Το έπος του Αλκαζάρ

του Κωνσταντίνου Τσοπάνη

Δρος Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκειών

 

Ουδέν Νεώτερον από το Αλκαζάρ, αφίσα της ταινίας που παρουσιάζει το Έπος του Αλκαζάρ.

 

 

Κτισμένο τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή του γρανιτένιου λόφου που δεσπόζει του Τολέδο, της μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Ισπανίας, το Αλκαζάρ, ένα βαρύ φρούριο με τέσσερις πύργους, χρησιμοποιήθηκε  κατά τη μακραίωνη στρατιωτική ιστορία του πολλές φορές για αμυντικούς σκοπούς, όπως μαρτυρεί και το όνομά του (οι Ισπανοί ονόμαζαν «Αλκαζάρ» τα φρούριά τους), και είχε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του πολλαπλές χρήσεις. Χρησιμοποιήθηκε για φρούριο τόσο από τους Ρωμαίους στρατηγούς και μετέπειτα από τους Άραβες χαλίφες της Κόρδοβας (711-1085), όσο και από τους Ισπανούς βασιλείς, που του έδωσαν τη σημερινή τετραγωνική μορφή του με τους τέσσερις πύργους στις γωνίες. Λόγω της πολύ ισχυρής κατασκευής του άντεξε στις επιθέσεις των εκάστοτε εχθρών και πολιορκητών που θέλησαν να το εκπορθήσουν, όσο και σε εκείνες του πανδαμάτορος χρόνου. Το 1847 στέγασε τη Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού της Ισπανίας. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε άλλη μια περιπέτεια, η οποία έμελλε να είναι το «κύκνειο άσμα» του και αυτή που θα έγραφε το όνομά του στην Ιστορία με χρυσά γράμματα αφού την τελευταία του ιδιότητα έμελλε να προσθέσει νέες σελίδες στην Ιστορία όταν τον Ιούλιο του 1936, όπως ήδη αναφέραμε, μια χούφτα αξιωματικοί και άλλοι τόσοι μαθητές αποφάσισαν να υπερασπισθούν πίσω από τα βαριά του τείχη την τιμή των όπλων τους αψηφώντας τον θάνατο.

 

Jose Moscardo Ituarte (1878-1956), ο συνταγματάρχης που έγινε θρύλος υπερασπίζοντας το Αλκαζάρ και μαζί του την τιμή της Ισπανίας.

 

Διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας, όταν εξερράγη το Αλθαμιέντο των αξιωματικών, ήταν ο 58χρονος συνταγματάρχης πεζικού δον Χοσέ Ραφαέλ Μοσκαρδό υ Ιτουάρτε, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε τα νέα της επανάστασης από την Αφρική, χωρίς να διστάσει, ανακοίνωσε στις 18 Ιουλίου 1936 ότι η επαρχία του Τολέδο συντασσόταν με αυτή. Στην πραγματικότητα η επαρχία του Τολέδο είχε περάσει αμέσως στα χέρια των Κυβερνητικών και η εξουσία του συνταγματάρχη Μοσκαρδό περιοριζόταν ουσιαστικά στα πολύ στενά όρια των τειχών του παλιού φρουρίου. Ο υφυπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου βλέποντας τις κινήσεις του και προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε τη θέση του τον διέταξε τηλεφωνικώς να στείλει αμέσως στη Μαδρίτη όλα τα αποθέματα πυρομαχικών που είχε στο φρούριο. Έλαβε όμως αρνητική απάντηση.

Στο μεταξύ ένα πλήθος 500 γυναικών και 50 παιδιών από το Τολέδο, τρομοκρατημένο από την έκρηξη του πολέμου και τις βαρβαρότητες των Κυβερνητικών, πρόλαβε να ζητήσει καταφύγιο και προστασία πίσω από τα τείχη του φρουρίου πριν οι πύλες του κλείσουν. Μεταξύ των αμάχων οι οποίοι έσπευσαν εκεί ήταν και αρκετές καλόγριες από τις γύρω Μονές, ενώ κανένας από τους δεκάδες ιερωμένους του Τολέδο δεν θέλησε να το υπερασπιστεί και να μοιραστεί την τύχη του Αλκαζάρ αλλά προτίμησαν όλοι τους την ανώδυνη ουδετερότητα του παρατηρητή. Το λάθος ή την αδυναμία τους αυτή την πλήρωσαν πολύ ακριβά, αφού αποτέλεσαν εύκολο στόχο για τους κυβερνητικούς με αποτέλεσμα, στο τέλος της πολιορκίας, τουλάχιστον 107 κληρικοί να έχουν εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς. Ένα παρόμοιο λάθος έκανε και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να φθάσει μέχρι την έσχατη θυσία. Παρατηρώντας με θλίψη τον κόσμο να συρρέει στο φρούριο, απεφάσισε ο ίδιος να στείλει την οικογένειά του να μείνει στην πόλη του Τολέδο, ελπίζοντας ότι οι αντίπαλοί του θα σέβονταν τη γυναίκα και τους δύο ανήλικους γιούς του ή ότι έστω οι λίγοι εξτρεμιστές Αριστεροί που είχε πάρει ως ομήρους στο φρούριο θα αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα για εγκληματικές πράξεις εκ μέρους των ομοϊδεατών τους. Έμελλε όμως να  πληρώσει πολύ ακριβά αυτή του την απόφαση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το Θυσιαστήριο δεν παραδίδεται, αφίσα ταινίας με θέμα τον ηρωισμό των ευελπίδων υπερασπιστών του Αλκαζάρ.

 

Η δύναμη υπεράσπισης του Αλκαζάρ αποτελείτο από 400 αξιωματικούς, 261 μαθητές, μικρό αριθμό στρατιωτών, 625 αστυνομικούς, 100 περίπου Φαλαγγίτες του Τολέδο που έσπευσαν να υπερασπισθούν το φρούριο, καθώς και δύο στρατιωτικούς γιατρούς. Ο οπλισμός τους περιελάμβανε 13 πολυβόλα, σχεδόν διαλυμένα από τη συνεχή λύση-αρμολόγηση που υφίσταντο επί χρόνια από τους μαθητές της σχολής, ισάριθμα οπλοπολυβόλα τα οποία έφεραν οι αστυνομικοί μαζί τους, δύο μικρά πυροβόλα των 75 χιλιοστών  (mm) με λίγα πυρομαχικά, τέσσερις όλμους των 50 χιλιοστών (mm), λίγες χειροβομβίδες, 500 τυφέκια και ένα εκατομμύριο φυσίγγια που μεταφέρθηκαν την τελευταία στιγμή, κατόπιν διαταγής του συνταγματάρχη Μοσκαρδό, με φορτηγά από εργοστάσια του Τολέδο. Ένα μικρό πυροβόλο είχε τοποθετηθεί στη βιβλιοθήκη, της οποίας τα μεγάλα παράθυρα είχαν κλειστεί με δεκάδες δερματόδετους τόμους. Επίσης πολύ λίγες ήταν οι προμήθειες σε τρόφιμα και νερό. Την κατάσταση έσωσαν τα 100 περίπου άλογα και οι ημίονοι που βρίσκονταν στο φρούριο και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αποτέλεσαν ζωντανό απόθεμα κρέατος για τους πολιορκούμενους. Συνολικά, οι ένοπλοι άνδρες ήταν 1.250 όταν άρχισε η πολιορκία από τον Κυβερνητικό στρατηγό Ρικέλμε. Εκείνος, αφού πραγματοποίησε μια ανεπιτυχή προσπάθεια στις 19 Ιουλίου να πείσει τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να παραδοθεί, εγκατέστησε φρουρές στο δημαρχείο, στη μητρόπολη, στο νοσοκομείο, στην πλατεία Θοκοδοβέρ και σε άλλα στρατηγικά σημεία της πόλης. Αφού έταξε δύο πλήρεις πυροβολαρχίες απέναντι από το φρούριο, ετοιμαζόταν να βάλει εναντίον του. Μια σειρά κτιρίων, η Στρατιωτική Διοίκηση, η Σχολή Ιππικού και οι στρατώνες, αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας που δέχθηκε τα πυρά του Ρικέλμε. Στις 21 Ιουλίου εμφανίσθηκε ένα Κυβερνητικό αεροπλάνο το οποίο έριξε μια προκήρυξη με την οποία καλούσε τη φρουρά του Αλκαζάρ να παραδοθεί και λίγο αργότερα ένας σχηματισμός τριών αεροπλάνων, ως μέσο πίεσης, βομβάρδισε για πρώτη φορά το φρούριο προκαλώντας σοβαρές καταστροφές. 

Στις 22 Ιουλίου το μεσαιωνικό φρούριο δέχθηκε έναν ανελέητο βομβαρδισμό από οκτώ πυροβόλα (πέντε των 105 mm και τρία των 155 mm) του Ρικέλμε, καθώς και από τα κυβερνητικά αεροπλάνα. Την ίδια ημέρα έκλεισαν οριστικά οι πύλες του φρουρίου και αυτό κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.

Στις 23 Ιουλίου οι πολιορκητές νόμισαν πως βρήκαν την «αχίλλειο πτέρνα» του 60χρονου συνταγματάρχη, όταν ανακάλυψαν ότι η οικογένειά του βρισκόταν εκτός φρουρίου και μάλιστα μέσα στο ίδιο το Τολέδο. Τη συνέλαβαν αμέσως και ο αναρχικός δικηγόρος Κανδίδο Καβέλιο ανέλαβε να «πείσει» τον Μοσκαρδό να παραδοθεί. Αφού του τηλεφώνησε και του είπε πως κρατά την οικογένειά του (για να πεισθεί και να συγκινηθεί μάλιστα του έδωσε τον 17χρονο γιο του Λουί να του μιλήσει), τον απείλησε πως αν σε δέκα λεπτά δεν άνοιγε τις πύλες του φρουρίου ο γιος του θα εκτελείτο. Εκείνη τη στιγμή ο συνταγματάρχης, που το παρουσιαστικό του μόνο ήρωα δεν θύμιζε και ο οποίος σε φυσιολογικές συνθήκες θα τελείωνε ήρεμα τη σταδιοδρομία του και θα περνούσε στη λήθη όπως χιλιάδες άλλοι, έλαβε μια απόφαση που εξέπληξε τους πάντες και έγραψε το όνομά του στις Δέλτους της Ιστορίας με χρυσά γράμματα, ως παράδειγμα ηρωισμού και υπέρτατης θυσίας στον βωμό του καθήκοντος. «Δεν χρειάζομαι τα δέκα λεπτά σας, το Αλκαζάρ δεν θα συνθηκολογήσει ποτέ!», απάντησε στους εκβιαστές του με όλη την τραγικότητα που μπορούν να έχουν αυτοί οι λόγοι, αφού γνώριζε ακριβώς τι θα επακολουθούσε. «Να προσευχηθείς στον Θεό για την ψυχή σου, να φωνάξεις «Ζήτω η Ισπανία!» και να πεθάνεις σαν γενναίος άνδρας», ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα προς τον γιο. Το μεγαλείο της στιγμής και το υπέρτατο της θυσίας δεν συγκίνησαν τους Κυβερνητικούς, που καταλήγοντας σε αυτό το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν «ύβριν», έσπευσαν να εκτελέσουν τον 17χρονο άμαχο.

Στις 24 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό και διασπώντας τις γραμμές του, πραγματοποίησαν μια έφοδο στα καταστήματα του Τολέδο που βρίσκονταν κοντά στο Αλκαζάρ και μετέφεραν στο κάστρο όσα τρόφιμα βρήκαν.

Καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας το Αλκαζάρ βομβαρδιζόταν καθημερινώς, στην αρχή με οβίδες των 105 mm και κατόπιν με των 155 mm. Στις 25 Ιουλίου δύο νέα πυροβόλα των 155 mm άρχισαν να βάλλουν εναντίον των τειχών του. Σε αυτά αργότερα προστέθηκαν οκτώ νέα (πέντε των 155 mm και τρία των 75 mm). Αμέτρητες βόμβες των 500 kg ρίχθηκαν πάνω στα γερασμένα τείχη του φρουρίου γκρεμίζοντας τον βορειοανατολικό πύργο και καταστρέφοντας τη Σχολή Ιππικού. Μια νύκτα οι πολιορκητές προσπάθησαν να το κάψουν περιβρέχοντάς το με μια πυροσβεστική αντλία με βενζίνη. Το έσωσε την τελευταία στιγμή η γενναιότητα των υπερασπιστών του, που κατάφεραν σε μια απελπισμένη έξοδο να απομακρύνουν την αντλία και να τη στρέψουν εναντίον των πολιορκητών. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προκειμένου να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους επιθέσεις σχημάτισε δύο τάγματα: το «τάγμα θανάτου» με την αποστολή να επιχειρεί εξόδους προκειμένου να απομακρύνει τους επιτιθέμενους ή να προμηθεύει με τρόφιμα και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του φρουρίου, και το «τάγμα του Σεμπλόν», με την αποστολή να ανοίγει σήραγγες και να ανατινάζει τα εκρηκτικά που τοποθετούσαν οι πολιορκητές. 

Από την αρχή οι Κυβερνητικοί έκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προκειμένου να δυσκολέψουν τη διαβίωση των υπερασπιστών του φρουρίου, οι οποίοι άρχισαν να φωτίζουν τα υπόγεια όπου είχαν καταφύγει καίγοντας το λίπος των ζώων που έσφαζαν για να τραφούν, ενώ παράλληλα πραγματοποίησαν πολλές αυτοσχέδιες εφευρέσεις προκειμένου να υποκαταστήσουν την ηλεκτρική ενέργεια. Ένας ηλεκτρικός μύλος που λειτουργούσε με κινητήρα αυτοκινήτου προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, ήταν η πιο χαρακτηριστική εφεύρεση αυτού του είδους. Όταν τελείωνε το λίπος που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί είχαν τη φαεινή ιδέα να φωτίζουν όλη τη νύκτα το φρούριο με προβολείς για να μη τολμήσουν οι υπερασπιστές του να μεταβούν κρυφά στην πόλη προκειμένου να προμηθευτούν τρόφιμα. Οχυρωμένοι στα γύρω σπίτια πυροβολούσαν προς τους τοίχους του φρουρίου στη θέα και της παραμικρής κίνησης την οποία το φως των προβολέων καθιστούσε ορατή.

Η κατάσταση μέσα στο Αλκαζάρ είχε γίνει αφόρητη λόγω της έλλειψης τροφίμων. Οι μερίδες μειώθηκαν σε 180  γραμμάρια ψωμί, ένα μικρό κομμάτι αλογίσιο κρέας και ένα τέταρτο του λίτρου νερό την ημέρα. Η δυσεντερία θέριζε τους πολιορκημένους και ελλόχευαν οι επιδημίες, η εμφάνιση των οποίων αποτρεπόταν μόνο από τα αυστηρά μέτρα υγιεινής που είχαν λάβει οι δύο ηρωικοί γιατροί του φρουρίου. Μια μεγάλη δεξαμενή νερού καταστράφηκε από βόμβα αεροπλάνου στις 27 Ιουλίου, μειώνοντας σοβαρά τα αποθέματα του φρουρίου. Οι νεκροί, που πολλαπλασιάζονταν, λόγω έλλειψης χώματος δεν καλύπτονταν όσο έπρεπε με αποτέλεσμα μια έντονη δυσοσμία να καλύπτει το φρούριο. Τα φάρμακα και τα αναισθητικά εξαιτίας των πολλών τραυματισμών και των ακρωτηριασμών είχαν εξαντληθεί. Εκατό περίπου χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας σχεδόν χωρίς αναισθητικό. Υποψιαζόμενοι τις τραγικές συνθήκες στις οποίες είχαν περιέλθει οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί άρχισαν εναντίον τους ψυχολογικό πόλεμο. Έτσι, τις ώρες που δεν τους πυροβολούσαν ή δεν τους βομβάρδιζαν, τούς καλούσαν με τα μεγάφωνα να λιποτακτήσουν, περιγράφοντάς τους τα ζουμερά μπιφτέκια και τη δροσερή μπύρα τα οποία τούς περίμεναν έξω από τα τείχη. Στην ουσία δεν εξαπατούσαν κανέναν. Όλοι οι υπερασπιστές του φρουρίου γνώριζαν ότι σε περίπτωση που παραδίδονταν η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη και ότι τους περίμενε διαπόμπευση και εκτέλεση, πολλές φορές με μαρτυρικό τρόπο. Οι συνεχείς εκτελέσεις πολιτών του Τολέδο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και η πυρπόληση εκκλησιών και κατοικιών αντιφρονούντων επιβεβαίωναν καθημερινά τους φόβους τους και τους ωθούσαν να αμύνονται με περισσότερο πείσμα, ακόμα και όταν οι Κυβερνητικοί μετέφεραν τις οικογένειες κάποιων πολιορκούμενων και απειλούσαν ότι θα τις εκτελούσαν  αν δεν παραδίδονταν. Με αυτές τις ενέργειες των κυβερνητικών, που συμπεριφέρονταν σαν μην ήταν ομοεθνείς τους οι πολιορκούμενοι, η κατάσταση είχε φθάσει στα άκρα. Οι γυναίκες που είχαν καταφύγει στο Αλκαζάρ ζητούσαν από τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να τους δώσει όπλα ώστε να πολεμήσουν και εκείνες. Ωστόσο το αίτημα απορριπτόταν από τον διοικητή για λόγους ιπποτισμού.

Μαρτύριο αποτελούσε για τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ, λόγω της πλήρους απομόνωσής τους από τον έξω κόσμο, και η έλλειψη ειδήσεων για την πορεία του πολέμου και της εξέγερσης των αξιωματικών. Μόνο μια γραμμή τούς συνέδεε απευθείας  με το τηλέφωνο του κομμουνιστή διοικητή του Τολέδο, ταγματάρχη Μπαρθέλο, η οποία επίσης χρησιμοποιείτο για να τους πιέζουν να παραδοθούν. Ωστόσο στις 15 Αυγούστου με ένα ραδιόφωνο που κατάφεραν να θέσουν σε λειτουργία (με μπαταρίες από τα εργαστήρια Φυσικής της Σχολής), συντονίσθηκαν με τον σταθμό της Μαδρίτης ο οποίος ελεγχόταν από τους Κυβερνητικούς. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν μείνει χωρίς ειδήσεις περί της έκβασης του πολέμου, οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ απογοητεύθηκαν πληροφορούμενοι από τον σταθμό της Μαδρίτης ότι «οι στασιαστές ηττώνται κατά κράτος». Είχαν απελπισθεί έως ότου άκουσαν τον εκφωνητή  να αναγγέλλει την πτώση του Αλκαζάρ και να δίνει πλήρη περιγραφή του τρόπου παράδοσης των υπερασπιστών του! Αυτή η «είδηση» ήταν ένα ανέλπιστο δώρο: επιβεβαίωνε πλήρως τις υποψίες τους ότι οι Κυβερνητικοί μετέδιδαν μόνο ψέμματα για λόγους προπαγάνδας. Άρχισαν λοιπόν να ελπίζουν και πάλι. Δύο ημέρες αργότερα κατάφεραν να συντονισθούν με τον σταθμό της Λισσαβώνας, από όπου ενημερώθηκαν για την πραγματική πορεία του πολέμου, γεγονός που τούς έδωσε περισσότερο θάρρος. Ως επικύρωση των όσων άκουγαν από τη Λισσαβώνα έφθασε στις 22 Αυγούστου ένα μήνυμα από τον στρατηγό Φράνκο, που ρίχθηκε από ένα αεροπλάνο των Εθνικιστών το οποίο πέταξε πάνω από το Αλκαζάρ. Ο αρχηγός των Εθνικιστικών δυνάμεων τούς συνέχαιρε με αυτό για τον ηρωισμό τους και τούς ενημέρωνε ότι οι δυνάμεις του είχαν καταλάβει την πόλη Ταλαβέρα δε Ρεϊνα και προωθούντο προς το Τολέδο με σκοπό να λύσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν. Ήταν η πρώτη ημέρα, μετά τη σφαγή του ανήλικου γιου του από  τους Αριστερούς, που ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό χαμογέλασε. Η εμφάνιση του αεροσκάφους των Εθνικιστών έγινε άλλες δύο φορές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, στις 27 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου. Τότε δεν τους έριξε μόνο μηνύματα από τον στρατηγό Φράνκο αλλά και τρόφιμα και φάρμακα. Στο μεταξύ και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα στον στρατηγό Αιμίλιο Μόλα στο Μπούργκος, όπου βρισκόταν το κέντρο των Εθνικιστών, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι το φρούριο αντιστέκεται. Την επικίνδυνη αποστολή ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο λοχαγός Άλμπα Νόβας ντυμένος ως εργάτης, φέροντας και ένα πλαστογραφημένο σημείωμα του Κομμουνιστικού κόμματος στην τσέπη του. Όμως, μόλις 40 χιλιόμετρα πριν από το αρχηγείο του στρατηγού Μόλα, στο Μπουρουχόν, ο λοχαγός αναγνωρίσθηκε από έναν πρώην στρατιώτη του με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς.

 

ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΑΝΑΤΙΝΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ 

Τη χαρμόσυνη είδηση ότι οι δυνάμεις του στρατηγού Φράνκο κατέφθαναν στο Τολέδο, διαδέχθηκε η αγωνία της προσμονής της ανατίναξης του φρουρίου. Οι Κυβερνητικοί, που δεν σεβάστηκαν καθόλου τα μνημεία της ισπανικής πολιτιστικής κληρονομιάς, βλέποντας την πολιορκία να διαρκεί πολύ και τον στρατηγό Φράνκο να νικά και να κατευθύνεται προς τη Μαδρίτη, αποφάσισαν να ανατινάξουν το οικοδόμημα μαζί με τους αιώνες της ιστορίας του καθώς και με τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από τα τείχη του. Μετέφεραν λοιπόν στην περιοχή ειδικούς δυναμιτιστές από τα μεταλλεία της Αστουρίας και στην αρχή ξεκίνησαν να σκάβουν στον γρανιτένιο βράχο πάνω στον οποίο ήταν κτισμένο το φρούριο, υπονομεύοντάς το με τόννους δυναμίτιδας. Ένας τραυματίας, όμως, που ήταν ξαπλωμένος στο υπόγειο του φρουρίου, άκουσε τον θόρυβο και ειδοποίησε τον διοικητή. Την ανησυχία που κυρίευσε τους υπερασπιστές του φρουρίου στο άκουσμα αυτής της είδησης, ενέτεινε η επιβεβαίωσή της από τα μεγάφωνα των κυβερνητικών, που τους ειδοποίησαν ότι «κάθονταν πάνω σε ένα ηφαίστειο και κανένας τους δεν θα γλίτωνε αν δεν παραδίδονταν». Με την πάροδο των ημερών ο θόρυβος από το σκάψιμο ακουγόταν ολοκάθαρα πια μέσα στο φρούριο. Το γεγονός αυτό ανησυχούσε τους πολιορκούμενους αλλά και τους καθησύχαζε προσωρινά, αφού γνώριζαν ότι όσο έσκαβαν δεν θα ανατίναζαν το Αλκαζάρ. Τελικά 20 τόννοι εκρηκτικών τοποθετήθηκαν σε δύο βαθείς υπονόμους στον γρανιτένιο λόφο κάτω από το φρούριο.     

Όλα ήταν έτοιμα για την ανατίναξη. Σε μια τελευταία προσπάθεια να πείσουν τους υπερασπιστές του φρουρίου να παραδοθούν οι Κυβερνητικοί έστειλαν στον συνταγματάρχη Μοσκαρδό, στις 8 Σεπτεμβρίου, τον ταγματάρχη Βιθέντε Ρόχο Λιούς, άλλοτε καθηγητή της Στρατιωτικής Σχολής, με μια λευκή σημαία να διαπραγματευθεί την παράδοση του φρουρίου. Οι πολιορκούμενοι τον οδήγησαν στο διοικητήριο με τα μάτια δεμένα και εκεί ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό τον δέχθηκε με φιλοφρονήσεις  ως συνάδελφο, καθησυχάζοντάς τον και λέγοντάς του ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα αφού βρισκόταν μεταξύ Ισπανών αξιωματικών. Εκείνος με τη σειρά του εγγυήθηκε ότι σε περίπτωση που η φρουρά παραδιδόταν τα γυναικόπαιδα θα αφήνονταν ελευθέρα και οι άνδρες θα περνούσαν από Λαϊκό Δικαστήριο. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό απάντησε ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραδοθούν. Το Αλκαζάρ θα υπέκυπτε μόνο στη δύναμη. Συγκινημένος ο ταγματάρχης τούς διαβεβαίωσε ότι η καρδιά του ήταν μαζί τους και πως θα έμενε και εκείνος μαζί τους αν οι Κυβερνητικοί δεν κρατούσαν ως ομήρους τη  γυναίκα και τις κόρες του. Ο Ρόχο απεχώρησε χωρίς να πετύχει τον στόχο του. Το μόνο που απεκόμισε ήταν μια γραπτή δήλωση του Μοσκαρδό ότι θα υπερασπιζόταν το Αλκαζάρ μέχρι τέλους. Φεύγοντας μάλιστα αναφώνησε «Ζήτω η Ισπανία!», μοίρασε τα τσιγάρα του στους αξιωματικούς και υποσχέθηκε στους πολιορκημένους να μεσολαβήσει ώστε να επιτραπεί σε κάποιον ιερέα καταδικασμένο σε θάνατο να εισέλθει στο φρούριο προκειμένου να μπορέσουν να τελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αυτή ήταν η μοναδική χάρη που του ζήτησαν.

Η Κυβέρνηση αποδέχθηκε το αίτημα των πολιορκουμένων και δρώντας με υστεροβουλία έστειλε στο Αλκαζάρ στις 11 Σεπτεμβρίου τον δον Ενρίκε Βάθκεθ Καμαράθα, πολύ γνωστό λόγιο ιερωμένο και δεινό ιεροκήρυκα του μητροπολιτικού ναού της Μαδρίτης, ο οποίος προκειμένου να αποφύγει τη μοίρα των συναδέλφων του, δηλαδή τον βίαιο αποσχηματισμό και πιθανώς την εκτέλεση, είχε καταστεί διαπρύσιος κήρυκας όχι του Χριστού αλλά του Μαρξ!…. Ο δον Καμαράθα ανέλαβε, στις τρεις ώρες που του επέτρεψαν οι Κυβερνητικοί να παραμείνει στο φρούριο, να πείσει με μεταφυσικές απειλές τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ να παραδοθούν. Εισήλθε στο φρούριο χαιρετώντας με σφιγμένη γροθιά, σύμβολο των Κομμουνιστών και του Λαϊκού Μετώπου, και καθόλη τη διάρκεια της ομαδικής εξομολόγησης και της Θείας Λειτουργίας δεν έπαυσε κραδαίνοντας τον Σταυρό να απειλεί με τα βασανιστήρια της κόλασης όσους δεν παραδίδονταν στους αθέους που πολιορκούσαν το Αλκαζάρ. «Η εξουσία δόθηκε από τον Θεό και γιαυτό πρέπει να υπακούσετε την Κυβέρνηση!» κραύγαζε ο εξωνημένος ιερωμένος και το οικτρό του θέαμα προκάλεσε περισσότερη θλίψη παρά αγανάκτηση στους πολύ ταλαιπωρημένους πιστούς, οι οποίοι αφού κοινώνησαν τον απέπεμψαν κακήν κακώς. Μια γυναίκα μάλιστα προχώρησε μπροστά από τους εκκλησιαζόμενους και τού είπε πως το μήνυμα που μπορούσε να μεταφέρει σε αυτούς που τον έστειλαν ήταν ότι αν όλοι οι άνδρες σκοτώνονταν, οι γυναίκες θα υπερασπίζονταν το Αλκαζάρ!

Την προφορική «επίθεση» του δον Καμαράθα ακολούθησε την επόμενη ημέρα η εμφάνιση του πρεσβευτή της Χιλής, Μουνιέθ Μοργκάδο, ο οποίος απευθυνόμενος με το μεγάφωνο στους πολιορκούμενους τους διαβεβαίωσε πως αν παραδίδονταν θα ετίθεντο αμέσως υπό την προστασία της χιλιανής κυβέρνησης και έτσι δεν θα κινδύνευε κανένας. Η πρόταση ήταν πολύ δελεαστική για ανθρώπους στους οποίους τελείωναν τα πυρομαχικά και τα αποθέματα τροφίμων και νερού. Αυτή τη φορά οι πολιορκητές ήταν σχεδόν βέβαιοι πως η απάντηση θα ήταν καταφατική και ότι το Αλκαζάρ θα έπεφτε στα χέρια τους. Έκπληκτοι όμως άκουσαν τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να απαντά ευθέως: «Ο πρέσβυς της Χιλής αν ήθελε διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να απευθυνθεί στην κυβέρνηση του Μπούργκος (σ.σ. δηλαδή στον στρατηγό Μόλα), γιατί μόνο αυτήν αναγνωρίζει το Αλκαζάρ». Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η αριστερή Κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου απεφάσισε να θυσιάσει στον βωμό του αγώνα της για τη διατήρηση με κάθε μέσον της εξουσίας, τους 1.700 Ισπανούς που είχαν βρει καταφύγιο στο Αλκαζάρ.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως στην πραγματικότητα το φρούριο αυτό δεν αποτελούσε κατά τον συγκεκριμένο πόλεμο, όπως μάλιστα είχε εξελιχθεί η πορεία των γεγονότων, κάποιο στρατηγικό σημείο που προσέφερε πλεονεκτήματα σε εκείνον ο οποίος το κατείχε. Αντιθέτως ήταν ένα εντελώς απόκεντρο και δευτερεύουσας σημασίας φρούριο, μάλιστα εντελώς απομονωμένο, τη στιγμή που ολόκληρη η επαρχία του Τολέδο είχε περάσει από την αρχή του πολέμου στα χέρια των κυβερνητικών. Ωστόσο αποτελούσε «αγκάθι» στα μάτια των πάσης φύσεως Αριστερών για ό,τι συμβόλιζε. Δεν επολιορκείτο το Αλκαζάρ ως φρούριο, αλλά ως σύμβολο, ως σύμβολο μιας Ισπανίας που αντιστεκόταν επίμονα. Όσο το Αλκαζάρ στεκόταν στα πόδια του η Ισπανία μπορούσε να ελπίζει. Στα μάτια των Εθνικιστών φάνταζε όπως η σημαία στα μάτια των στρατιωτών κατά τη διάρκεια της μάχης. Αυτό το σύμβολο αποφάσισε η Κυβέρνηση να εξαφανίσει από τον χάρτη πάση θυσία. Η πόλη του Τολέδο εκκενώθηκε από τον πληθυσμό της και πολλά μέλη της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, με πρώτο τον πρωθυπουργό Λάργκο Καβαλλέρο συνοδευόμενο από ένα πλήθος δημοσιογράφων, έφθασαν εποχούμενοι στον τόπο της θυσίας και έλαβαν θέση σε απόσταση ασφαλείας προκειμένου να απολαύσουν το θέαμα. Όλα ήταν προετοιμασμένα με απόλυτη ακρίβεια και είχε προβλεφθεί να βρίσκονται σε ετοιμότητα δύο φάλαγγες εφόδου υπό τους ταγματάρχες Τόρε και Μαδρόνο, με σκοπό να αποτελειώσουν όσους θα επιζούσαν από την έκρηξη. Το έγκλημα ήταν πολύ βαρύ και δεν εδικαιολογείτο η ύπαρξη μαρτύρων.

Το απόγευμα της 18ης Σεπτεμβρίου 1936, στις 18.30 ακριβώς, ένας υπόκωφος θόρυβος πλημμύρισε ολόκληρη την κοιλάδα του ποταμού Τάγου. Η γη σείστηκε και πολλές κατοικίες του Τολέδο κατέρρευσαν από την ισχυρή δόνηση. Τα εκρηκτικά είχαν πυροδοτηθεί στα σπλάχνα του λόφου του Αλκαζάρ και ένα πυκνό σύννεφο σκόνης κάλυπτε τον χώρο του φρουρίου. Μόνο μετά από μια και πλέον ώρα οι παρατηρητές άρχισαν να διακρίνουν και πάλι καθαρά το τοπίο από την απόσταση που βρίσκονταν για λόγους ασφαλείας. Ο νοτιοδυτικός αμυντικός πύργος είχε τιναχτεί στον αέρα και μεγάλο μέρος των τειχών, καθώς και των εσωτερικών κτισμάτων μαζί με όλες τις οροφές είχαν καταρρεύσει. Χωρίς να χάσουν χρόνο οι Πολιτοφύλακες ανέβηκαν με εφ’ όπλου λόγχη στα ερείπια του πύργου και εισήλθαν στην εσωτερική αυλή. Ένας από αυτούς έστησε πάνω στο άγαλμα του αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ ένα κόκκινο πανί που βρήκε στα ερείπια, ως σύμβολο της νίκης τους. Την ίδια στιγμή μια χειροβομβίδα εκτοξεύθηκε μέσα από τα υπόγεια και τον έριξε κάτω νεκρό γκρεμίζοντας ταυτοχρόνως και το κόκκινο κουρέλι από το άγαλμα του Αυτοκράτορα. Κατόπιν, μια βροχή από βολίδες άρχισε να πέφτει στους επιτιθέμενους, που τρομοκρατημένοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή νομίζοντας ότι τους πολεμούσαν φαντάσματα. Ένα από τα «φαντάσματα» που αμύνονταν βγήκε από τα χαλάσματα και αφού ξέσκισε το κόκκινο κουρέλι το αντικατέστησε με την ισπανική σημαία υπό τις ιαχές «Αρρίμπα Εσπάνια»!

Οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ είχαν καταφέρει να σωθούν κρυμμένοι στα υπόγεια του φρουρίου, τα οποία δεν υπέστησαν σοβαρές ζημιές από την έκρηξη. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό είχε αναθέσει στον υπολοχαγό του Μηχανικού Μπαρμπέρ να επιτηρεί την πρόοδο των υπονόμων και να του αναφέρει πού έφθαναν κάθε μέρα. Έτσι γνωρίζοντας από τον θόρυβο σε ποιο περίπου σημείο οι Κυβερνητικοί είχαν υπονομεύσει το φρούριο, μετέφερε όλον τον πληθυσμό στην απέναντι πλευρά, με αποτέλεσμα να σωθούν. Η έκρηξη τούς κλόνισε πολύ. Μια ετοιμόγεννη γυναίκα «ελευθερώθηκε» από τον φόβο της και αυτό ήταν όλο. Οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ, με τη βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός τούς προστάτευε και εμψυχωμένοι από το θαύμα της επιβίωσής τους, ρίχτηκαν με ορμή στις φάλαγγες εφόδου και σε λιγότερο από τρεις ώρες τις είχαν απωθήσει πέρα από τα μισογκρεμισμένα τείχη του φρουρίου. Τριάντα νεκροί και 48 τραυματίες από τους υπερασπιστές του φρουρίου ανεφέρθησαν εκείνη την ημέρα στον συνταγματάρχη Μοσκαρδό. Έπειτα από αυτή την οριακή εμπειρία και την επιβίωσή τους οι πολιορκούμενοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι θα άντεχαν μέχρι να φθάσουν οι προελαύνουσες δυνάμεις του στρατηγού Φράνκο.

Εν τω μεταξύ, όπως προαναφέραμε, οι δυνάμεις των Εθνικιστών υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Γιαγκούε κατέλαβαν στις 29 Αυγούστου την πόλη Ταλαβέρα δε λα Ρεϊνα σκοτώνοντας 200 Κυβερνητικούς και τραυματίζοντας άλλους 1.000. Στα χέρια τους περιήλθαν ως λάφυρα πέντε πυροβόλα, τρία πολυβόλα και ένα άρμα. Στις  9 Σεπτεμβρίου ξεκίνησαν και πάλι από την Ταλαβέρα δε λα Ρεϊνα και προχώρησαν αργά προς τη Μαδρίτη. Όσο όμως πλησίαζαν προς την πρωτεύουσα, τόσο η προώθησή τους γινόταν πιο δύσκολη αφού χιλιάδες Δημοκρατικών πολεμούσαν απελπισμένα σκάβοντας χαρακώματα και υπερασπίζοντάς τα με θάρρος, μιάς και η Μαδρίτη ήταν σχεδόν το τελευταίο προπύργιό τους και σίγουρα εκεί θα κρινόταν η έκβαση του πολέμου. Όπως είδαμε, στις 20 Σεπτεμβρίου οι δυνάμεις του στρατηγού Φράνκο έφθασαν στο σταυροδρόμι μεταξύ Μαδρίτης και Τολέδο κυριεύοντας τη θέση Σάντα Ολιέλα και το χωριό Μακουέδα. Απείχαν 79 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα (βορειοανατολικά) και 41 χιλιόμετρα από το Αλκαζάρ (νοτιοανατολικά). Η πρωτεύουσα αποτελούσε στρατηγικό στόχο για τον στρατηγό Φράνκο, ενώ το φρούριο του Αλκαζάρ σύμβολο του αγώνα του. Το δίλημμα ήταν μεγάλο. Όπως τον συμβούλευσε ο φιλομοναρχικός αρχηγός της Αεροπορίας, Αλφρέδο Κινδελάν υ Δουάρεθ, αν ο στρατός άφηνε τον δρόμο της Εστρεμαδούρα και εισερχόταν στην κοιλάδα του Τάγου προκειμένου να σώσει το Αλκαζάρ, ίσως να ήταν αργά για τη Μαδρίτη. Ο στρατηγός Φράνκο τελικά, συναισθηματικά κινούμενος, ανέλαβε τον κίνδυνο και έστρεψε τις δυνάμεις του προς το Αλκαζάρ. «Το σύμβολο προέχει της στρατηγικής», είπε αποφασιστικά αυτός ο πολύ ψύχραιμος αξιωματικός. Ο χρόνος θα τον δικαίωνε.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Λισσαβώνας ανακοίνωσε αμέσως την απόφαση του στρατηγού Φράνκο, δίνοντας ελπίδες στους πολιορκούμενους. Διοικητής των Εθνικιστικών δυνάμεων που κινήθηκαν για το Αλκαζάρ ανέλαβε ο στρατηγός δον Χοσέ Ενρίκε Βαρέλα Ιγκλέσιας, αντικαθιστώντας τον ασθενήσαντα συνταγματάρχη Γιαγκούε. Ο νέος διοικητής γνώριζε καλά πως δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου χρόνος ούτε για τους πολιορκημένους του Αλκαζάρ, ούτε για την κατάληψη της Μαδρίτης. Περνώντας τη Γκουαδαράμα κατέλαβε το Τορεχόν και κύκλωσε το Τολέδο αναπτύσσοντας τις φάλαγγες των συνταγματαρχών Μπαρόν και Ασένιο στην καμπή του ποταμού Τάγου, στο βάθος της οποίας βρίσκεται η πόλη. Αμέσως το Αλκαζάρ άρχισε να «ανασαίνει», αφού όλα τα πυροβόλα τα οποία τού είχαν ρίξει πάνω από 10.000 οβίδες στράφηκαν προς την πλευρά του στρατηγού Βαρέλα και μόνο ένα των 155 χιλιοστών (mm) έμεινε να βομβαρδίζει τα ερείπια του φρουρίου. Οι Κυβερνητικοί από πολιορκητές βρέθηκαν πολιορκούμενοι, χωρίς μάλιστα να έχουν αλώσει το φρούριο. Αυτή τη φορά ρίχθηκαν με περισσότερη μανία εναντίον του. Αποτελούσε ζήτημα τιμής πλέον για εκείνους να πέσει. Ταυτόχρονα διατηρούσαν και την κρυφή ελπίδα ότι αν το φρούριο έπεφτε, οι Εθνικιστικές δυνάμεις που είχαν φθάσει με σκοπό να το σώσουν θα εγκατέλειπαν το Τολέδο στρεφόμενες και πάλι προς τη Μαδρίτη και λύνοντας την πολιορκία.

Οι Κυβερνητικοί χρησιμοποιώντας τα οχήματα της πυροσβεστικής του Τολέδο ράντισαν το φρούριο για άλλη μια φορά με βενζίνη και προσπάθησαν να το κάψουν. Όμως τα ερείπια δεν ανεφλέγησαν. Μέσα σε μια ημέρα  πραγματοποίησαν πέντε επιθέσεις εξαντλώντας τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ και αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν το κτίριο της γενικής διοίκησης. Οι επιθέσεις αποκρούονταν από 800 μόνο άνδρες που είχαν απομείνει να υπερασπίζονται πλέον το φρούριο, στο οποίο κατέρρευσε και ο τελευταίος πύργος λόγω των συνεχών βομβαρδισμών. Αυτές οι επιθέσεις κόστισαν πάρα πολύ και στους Κυβερνητικούς αφού όσοι από αυτούς τόλμησαν να εισέλθουν στο Αλκαζάρ έμειναν για πάντα εκεί.

Όλοι πια έδιναν μάχη με τον χρόνο. Το τελευταίο «όπλο» χρησιμοποιήθηκε για ύστατη φορά εναντίον του ερειπωμένου πλέον φρουρίου. Το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου οι Κυβερνητικοί ανατίναξαν μια καινούργια σήραγγα. Το φρούριο συγκλονίσθηκε πάλι και τίναξε τα ερείπιά του στον αέρα. Λίγοι μόνο τοίχοι έστεκαν από το άλλοτε επιβλητικό κτίσμα. Οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ επιβίωσαν και από αυτή τη σχεδόν ολοσχερή ανατίναξη, με πολλές απώλειες βέβαια, και σχεδόν ενστικτωδώς κινούμενοι βγήκαν μέσα από τα ερείπια για να υπερασπίσουν τον τόπο και το σύμβολο της θυσίας τους μέχρι την τελική πτώση. Το Αλκαζάρ δεν έπεσε ούτε αυτή τη φορά, απελπίζοντας τους Κυβερνητικούς και γεμίζοντας χαρά τους Εθνικιστές, που βλέποντας την τρομερή έκρηξη νόμισαν πως όλα είχαν τελειώσει.

Το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου, 19 μόλις ώρες μετά την άφιξη των Εθνικιστικών δυνάμεων στο Τολέδο, μια περίπολος Φαλαγγιτών και μια με Μαροκινούς ρεγουλάρες (τακτικοί στρατιώτες) ερευνώντας την περιοχή και διαπιστώνοντας ότι οι Κυβερνητικοί είχαν εξαφανιστεί εισήλθαν στο φρούριο, δίνοντας τέρμα στο βασανιστήριο των πολιορκημένων. Εκεί βρήκαν ανθρώπους εξαντλημένους από την πείνα και τις μάχες, οι οποίοι όμως ήταν ακόμα όρθιοι με το όπλο στο χέρι. Αμέσως άρχισε η μεταφορά των τραυματιών στο στρατιωτικό νοσοκομείο και η προετοιμασία για την υποδοχή του απελευθερωτή στρατηγού. Το επόμενο πρωινό πραγματοποίησε τη θριαμβευτική του είσοδο ο στρατηγός Βαρέλα. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό, εξαντλημένος και αξύριστος, παρουσιάστηκε και ανέφερε: «Στρατηγέ λαμβάνω την τιμή να αναφέρω, ουδέν νεώτερον από το Αλκαζάρ!». Το σύμβολο είχε σωθεί. Στις 29 Σεπτεμβρίου επισκέφθηκε το ηρωικό φρούριο ο ίδιος ο στρατηγός Φράνκο, προκειμένου να συγχαρεί προσωπικώς τους υπερασπιστές του. Αυτόπτης μάρτυρας του Ισπανικού Εμφυλίου, ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας του στην Ισπανία, ο Δημήτριος Καλλονάς περιγράφει με λυρικώτατο τρόπο την επίσκεψη του στρατάρχη Φράνκο στο απελευθερωμένο Αλκαζάρ:

 

Ο Στρατάρχης Φράνκο με τον Συνταγματάρχη Μοσκαρδό που ήταν «η ψυχή των ερειπίων».

 

 

«Πρωί της 29ης Σεπτεμβρίου. Ο στρατηγός Φράνκο ανεβαίνει στο Αλκαθάρ. Θέλει να είναι ο πρώτος που θα συγχαρεί τους γενναίους! Προχωρεί αργά, επίσημα, σαν φανατικός προσκυνητής που πάει να αποτίσει φόρο τιμής σ’ ένα κενοτάφιο ηρώων. Δεξιά κι αριστερά τα ερείπια, οι άδειες οβίδες, οι νεκροί, οι σκελετοί των αλόγων… Στο προαύλιο περιμένει τον Αρχιστράτηγο ο Συνταγματάρχης Μοσκαρδό «το νεύρο της αντιστάσεως», «η ψυχή των ερειπίων».

Ο ηρωικός συνταγματάρχης είναι αγνώριστος. Έχει μακριά γένεια, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έχουν αλλοιωθεί από την κούραση, από τη θέληση, από την ευθύνη. Ψηλός, αυστηρός, αποστεωμένος, δίνει την εντύπωση προφήτη από πίνακα του Γκρέκο. Με φωνή που βγαίνει από τα βάθη μιας υπερσυγκινημένης ψυχής, ο Μοσκαρδό παραδίδει το Αλκαθάρ στον Αρχιστράτηγο:

-Στρατηγέ μου, δεν σας παραδίδω παρά ερείπια, αλλά η τιμή παραμένει ακεραία!

-Δεν επεθύμησα τίποτε περισσότερο στη ζωή μου από την απελευθέρωση του Αλκαθάρ, απαντά ο Φράνκο.

Τώρα οι δύο άντρες προχωρούν προς την εσωτερική αυλή όπου περιμένουν οι ήρωες, της «λεγεώνας των ανικήτων». Αξιωματικοί, στρατιώτες, άντρες της «Γκουάρντια Θιβίλ», ανάπηροι, μαθητές της Στρατιωτικής Ακαδημίας και πολίτες, όλοι μαζί, χωρίς διακρίσεις, είναι συγκεντρωμένοι εκεί. Έχουν επιστρατεύσει την ελάχιστη δύναμη που τους απομένει ακόμα. Σχισμένοι, βρώμικοι, πελιδνοί, εξαϋλωμένοι! Σιλουέττες παράξενες, μορφές τραγικές, που εναρμονίζονται ωστόσο θαυμάσια με το περιβάλλον. Όλα είναι άτονα σε αυτούς, εξαντλημένα, ανέκφραστα, εκτός από το βλέμμα που αστραφτοκοπά από τη φλόγα της πίστης. Ο πόθος της ελευθερίας και της τιμής κυριαρχεί μέσα σε αυτούς τους μάρτυρες της ιδέας.

 

Ο στρατάρχης Φράνκο με τον Συνταγματάρχη Μοσκαρδό κατά την απελευθέρωση του Αλκαζάρ. «-Στρατηγέ μου, δεν σας παραδίδω παρά ερείπια, αλλά η τιμή παραμένει ακεραία! -Δεν επεθύμησα τίποτε περισσότερο στη ζωή μου από την απελευθέρωση του Αλκαθάρ, απαντά ο Φράνκο.»

 

Οι γυναίκες και τα παιδιά, εξαντλημένα, αξιολύπητα, τους περιστοιχίζουν. Μέσα στις κόγχες των ματιών τους είναι απλωμένη η σκιά της τρέλλας. Μόνον ο Γκρέκο θα μπορούσε να μας δώσει σε ένα υπέροχο τρίπτυχο αυτή τη μοναδική εικόνα του ανθρώπινου μεγαλείου σε όλη της την τραγική υποβλητικότητα.

Οι υπερασπιστές του Αλκαθάρ είναι περισσότερο νεκροί παρά ζωντανοί. Σφίγγουν ακόμα ανάμεσα στα χέρια τους τα όπλα που, επί δύο μήνες, δεν αφήκαν ούτε στιγμή και που τους είναι άχρηστα τώρα…Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν δει ποτέ τον Αρχιστράτηγο. Ξάφνου μία φράση πέφτει σαν κεραυνός: «Ο στρατηγός Φράνκο!».

Είναι η σπίθα που φλογίζει ξαφνικά αυτές τις καρδιές, τις σβησμένες από την εξάντληση και την αγωνία. Είναι το είδωλο. Οι «ανίκητοι» ξεσπούν σε ζητωκραυγές που δεν έχουν τίποτε το ανθρώπινο. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται σαν τρελλοί. Μερικοί έχουν αλήθεια παραφρονήσει!

Μέσα σε μια σιωπή νεκρική που διαδέχεται το ξέσπασμα της αποθέωσης, παίρνει τον λόγο ο Συνταγματάρχης Μοσκαρδό:

«Ωρκισθήκαμε να δώσουμε τη ζωή μας στην πατρίδα παρά να παραδοθούμε. Υψώνοντας τη σκέψη μας προς την Ισπανία, προς την παράδοση της και τους ήρωες της, κατορθώσαμε να τιμήσουμε τον λόγο μας και να εκπληρώσουμε το καθήκον μας».

Ο Μοσκαρδό ετελείωσε. Ο Αρχιστράτηγος, βαθειά συγκινημένος, προχωρεί δυο βήματα, τον αγκαλιάζει και τον φιλεί. Έπειτα απευθύνεται στους «ανικήτους» και στον ηρωϊκό αρχηγό τους:

«Ήρωες του Αλκαθάρ: Το παράδειγμα σας θα παραμείνει αθάνατο δια μέσου των γενεών. Η πατρίδα σας οφείλει μια αιώνια ευγνωμοσύνη. Η Ιστορία είναι πάρα πολύ μικρή για το μεγαλείο των πολεμικών σας κατορθωμάτων.

Αναζωογονήσατε τη Φυλή, εξυψώσατε την Ισπανία και της εξασφαλίσατε μίαν άφθαρτη δόξα. Σας ασπάζομαι εν ονόματι της πατρίδος και σας φέρω τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη της. Ως ανταμοιβή των θυσιών σας σάς απονέμω, εν ονόματι του Έθνους, τον δαφνοστεφή Σταυρό, προσωπικά για τον Συνταγματάρχη Μοσκαρδό, και συλλογικά για όλους σας! Ζήτω η Ισπανία!»

Η εφιαλτική σιωπή λύνεται τώρα ωσάν δια μαγείας. Τα ερείπια αντηχούν από τις ζητωκραυγές. Μία φράση δεσπόζει:

-Αρρίμπα Εσπάνια!»

 (Βλέπε, Δ. Καλλονά, VIVA LA MUERTE! Η Ισπανία στις Φλόγες, σελ., 20-21). 

Ο Άγγλος ανταποκριτής της «Νταίηλυ Εξπρές», που ήταν επίσης παρών στο συγκεκριμένο γεγονός, πολύ συγκινημένος από αυτά που είδε περιέγραφε τη σκηνή με τον ακόλουθο τρόπο: «Ήταν η πιο δραματική σκηνή που είδα ποτέ στη ζωή μου. Αυτά τα ανθρώπινα φαντάσματα, τα μισοπεθαμένα από την πείνα, έσφιγγαν ανάμεσα στα χέρια τους τυφέκια που είχαν γίνει άχρηστα. Έπρεπε να ξαναμάθουν να ζουν και δεν μπορούσαν πια να βγουν από τον τόπο του μαρτυρίου τους. Τότε είδαν τον Φράνκο. Οι περισσότεροι δεν τον ήξεραν μα ακούγοντας να αναγγέλλουν: «Ελ χενεράλ Φράνκο!» οι μορφές αυτές άρχισαν να ξαναπαίρνουν ζωή, σα να τις είχε θέσει σε κίνηση κάποιο αόρατο ελατήριο. Φώναζαν, έκλαιγαν, φιλούσαν τους στρατιώτες. Ήταν ένα αλησμόνητο θέαμα. Μερικοί έδιναν την εντύπωση πως είχαν χάσει τα λογικά τους…..»   

 

Το Αλκαζάρ ερειπωμένο, μετά την ανατίναξη του από τους Αριστερούς, στέκει ακόμα άπαρτο και όρθιο.

 

Η πολιορκία διήρκεσε 68 ημέρες (21 Ιουλίου- 28 Σεπτεμβρίου 1936). Το φρούριο δέχθηκε περίπου 10.000 βλήματα πυροβόλων, 2.000 βλήματα όλμων, 1.500 οπλοβομβίδες και 500 βόμβες κατά τη διάρκεια 30 αεροπορικών επιθέσεων. Από τους 1.250 υπερασπιστές του σκοτώθηκαν ή τραυματίσθηκαν 596 και λιποτάκτησαν 35. Επιπλέον κατά τη διάρκεια της πολιορκίας γέννησαν δύο γυναίκες που είχαν καταφύγει στο φρούριο.

Το Αλκαζάρ με τον ηρωισμό που επέδειξαν οι υπερασπιστές του και με την τελική του σωτηρία κατά το πρώτο έτος του τριετούς εμφυλίου πολέμου, έγινε σύμβολο αγώνα, αυτοθυσίας και θάρρους για τους Εθνικιστές. Από τους υπερασπιστές του μόνο ένας επέζησε του Εμφυλίου πολέμου κι αυτός αποσύρθηκε εγκαίρως από το μέτωπο κατόπιν διαταγής του στρατηγού Φράνκο, για να υπάρχει έστω κι ένας επιζών από τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ανιδιοτέλεια και τον βαθύ πατριωτισμό τους. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι η απελευθέρωση του Αλκαζάρ μπορεί να αποτέλεσε έναν λαμπρό θρίαμβο για τον στρατηγό Φράνκο αλλά αυτός ο θρίαμβος υπήρξε μια δίκοπη λεπίδα γιατί καθυστέρησε περίπου ένα μήνα την  πορεία των δυνάμεων του προς την Μαδρίτη, προκειμένου να απελευθερώσει το Αλκαζάρ, έδωσε όλον τον χρόνο στους Δημοκρατικούς να προετοιμάσουν σε ικανό βαθμό την υπεράσπιση της Μαδρίτης. Ωστόσο ο στρατηγός Φράνκο παρέμενε αισιόδοξος. Βγαίνοντας από τα ερείπια του Αλκαζάρ είχε δηλώσει εμφατικά: «Τώρα ο πόλεμος έχει κερδηθεί!» 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s