφερε κι αυτή τη φορά με έναν άκρως θεαματικό τρόπο να πάρει τη μεγάλη και ιστορική πόλη της Σεβίλλης από τα χέρια των Δημοκρατικών.

Από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη ο στρατηγός Πόθας έστειλε αμέσως μια δύναμη στρατού υπό τον ταγματάρχη Χάρο εναντίον του Κεϊπο δε Λιάνο, η οποία μόλις έφθασε στη Σεβίλλη ενώθηκε μαζί του. Στην υπόλοιπη επαρχία της Ανδαλουσίας την ίδια επίσης ημέρα εξεγέρθηκαν υπό την ηγεσία των στρατηγών Ενρίκε Βαρέλα και Λοπέθ Πίντο οι στρατιωτικές φρουρές του Κάδιξ και της Αλγεθίρας, σημαντικών λιμένων η κυριαρχία των οποίων ήταν απαραίτητη για την επικοινωνία των εξεγερθέντων με το Μαρρόκο. Στη συνέχεια εξεγέρθηκαν και οι φρουρές του Χερέθ της Μάλαγα και της Λίνεα. Στην Κόρδοβα ο στρατιωτικός διοικητής διαδέχθηκε τον πολιτικό του συνάδελφο ο οποίος παραιτήθηκε στο άκουσμα της στρατιωτικής εξέγερσης. Στη Γρανάδα, μετά την αναχώρηση του συντάγματος ιππικού για τη Σεβίλλη, η κατάσταση παρέμενε αμφίρροπη, αφού την εκδήλωση της εξέγερσης ακολούθησαν οδομαχίες, λόγω της αντίστασης που προέβαλαν τα συνδικάτα της πόλης και τα κόμματα της Αριστεράς. Ωστόσο οι Αρχές της πόλης, φοβούμενες την έξαρση βίας την οποία θα επέφερε η αλόγιστη διασπορά του οπλισμού στους οργανωμένους Αριστερούς που είχαν κατεβεί στους δρόμους και ζητούσαν όπλα για να αντισταθούν, αρνήθηκαν να διανείμουν στον όχλο τον οπλισμό που διέθεταν. Η κατάσταση παρέμεινε επί δύο ημέρες αβέβαιη έως ότου στις 20 Ιουλίου η στρατιωτική φρουρά βγήκε από τους στρατώνες και κατέλαβε την πόλη για λογαριασμό των εξεγερθέντων.

Αντιθέτως στην πόλη Χαέν ο συνταγματάρχης διοικητής της Πολιτοφυλακής διακήρυξε την πίστη του στη Δημοκρατία. Το ίδιο πιστές στη Δημοκρατία έμειναν οι πόλεις Αλμερία και Ουέλβα, μολονότι η τελευταία απομονώθηκε πλήρως ευρισκόμενη μέσα σε μια περιοχή που ελεγχόταν από τους Επαναστάτες. Σε άλλα μέρη της Ανδαλουσίας οι μάχες ήταν σκληρότατες, ιδιαιτέρως στην Ουτρέρα, το Μορόν, την Αλκαλά δε Γουαδαϊρα και την Καρμόνα. Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς η αεροπορία ήταν απαραίτητη για την νίκη στην Ουτρέρα και στοίχισε περισσότερους από χίλιους νεκρούς και τραυματίες στους Επαναστάτες η μάχη της Καρμόνα. Η Κυβέρνηση με μια σπασμωδική αντίδραση έστειλε ένα τελεσίγραφο στη στρατιωτική φρουρά της πόλης Μάλαγα, η οποία όπως αναφέραμε είχε αμέσως επαναστατήσει, απειλώντας ότι εάν οι εξεγερθέντες στρατιωτικοί δεν κατέθεταν τα όπλα η πόλη θα βομβαρδιζόταν ανηλεώς από μια πιστή στη Δημοκρατία μοίρα της Αεροπορίας. Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή της πόλης η επαναστατημένη στρατιωτική φρουρά κατόπιν διαταγής του διοικητή της, στρατηγού Παξτότ, κατέθεσε τα όπλα. Αυτή όμως ήταν και η τελευταία κυβερνητική επιτυχία κατά τη διάρκεια της ημέρας ενώ μέχρι το βράδυ κάθε αντίσταση των Δημοκρατικών στην Αφρική είχε σταματήσει. Στην ίδια την πρωτεύουσα, τη Μαδρίτη, όχι μόνο δεν εκδηλώθηκε την πρώτη ημέρα καμμία στρατιωτική κίνηση, γεγονός που σήμαινε εν μέρει αποτυχία του Αλθαμιέντο, και οι Κυβερνητικοί πληροφορήθηκαν τα νέα από τηλεφώνου όταν επικοινωνούσαν με την κάθε πόλη και αντί του Κυβερνητικού επιτρόπου ή του Δημοκρατικού διοικητή, τους απαντούσε ένας Επαναστάτης διοικητής λέγοντας τους, «Αρρίμπα Εσπάνια!». Ο Γάλλος διανοούμενος και κάποια περίοδο υπουργός Πολιτισμού της κυβέρνησης του στρατάρχη Ντε Γκώλ, Αντρέ Μαλρώ, ο οποίος όπως θα δούμε παρακάτω είχε λάβει μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο ως πιλότος με το μέρος των Δημοκρατικών, περιγράφει στο βιβλίο του «L’ Espoire» (Η Ελπίδα), με γλαφυρότητα αυτές τις τηλεπικοινωνίες: «Εμπρός! Αβιλα; Τι γίνεται με εσάς; Εδώ Μαδρίτη!», έλεγε το κέντρο, «Αρρίμπα Εσπάνια! Άντε χάσου βρωμιάρη! Ζήτω ο βασιλιάς Χριστός!», ακουγόταν η φωνή από τη επαναστατημένη πόλη. Και παρακάτω πάλι τα ίδια: «Εδώ Μαδρίτη! Εργατική Επιτροπή Σαραγόσσας εκεί;» κι απάντηση: «Τους τουφεκίσαμε όλους της Επιτροπής! Το ίδιο θα κάνουμε και με εσάς σε λίγο! Αρρίμπα Εσπάνια!»

Από το πρωί της 18ης Ιουλίου, οπότε έφθασαν τα νέα της εξάπλωσης της στρατιωτικής εξέγερσης στον νότο της χώρας, τα εργατικά συνδικάτα και τα κόμματα της Αριστεράς έσπευσαν να στηρίξουν την Κυβέρνηση κατεβάζοντας τα μέλη και τους οπαδούς τους στους δρόμους. Απειλώντας την Κυβέρνηση οι αριστεροί διαδηλωτές απαιτούσαν όπλα προκειμένου να αντισταθούν και να πολεμήσουν. Μέχρι αυτή τη στιγμή η Γενική Ένωση Εργατών της Μαδρίτης είχε στην κατοχή της 8.000 τυφέκια, τα οποία όμως δεν αρκούσαν για να αντισταθούν στις φρουρές της Μαδρίτης και στους Φαλαγγίτες υποστηρικτές τους, παρόλο που έως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα σημάδι που να μαρτυρούσε κάποια κινητοποίηση στις τάξεις της Δεξιάς της πόλης. Μολονότι δεν δόθηκαν εκείνη την ημέρα όπλα στους διαδηλωτές, οι υποστηρικτές της Κυβέρνησης με αυτή τους την κίνηση απέτρεψαν οποιαδήποτε πιθανή απόπειρα στρατιωτικής κατάληψης της πρωτεύουσας. Ο πρωθυπουργός Καθάρες Κουϊρόγκα από την πλευρά του αρνήθηκε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την καταστολή της εξέγερσης και έδρασε, όπως είδαμε, σαν να μπορούσε να σταματήσει το υποτιθέμενο «πραξικόπημα» με συνταγματικά μέσα. Επιπλέον η κυβέρνηση σκεπτόταν σοβαρά εάν θα μπορούσε να έρθει σε συμβιβασμό με τους εξεγερθέντες και έτσι να αποτρέψει την κατάλυση της παρούσας κατάστασης και τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Καθάρες Κουϊρόγκα, που μερικές ημέρες πριν απειλούσε πως «αν ο στρατός τολμούσε να κουνηθεί θα τον τσάκιζε με το σκουπόξυλο», έστειλε νωρίς το πρωί τον Νούνιεθ δε Πράδο, γενικό διοικητή της αεροπορίας, στη Σαραγόσσα, η οποία είχε καταληφθεί αμέσως από τους εξεγερθέντες χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός, να προσπαθήσει να επιτύχει κάποιον συμβιβασμό με τον στρατηγό Καβανέζιας, ο οποίος ήταν διοικητής της εκεί μεραρχίας και ο οποίος επιστεύετο ότι ήταν Δημοκρατικός. Πίστευε πως μια αλλαγή υπουργείου θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις των στρατηγών και έτσι θα σταματούσε η εξέγερση. Όμως ο Πράδο συνελήφθη και αργότερα εκτελέσθηκε μαζί με τον υπασπιστή του. Τα ίδια αποτελέσματα είχε και η προσπάθεια που έγινε αργότερα προς τον στρατηγό Μόλα στον οποίον, μολονότι προτάθηκε από την Κυβέρνηση η αρχηγία του Επιτελείου του Ισπανικού Στρατού προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνευση, εκείνος απήντησε: «Παύση εχθροπραξιών; Μα εμείς μόλις τώρα αρχίζουμε!»

Το Σοσιαλιστικό κόμμα αντέδρασε κηρύσσοντας γενική απεργία, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να αντιμετωπίσει τη στρατιωτική εξέγερση. Στις 7,20 το βράδυ, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μαδρίτης ανήγγειλε ότι σε όλα τα σημεία η εξέγερση είχε κατασταλεί τόσο στην επαρχία όσο και στην ίδια την πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά ανακοινώθηκε επισήμως ότι κάτι αναπάντεχο συνέβαινε στα μητροπολιτικά εδάφη. Μετά από αυτήν την είδηση ακολούθησε μια σειρά διαταγμάτων δια των οποίων καθαιρούντο οι στρατηγοί Φράνκο, Καβανέζιας, Κέϊπο δε Λιάνο και Γκονθάλο δε Λάρα. Από την άλλη πλευρά οι συνωμότες της Μαδρίτης παρέμεναν χωρισμένοι κι αναποφάσιστοι. Την ίδια ημέρα και ενώ τα μέλη της Ισπανικής Φάλαγγας του Χοσέ Αντώνιο Πρίμο δε Ριβέρα, συνεπικουρούμενα από πολλούς οπαδούς της Δεξιάς, κήρυσσαν την επανάσταση στην Παλαιά Καστίλη (σημερινή Καστίλη και Λεόν), στην πόλη Βαγιαδολίδ ο απόστρατος στρατηγός Αντώνιο Σαλικέτ Θουμέτα, ένας μυστακοφόρος αξιωματικός του παλαιού καιρού με όψη καλόκαρδου γέροντα γλεντοκόπου, αποφασισμένος στο τέλος του βίου του να περάσει στην Ιστορία, εισέβαλε ένοπλος στο γραφείο του πιστού στην κυβέρνηση στρατηγού Μολέρο-Λοβέρο και μετά την ανταλλαγή αρκετών πυροβολισμών, που είχαν ως θύματα τέσσερις αξιωματικούς νεκρούς, βγήκε σώος και αβλαβής και κατάφερε να πάρει στα χέρια του τη διοίκηση της μεραρχίας. Στη συνέχεια κατέλαβε την πόλη Βαγιαδολίδ και την κήρυξε σε εμπόλεμη κατάσταση αφού αντιμετώπισε μια ισχυρή αντίσταση εκ μέρους των οργανωμένων σε αριστερά συνδικάτα ενόπλων εργατών.

Στην πόλη του Μπούργκος, παραδοσιακό προπύργιο της Μοναρχίας και μετέπειτα έδρα του αρχηγείου των εξεγερθέντων, ο στρατηγός Βατέτ, που δεν ήταν μυημένος στη συνωμοσία, πληροφορούμενος για το «Αλθαμιέντο» αρνήθηκε να συνεργασθεί με τους εξεγερθέντες. Ακολούθησε μια σκηνή η οποία είχε επαναληφθεί πολλές φορές εκείνη την ημέρα. Ο επιτελάρχης του, μυημένος στο σχέδιο της εξέγερσης, τον έπαυσε αμέσως από τα καθήκοντά του και στην πόλη επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος. Ολόκληρη η επαρχία της Ναβάρρας, στον Βορρά, αποτελούσε ανέκαθεν προπύργιο των Καθολικών και των Βασιλοφρόνων και όπως είδαμε στην αρχή, μόλις τον προηγούμενο αιώνα είχε αιματοκυλισθεί, στους Καρλικούς πολέμους, υπερασπιζόμενη με σθένος τα δικαιώματα του δον Κάρλος στον ισπανικό Θρόνο. Στο παρελθόν η Ναβάρρα υπήρξε ένα από τα πιο δυνατά και τα πιο δοξασμένα ισπανικά βασίλεια και κυβερνήθηκε από ξακουσμένους βασιλείς. Όπως σε όλους τους αιώνες αυτή η γη γέννησε σπουδαίους πολεμιστές, έτσι ακριβώς και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, οι «Ρεκέτες», οι κοκκινοσκούφηδες της Ναβάρρας, έμελλε να διακριθούν ως οι καλύτεροι στρατιώτες του στρατηγού Φράνκο αφού ήταν οι άνδρες που ανήκαν στις μεραρχίες «που δεν νικήθηκαν ποτέ!» Αυτοί ήταν που καθάρισαν τη Μπόλσα της Βιέλσας και τις κορυφές της Σιέρρας Γκιουμπιφρέντο των Αραγωνικών Πυρηναίων – κορυφές απάτητες. Το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα των Ναβαρρέζων μαζί με την ακατάλυτη αφοσίωση τους στον θεσμό της Μοναρχίας, παρέμεναν πάντα τα ισχυρότερα όπλα τους. Ο Δ. Καλλονάς στο βιβλίο του «Η Ισπανία στις Φλόγες» γράφει χαρακτηριστικά για τη συνάντηση του με ένα τάγμα «ρεκέτες» που αναχωρούσε από την Παμπλόνα: «Ένα τάγμα «ρεκέτες» φεύγει αυτή τη στιγμή για το μέτωπο. Τα γερά αυτά παιδιά με τις κόκκινες «μπόϊνες», που αποτελούν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καταγωγής τους, είναι γιομάτα θάρρος. Έχουν τα όπλα τους κρεμασμένα στον ώμο κι αναπαύουν τα χέρια τους στην κάννη και στον υποκόπανο. Θα διανύσουν πολλές δεκάδες χιλιόμετρα πεζή. Ωστόσο βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά. Και στα πρόσωπά τους βλέπει κανένας την απόφαση της θυσίας. Πηγαίνουν προς τον θάνατο τραγουδώντας με σταθερή φωνή τον ιδιόρρυθμο ύμνο τους: «Για τον Θεό, Για την Πατρίδα Και για τον Βασιλέα…. …Θα αγωνισθούμε όλοι για την ιερή παράδοση».

Αμέσως μόλις άκουσαν την πρόσκληση των Εθνικιστών αξιωματικών, κατά την έκρηξη του Αλθαμιέντο, αυτοί οι Καρλιστές, οι «ρεκέτες» με τους χαρακτηριστικούς κόκκινους σκούφους, κατέβηκαν για μία ακόμη φορά κατά χιλιάδες από τα βουνά τους στις πόλεις της Ναβάρρας να πολεμήσουν «Για τον Θεό, την Πατρίδα και τον Βασιλέα!» Όντας αποφασισμένοι να εκδιώξουν από τα πάτρια εδάφη την Αθεΐα και την Αριστερά δεν υπολόγισαν το ρεύμα της Ιστορίας που πήγαινε αντίθετα στα πιστεύω τους και νίκησαν αποδεικνύοντας πως οι μόνες καταδικασμένες υποθέσεις είναι αυτές που δεν τις υπερασπίζεται κανείς. Ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ΄ που δεν ακολούθησε το παράδειγμα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, αλλά εγκατέλειψε τον Θρόνο των προγόνων του προκειμένου να μην αιματοκυλήσει την Ισπανία, έβλεπε πια από τη Γαλλία, τη Ναβάρρα, να εξεγερείται «ως μία νέα Βανδέα» αυθόρμητα υπέρ της Μοναρχίας και του Καθολικισμού. Τριάντα χιλιάδες αποφασισμένοι Ναβαρρέζοι πλαισίωσαν τις δυνάμεις του στρατηγού Αιμίλιου Μόλα παραδίδοντας ουσιαστικά στα χέρια του όχι μόνο την πρωτεύουσα Παμπλόνα αλλά και ολόκληρη την επαρχία. Αυτοί οι άνδρες, νέοι και γέροι, οπλισμένοι και μη, με την άγρια αποφασιστικότητα στο βλέμμα και τη θέληση να πεθάνουν μάλλον παρά να αφήσουν τη πατρίδα να βουλιάξει περισσότερο, ήταν εκείνοι που υποχρέωσαν τον στρατηγό Μόλα να υποστείλει αμέσως τις σημαίες της Δημοκρατίας και να τις αντικαταστήσει με τις παλαιές μοναρχικές σημαίες καθώς και να επαναφέρει σε πλήρη εφαρμογή τους παλαιούς βασιλικούς καθολικούς νόμους της Ισπανίας. Για τους Καρλιστές ημίμετρα δεν χωρούσαν!

Το επαναστατημένο Μαρρόκο τώρα άρχισε να βομβαρδίζεται από τη Δημοκρατική αεροπορία με αεροσκάφη DC-2 («πρόγονο» του γνωστού Dacota DC3), που απογειώνοντο από τη Σεβίλλη και τελούσαν υπό τη διοίκηση του Δημοκρατικού λοχαγού της αεροπορίας Αντώνιο Ρεζάχ, ο οποίος, στην ορμή του να καταστείλει το Αλθαμιέντο έστω και μόνος του και να υπερασπιστεί την αριστερή Κυβέρνηση της Μαδρίτης, διέταζε τους σμηνίες να πετούν με τα χέρια τις βόμβες επάνω στις ισπανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις αλλά και τις επαναστατημένες πόλεις του Μαρρόκο. Όλη αυτή η φαρσοκωμωδία έλαβε τέλος όταν η ναυτική βάση της Σεβίλλης κατελήφθη από τον στρατηγό Κέϊπο δε Λίανο και ο λοχαγός Αντώνιο Ρεζάχ απέδρασε προς τη Μαδρίτη με ένα μικρό εκπαιδευτικό αεροσκάφος τύπου «De Havilland Leopard Moth». Ενώ λοιπόν η κυβέρνηση προσπαθούσε μέσω συνεχών βομβαρδισμών των πόλεων Τετουάν και Θεούτα να καταστείλει την επανάσταση που είχε ήδη πετύχει στο Μαρόκο, ο στρατηγός Φράνκο ως απόλυτος κυρίαρχος του ισπανικού Μαρόκου διανυκτέρευσε στην Καζαμπλάνκα αναζητώντας τρόπο να περάσει τις δυνάμεις του στην ηπειρωτική χώρα. Ο γηραιός λευκοπώγωνας στρατηγός Μιγκέλ Καβανέζιας, ο οποίος, ηγούμενος των Εθνοφυλάκων της Αραγωνίας, είχε επαναστατήσει και καταλάβει χωρίς ούτε έναν πυροβολισμό τη Σαραγόσσα, το κατ’ εξοχήν φέουδο των Αναρχικών, άρχισε να αποστέλλει ταυτόχρονα στον στρατηγό Μόλα, στον Βορρά, όπλα και πολεμοφόδια. Ολόκληρη εκείνη την ημέρα ο στρατηγός Μόλα παρέμεινε στο γραφείο του ακούγοντας τις εξελίξεις και μελετώντας τις επόμενες κινήσεις του Αλθαμιέντο. Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό γνώριζε καλά πως εάν η Μαδρίτη δεν περνούσε το συντομότερο στα χέρια τους, το μέλλον του Αλθαμιέντο, του ιδίου και όσων άλλων είχαν εμπλακεί σε αυτό θα ήταν τουλάχιστον αβέβαιο.

Τέλος υπήρχε και ο στόλος τον οποίον ο πρωθυπουργός Κουϊρόγκα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει εναντίον των επαναστατών στο Μαρόκο. Τρία καταδρομικά έφθασαν στη Μελίλλα από την Καρθαγένη το πρωί της 18ης Ιουλίου. Κατά τον πλου οι αξιωματικοί άκουσαν την εκπομπή του στρατηγού Φράνκο από την Λας Πάλμας όπου κήρυσσε την εξέγερση και με μυστικές συνεννοήσεις αποφάσισαν να προσχωρήσουν στους Εθνικιστές, αρνούμενοι τις διαταγές του υπουργού των Ναυτικών Χοσέ Χιράλ, που εντέλετο να βομβαρδίσουν την πόλη Μελίλλα. Τότε ο Υπουργός τους απέλυσε επισήμως με τηλεγραφική εντολή και ανέθεσε τα καθήκοντα τους στους πρώτους μηχανικούς δίνοντας διαταγές για τη διανομή των όπλων. Με αυτή του την ενέργεια ο Χιράλ προκάλεσε ουσιαστικά την εν ψυχρώ δολοφονία των αξιωματικών του Ναυτικού, αφού μετά από τις διαταγές του τα πληρώματα στασίασαν και εκτέλεσαν τους αξιωματικούς τους ρίχνοντας τα πτώματα τους στη θάλασσα. Εν τω μεταξύ, ενώ τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων που έπλεαν νοτίως της Αλγεθίρας εξεγείροντο εναντίον των αξιωματικών τους και τους κατακρεουργούσαν, το πλοίο «Κουρούκα» αποβίβαζε στο Κάδιξ την πρώτη μονάδα της Στρατιάς της Αφρικής, αποτελούμενη από 200 Μαροκινούς πεζικάριους. Ο κύκλος του αίματος είχε αρχίσει στην Ισπανία και μετά από αυτές τις εξελίξεις ένα μεγάλο σύννεφο βίας άρχισε να απλώνεται επάνω από τη χώρα. Ένα σκοτεινό και δυσοίωνο σύννεφο κάτω από το οποίο θα εύρισκαν διέξοδο όλες οι διχόνοιες και οι εχθρότητες τόσων πολλών γενεών. Καθώς όλα διελύοντο και κατέρρεαν με κινήσεις ντόμινο, κάθε επικοινωνία μέσα στην Ισπανία καθίστατο πλέον δύσκολη ή ανύπαρκτη και κάθε πόλη ήταν απομονωμένη ζώντας το δικό της δράμα μέσα στο κενό. Οι γεωγραφικές διαφορές εντός της Ισπανίας ήταν ο βασικός παράγων της κοινωνικής αποσύνθεσης του Έθνους και της δημιουργίας «χιλιάδων Ισπανιών». Ένας κυκλώνας φαινόταν να είχε συνεπάρει τους πάντες με αποτέλεσμα άτομα και πόλεις ολόκληρες να δρουν χωρίς φραγμό, σα να ευρίσκοντο εκτός κοινωνίας και Ιστορίας. Μέσα σε έναν μήνα εκατό χιλιάδες άνθρωποι εκτελέσθηκαν χωρίς δίκη, επίσκοποι και ιερείς κατακρεουργήθηκαν, βεβηλώθηκαν τάφοι ιερέων και μοναχών και τα μισολιωμένα σκηνώματα τους πετάχθηκαν στους δρόμους. Εκκλησίες πυρπολήθηκαν και βεβηλώθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε σήμερα, στην Ισπανία με την μακραίωνη καθολική παράδοση, να σπανίζουν τα θρησκευτικά κειμήλια. Σε τέτοιες περιστάσεις η τάξη αποκαθίσταται μόνο με τη μορφή του πολέμου και της επιβολής του ισχυροτέρου. Και δεν θα έπρεπε κανείς να σκεφθεί ότι το ενδεχόμενο του πολέμου προκαλούσε τότε δυσαρέσκεια ή αποστροφή γιατί τα γεγονότα θα τον διαψεύσουν. Ισπανοί όλων των κομμάτων, όρμησαν σε αυτόν τον πόλεμο όπως είχαν ορμήσει οι ενθουσιώδεις και φιλοπόλεμες μάζες της υπόλοιπης Ευρώπης στην αρχή του ΑΠΠ, στον οποίον υποσυνείδητα ο Ισπανικός λαός πίστευε, ακόμα και το 1936, ότι θα έπρεπε να είχε λάβει μέρος. Αργότερα ένας από τους πλέον σκληρούς και αδίστακτους κομμουνιστές, ο «Ελ Καμπεσίνο», (Ο Χωριάτης), εξέφραζε την έκπληξή του πως ήταν δυνατόν μέσα σε μια και μόνη ημέρα «να χυθεί τόσο αίμα και να γίνουν τέτοιες μάχες». Η «ματωμένη γιορτή» του ισπανικού έθνους είχε αρχίσει κι ας είχαν ακυρωθεί στη Μαδρίτη και τη Βαρκελώνη οι καθιερωμένες ταυρομαχίες της Κυριακής εκείνης…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s