Το ανορθωτικό έργο του Ιουστινιανού

 

Ιουστινιανός Α’ (483-565)

 

Γράφει η Φωτεινή Δαρσινού

Ιστορικός, Φιλόλογος

Ο  Ιουστινιανός  Α΄ (Φλάβιος  Πέτρος  Σαββάτιος   Ιουστινιανός,  Flavius Petrus Sabbatius Iustinianus) ή Μέγας Ιουστινιανός διετέλεσε βυζαντινός αυτοκράτορας  από το 527 έως το 565.Γεννήθηκε στο χωριό Tαυρήσιο (Tauresium) και προερχόταν από  αγροτική οικογένεια. Μητέρα του ήταν η Βιγιλαντία, αδερφή του Ιουστίνου, σημαντικού στρατηγού του βυζαντινού στρατού και μετέπειτα αυτοκράτορα, ο οποίος  ανέλαβε την ανατροφή και  τη μόρφωση του ανιψιού του,αφού ο ίδιος ήταν άτεκνος. Με την άνοδο του Ιουστίνου στην εξουσία  το 518, ο Πέτρος Σαββάτιος δέχθηκε το αξίωμα του πατρικίου και μετονομάστηκε σε «Ιουστινιανός». Το 521, ο Ιουστινιανός  έγινε  Ύπατος και τον Απρίλιο του 527 ο Ιουστίνος  τον αναγόρευσε,μαζί με την σύζυγό του Θεοδώρα, Αύγουστο και συναυτοκράτορα. Με το θάνατο του Ιουστίνου, τέσσερις μήνες αργότερα, πήρε στα χέρια του τον απόλυτο έλεγχο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μητρική του γλώσσα ήταν τα λατινικά, βέβαια γνώριζε πολύ καλά  και την ελληνική γλώσσα. Εγκαταστάθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έλαβε πολύπλευρη μόρφωση έχοντας στο πλευρό του τους καλύτερους δασκάλους της εποχής. Συνέχεια

Advertisements

Η τελευταία νύχτα πριν την Άλωση και ο λόγος του Παλαιολόγου

Η τελευταία νύχτα πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή σημαντικό θέμα έρευνας των ιστορικών. Τι πραγματικά συνέβη, κάτω από τις συνθήκες της εποχής και υπό το βάρος της επίθεσης του οθωμανικού στρατού του Μωάμεθ του Β’. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος της δυναστείας των Παλαιολόγων και τελευταίος Αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, κατέχει φυσικά δεσπόζουσα θέση στις τελευταίες αυτές στιγμές. Στον τελευταίο λόγο του, το βράδυ πριν την άλωση, απευθυνόμενος στους άρχοντες, στους δημάρχους, στους εκατόνταρχους και στους βαθμοφόρους του στρατού, έκανε επίκληση στο εθνικό συναίσθημα τονίζοντας την κοινή Ελληνική καταγωγή, την παράδοση και την οικογένεια, ενώ δεν παρέλειψε -όπως ήταν λογικό- την ορθόδοξη πίστη και θρησκεία που απειλούνταν από την «ψεύτικη θρησκεία του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ».

Featured image

Ο λόγος του Παλαιολόγου, καταγράφηκε από μνήμης από τον Γεώργιο Σφραντζή, παιδικό φίλο και συνεργάτη του αυτοκράτορα, στο «Χρονικόν της Αλώσεως»: Συνέχεια

Νικηφόρος Φωκάς – Ιωάννης Τσιμισκής, οι κορυφαίοι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας

Ο Νικηφόρος Φωκάς.

Στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας, η αυτοκρατορία άκμασε λόγω των ανακτήσεων πολλών παλαιότερων εδαφών από τους μωαμεθανούς σε Αιγαίο και Ανατολή, αρχικά με στρατηλάτη-αυτοκράτορα το Νικηφόρο Φωκά και αργότερα με τον Ιωάννη Τσιμισκή. Απαρχή όλων αυτών των γεγονότων αποτέλεσε η άνοδος στον αυτοκρατορικό θρόνο, το 959 μ.Χ., του Ρωμανού Β’ διαδόχου του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Από αυτή την περίοδο ξεκίνησε η ακμή της Μακεδονικής δυναστείας.
Ο Ρωμανός όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του, ήταν 24 χρονών, νυμφευμένος με την πανέμορφη Θεοφανώ, ο ρόλος της οποίας ήταν καθοριστικός στα κατοπινά χρόνια. Παρότι ήταν ικανός δεν ασχολήθηκε με την διοίκηση της αυτοκρατορίας αλλά αρκέστηκε να διορίσει το 958 παραδυναστεύοντα της Συγκλήτου τον ευνούχο Ιωσήφ Βρίγγα. Από τότε ο Βρίγγας διοικούσε ουσιαστικά όλες τις κτήσεις του Βυζαντίου. Επίσης ο Ρωμανός ανέθεσε το αξίωμα του Δομέστικου των σχολών της Ανατολής στο Νικηφόρο Φωκά και αυτό της Δύσης στον Λέοντα Φωκά. Όπως υποστηρίζει ο Ostrogorsky, η ολιγόχρονη βασιλεία του Ρωμανού παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο ως μετάβαση στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά αλλά και του Τσιμισκή.
Τον Ιούλιο του 960 ο Νικηφόρος Φωκάς εκστρατεύει εναντίον της Κρήτης και μετά από πολιορκία 8 μηνών την επανακτεί για λογαριασμό της αυτοκρατορίας. Στις 7 Μαρτίου 961 ο Φωκάς ελέγχει όλο το νησί. Η στρατηγική ικανότητα του Νικηφόρου φάνηκε όταν χρησιμοποίησε γέφυρες-σκάλες από τα πλοία ακόμα και τις συνέδεσε με τα αφύλακτα παράλια. Η γρήγορη αποβίβαση του στρατεύματος αιφνιδίασε τους μουσουλμάνους και τελικά οδήγησε στην οριστική κατάληψη του Χάνδακα. Κατά την είσοδο του Φωκά στην πόλη του Χάνδακα, μετά την λεηλασία του στρατεύματος, ο Φωκάς φρόντισε για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης στους μωαμεθανούς. Τα πλούσια λάφυρα μαζεύτηκαν και θα δίνονταν στον αυτοκράτορα κατά την επιστροφή στη Βασιλεύουσα. Η υποδοχή που ετοίμασε ο Ρωμανός Β΄ ήταν πράγματι μεγαλοπρεπέστατη.
Αναφέρει ο Παπαρηγόπουλος «Μπροστά προπορεύονταν τ’αμάξια που μετέφεραν τα λάφυρα: χρυσό και πάρα πολύ ασήμι σε βαρβαρικό νόμισμα και άκοπο, πέπλα με χρυσά στολίδια, τάπητες βαμμένοι με θαλασσινή πορφύρα, κειμήλια κάθε είδους επεξεργασμένα με πολλή τέχνη, ακτινοβολώντας από το χρυσάφι, λόγχες, ασπίδες και τόξα αναρίθμητα». Μετά από τα λάφυρα ακολουθούσαν οι αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν ο εμίρης  Αμπντούλ Αζίζ και τα μέλη της οικογένειάς του. Ο Ρωμανός τους φέρθηκε ανάλογα και τους δώρισε ένα κτήμα έξω από τη Βασιλεύουσα για να ζουν με αξιοπρέπεια. Ο εμίρης κράτησε την πίστη του, οι απόγονοί του όμως βαπτίστηκαν χριστιανοί και έμειναν γνωστοί στην ιστορία με το όνομα των Ανεμάδων.
Μετά από ξεκούραση λίγων βδομάδων ο Φωκάς στάλθηκε σε νέα εκστρατεία εναντίων των Αράβων του Σαϊφ αλ Νταουλάχ και κατέλαβε τις πόλεις Ανάζαρβο, Γερμανίκεια, Δολίχη, Τελούχ, και τον Δεκέμβριο του 962, την πρωτεύουσα της Συρίας, το Χαλέπι. Έτσι μετά την ανάκτηση της Κρήτης και την νίκη στην Ασία, ο Φωκάς απομάκρυνε άλλο ένα επικίνδυνο αραβικό κίνδυνο για την αυτοκρατορία. Οι επιτυχίες αυτές του Νικηφόρου Φωκά ανησυχούσαν  τον ευνούχο Βρίγγα και μετά τον απρόσμενο θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού, τον Μάρτη του 963, προσπάθησε να κρατήσει μακριά τον Φωκά από την Κωνσταντινούπολη. Η Θεοφανώ όμως, μετά τον θάνατο του συζύγου της, θέλοντας να παραμείνει στο προσκήνιο σαν αυτοκράτειρα χάλασε τα σχέδια του Βρίγγα και ήρθε σε συμφωνία με τον Φωκά.
Ο τελευταίος εισήλθε στην Πόλη στις 14 Αυγούστου και μετά από λίγες μέρες αναρχίας και πολεμικών συμπλοκών μεταξύ των υποστηρικτών του Ιωσήφ Βρίγγα και του στρατού του Νικηφόρου, ορκίστηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας στις 16 του ίδιου μηνός. Την ώρα που ετοιμαζόταν να εισέλθει ο Φωκάς στην Αγία Σοφία για να στεφθεί αυτοκράτορας, ο λαός φώναζε με μια φωνή: «Τον Νικηφόρο βασιλιά ζητά ο λαός, τον Νικηφόρο οι νόμοι δέχονται, τον Νικηφόρο το παλάτιο δέχεται. Αυτές είναι οι ευχές του παλατιού, αυτές είναι οι θελήσεις του στρατοπέδου, αυτές είναι οι ευχές του λαού. Τον Νικηφόρο αναμένει ο κόσμος, τον Νικηφόρο δέχεται ο στρατός. Το κοινό καλό τον Νικηφόρο ζητά. Για το κοινό καλό ο Νικηφόρος θα βασιλέψει. Εισάκουσέ μας Θεέ, Σε παρακαλούμε, εισάκουσέ μας Θεέ και δίνε ζωή στον Νικηφόρο. Νικηφόρε αύγουστε, εσύ ο ευσεβής, εσύ ο σεβαστός. Ο Θεός σ’έδωσε, ο Θεός θα σε φυλάξει. Σεβόμενος τον Χριστό νικάς πάντα. Πολλούς χρόνους ο Νικηφόρος θα βασιλέψει. Το βασίλειο των χριστιανών θα περιφρουρήσει ο Θεός».
Με τη στέψη του αυτή, ο Νικηφόρος κατάφερε να συνδεθεί νόμιμα με την Μακεδονική δυναστεία αφού νυμφεύθηκε τη Θεοφανώ και αυτομάτως έγινε πατριός των δύο μικρών παιδιών της. Άμεσα ο νέος αυτοκράτορας επέλεξε τους δικούς του ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά για την στρατιωτική και όχι μόνο διοίκηση της αυτοκρατορίας του. Στη θέση που είχε ο ίδιος πριν τον Αύγουστο του 963, δηλαδή του Δομέστικου της Ανατολής διόρισε τον Ιωάννη Τσιμισκή. Σ’αυτή του Δομέστικου της Δύσης παρέμεινε ο αδερφός του Λέοντας και Καίσαρας ορίστηκε ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς. Όσο για τον μέγα πολέμιο του Νικηφόρου, τον Ιωσήφ Βρίγγα, αρχικά τον εξόρυξε στην Παφλαγονία και αργότερα κλείστηκε σε μοναστήρι όπου απεβίωσε εκεί.
Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική ο Νικηφόρος θέλησε να βάλει τέλος στο πλουτισμό της εκκλησίας. Πολλοί κληρικοί είχαν ξεχάσει τον πραγματικό ρόλο τους και ασχολούνταν αποκλειστικά με τον προσωπικό τους χρηματικό κέρδος. Ο νέος αυτοκράτορας διακρινόταν για τις στρατηγικές του ικανότητες αλλά και για τον ασκητικό τρόπο ζωής του. Σαν πιστός χριστιανός μελετούσε τις Γραφές και προσευχόταν καθημερινά, απαγόρευε στον εαυτό του υλικές πολυτέλειες και είχε συχνή επικοινωνία με πνευματικούς και ασκητικούς ανθρώπους. Προσπάθησε και κατάφερε να περιορίσει την αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας με διάταγμα του, το 964, με το οποίο απαγόρευε την περαιτέρω αύξηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής γαιοκτησίας. Απαγορεύθηκε επίσης και η ίδρυση νέων μοναστηριών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων για τον ίδιο λόγο. Το 965 συνέχισε τον πόλεμο στην ανατολή και με την κατάκτηση της Κιλικίας και της Κύπρου άνοιξε ο δρόμος για την απόλυτη κυριαρχία του στη Συρία.
Έτσι κατόρθωσε να αυξήσει σημαντικά τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα σπουδαία κέντρα της ανατολής όπως η Αντιόχεια και Χαλέπι που οι κάτοικοί τους σαν υποτελείς πλήρωναν φόρους στο βυζαντινό κράτος. Την αυτή περίοδο Βούλγαροι απεσταλμένοι φτάνουν στη Βασιλεύουσα και απαιτούν, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση της Πόλης και χορηγίες. Ο Νικηφόρος αφού τους είπε «Φοβερό θα ήταν αν, έχοντας νικήσει όλους μας τους αντιπάλους, φτάναμε στο σημείο σαν δούλοι αιχμάλωτοι να πληρώσουμε φόρους σε σκυθικό έθνος, φτωχό και μολυσμένο» τους τιμώρησε για το θράσος τους, τους εξεδίωξε και για να μην ανοίξει και άλλο μέτωπο ταυτόχρονα με την ανατολή, πρόσφερε συνεργασία και χρήματα στον Ρώσο ηγεμόνα Σβιατοσλάβο ώστε να εισβάλει στη Βουλγαρία, κάτι που τελικά έγινε. Στα εσωτερικά του Βυζαντίου πάλι, ο Νικηφόρος το 967 εξέδωσε διάταγμα όπου αφαιρείται το δικαίωμα προτεραιότητας των χωρικών σε περίπτωση εκποίησης κτημάτων των λεγόμενων «δυνατών». Μ’αυτόν τον τρόπο ο Νικηφόρος σταματά οριστικά την αντί-αριστοκρατική πολιτική που ακολουθούσαν οι προκάτοχοί του.
Ωστόσο, δεν κατάφερε να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό του έργο εξαιτίας της προδοσίας της συζύγου του Θεοφανώς και του ανιψιού και συνεργάτη του Ιωάννη Τσιμισκή. Τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου 969 δολοφονήθηκε στον κοιτώνα του από τον Ιωάννη. Η δολοφονία αυτή ουσιαστικά ήταν έργο της Θεοφανώς, που έπεισε τον εραστή της Ιωάννη να τη διαπράξει. Βλέπουμε πάλι τον παρασκηνιακό και καίριο ρόλο της αυτοκράτειρας, που όλη της η ζωή ήταν γεμάτη από συνωμοσίες, παράνομους έρωτες και δολοπλοκίες με μόνο στόχο την παραμονή της ιδίας στα πολιτικά πράγματα. Την μοιραία εκείνη νύχτα ο Νικηφόρος παρακολουθούσε εκκλησιαστικές ψαλμωδίες όταν κάποιος έμπιστος του τον ενημέρωσε για το υπαρκτό σχέδιο ανατροπής του. Μάλιστα υπήρχαν πληροφορίες ότι οι δολοφόνοι του κρύβονταν ήδη στον γυναικωνίτη, κάτι το οποίο ίσχυε απολύτως αφού η ίδια η Θεοφανώ είχε φροντίσει γι’αυτό. Ο αυτοκράτορας όμως δεν μπορούσε να φανταστεί τη συνωμοσία της συζύγου του. Αφού κοιμήθηκε ο Νικηφόρος, βγήκαν από τον γυναικωνίτη ο Τσιμισκής και οι λοιποί συνωμότες. Όρμησαν πάνω του και τον χτυπούσαν, ο Τσιμισκής μάλιστα τον απειλούσε και του τραβούσε με μίσος τα γένια, πιθανώς επηρεασμένος από λόγια της Θεοφανούς. Η μόνη αντίδραση του Νικηφόρου Φωκά λίγο πριν δολοφονηθεί ήταν τα λόγια «Θεοτόκε βοήθα».
Ο Ιωάννης Τσιμισκής
Εν μία νυκτί ο Ιωάννης Τσιμισκής κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο και τα νέα έγιναν γρήγορα γνωστά. Παρόλα αυτά, το παράνομο ζευγάρι αντιμετώπισε πρόβλημα από τον Πατριάρχη Πολύευκτο, ως προς την έγκρισή του. Η Θεοφανώ ήθελε να παντρευτεί τον Τσιμισκή για να παραμείνει στα πράγματα. Ο Πατριάρχης όμως γνωστοποίησε ότι ήταν ανήθικο να νομιμοποιήσει στην ουσία την δολοφονία του Νικηφόρου από τους συνωμότες, που τώρα ζητούσαν να παντρευτούν σύμφωνα με το εθιμοτυπικό. Έτσι ο Πολύευκτος πρότεινε στον Ιωάννη να απομακρύνει την Θεοφανώ από τα ανάκτορα και να τιμωρήσει τους άλλους δολοφόνους του Φωκά για να τον στέψει αυτοκράτορα. Ο Τσιμισκής δέχθηκε το αντάλλαγμα αναγκαστικά.
Επιπλέον ο Πατριάρχης απαίτησε από τον Τσιμισκή να ακυρώσει το διάταγμα που είχε θεσπίσει ο Νικηφόρος Φωκάς για την απαγόρευση της αύξησης της εκκλησιαστικής περιουσίας κάτι που επίσης δέχθηκε ο νέος αυτοκράτορας. Η Θεοφανώ τιμωρήθηκε με εξορία ως αντιστάθμισμα σε όσα είχε διαπράξει. Η περίοδος της αυτοκρατορίας του Ιωάννη Τσιμισκή έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τη στρατηγική μεγαλοφυΐα και ικανότητα του. Όπως είδαμε στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά, η αυτοκρατορία ανέκτησε καταρχήν πολλά εδάφη από τους μωαμεθανούς και στη συνέχεια κατέκτησε επιπλέον εδάφη τόσο στην ανατολή όσο και στη μεσόγειο. Ο Τσιμισκής όχι μόνο διατήρησε τα εδάφη που είχε προσαρτήσει ο Νικηφόρος αλλά κατέκτησε και άλλα. Ο Σβιατοσλάβος, που είχε χρησιμοποιήσει ο Φωκάς για να αναχαιτίσει τους Βούλγαρους,ενθαρρυμένος τώρα από την αύξηση της δύναμής του και την δολοφονία του Φωκά παρουσιάζεται απειλητικός και ζητά απαιτητικά από τον Ιωάννη να του παραχωρήσει την Βασιλεύουσα και όλες τις ευρωπαϊκές κτήσεις της αυτοκρατορίας και οι Βυζαντινοί να αποσυρθούν στην Ασία!
Ο Τσιμισκής αρνήθηκε βεβαίως και ετοίμασε τις δυνάμεις του για πολεμική αναμέτρηση. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας του ήταν από τα πιο ένδοξα της βασιλείας του. Κατέκτησε διαδοχικά την Μεγάλη Πρεσθλάβα, τη Σιλιστρία και χρησιμοποιώντας το περίφημο υγρό πυρ, ανάγκασε τον Σβιατοσλάβο σε παράδοση. Έτσι οι δυνάμεις του Σβιατοσλάβου κατήντησαν ουσιαστικά μέρος του βυζαντινού στρατού, καθώς χρησιμοποιήθηκαν σαν αμυντικές εφεδρείες σε ενδεχόμενες επιθέσεις στα εδάφη της αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Έτσι με την εκστρατεία αυτή το 971, ο Τσιμισκής όχι μόνο απάλλαξε την αυτοκρατορία από τους Ρώσους αλλά προσάρτησε οριστικά πια την Βουλγαρία σαν επαρχία της αυτοκρατορίας.
Ακόμα μεγαλύτερης σημασίας ήταν οι νίκες του στην ανατολή. Με μία επιβλητική αντεπίθεση τα έτη 974-975 ο Ιωάννης έκανε αποφασιστικές μάχες στη Συρία. Κατέκτησε την Αντιόχεια, την Ηλιούπολη, τη Δαμασκό φτάνοντας μέχρι τους Αγίους Τόπους, την Τιβεριάδα, τη Ναζαρέτ και την Καισάρεια. Μ’αυτές τις κατακτήσεις εδραιώθηκε η θέση της αυτοκρατορίας στην Εγγύς Ανατολή και ολοκληρώθηκε το έργο που ξεκίνησε ο Νικηφόρος Φωκάς. Μετά τις ενέργειές αυτές ο Ιωάννης Τσιμισκής επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε μετά από λίγο από τύφο, στις 10 Ιανουαρίου του 976.
Τελειώνοντας, το στρατιωτικό και επεκτατικό έργο του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή συνετέλεσε στην απόλυτη ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας. Η στρατηγική ικανότητα των δύο ανδρών προσέδωσε στην αυτοκρατορία σημαντικές νίκες και εδάφη που αποδείχθηκαν καίριες για το μέλλον του Βυζαντίου.

Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος ~ Ο τελευταίος των Ελλήνων αυτοκρατόρων

         «Ως προς το να σου παραδώσω την πόλη, ούτε δική μου είναι ούτε κανενός άλλου που κατοικεί σ’αυτήν. Αποφασίσαμε απο κοινού να πεθάνουμε με τη θέλησή μας.» Μ’ αυτά τα λόγια ο τελευταίος αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο έβδομος της δυναστείας των Παλαιολόγων απάντησε στις προτάσεις ειρήνης του Μωάμεθ, δίνοντας το σύνθημα της συνέχισης της υπεράσπισης των τειχών της Πόλης μέχρι τελικής πτώσης. Στην απόφαση αυτή του αυτοκράτορα και της συγκλήτου δεν φαίνεται ούτε στο ελάχιστο κανένα είδος πολιτικού κυνικού ρεαλισμού, αντιθέτως δίνεται το στίγμα της μάχης στον υπέρτατο αγώνα της αυτοθυσίας και της τιμής που είχε σαν αποτέλεσμα την άλωση της Κωνσταντινούπολης και τον θάνατο του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου, του αυτοκράτορα που ρίχτηκε στη μάχη και γνώριζε απο την αρχή πως ήταν εθελοντής θανάτου.
          Ανέλαβε τον θρόνο της Βασιλεύουσας το 1449 και παρέλαβε την αυτοκρατορία στην ύψιστη παρακμή της. Δεν στέφθηκε αυτοκράτορας σύμφωνα με το εθιμοτυπικό στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, εξαιτίας των ερίδων μεταξύ ενωτικών- ανθενωτικών που ταλάνιζαν τότε την Ορθόδοξη εκκλησία. Ταυτόχρονα ο Κωνσταντίνος είχε να αντιμετωπίσει και την διαχρονική απειλή των Οθωμανών. Ετσι απολύτως συνειδητά στράφηκε προς τη Δύση, όπως θα έκανε κάθε λογικός ηγέτης, με γνώμονα το συμφέρον της αυτοκρατορίας. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσουν στην Πόλη ταραχές και διαφωνίες σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε η ακραία πλευρά των ανθενωτικών να διακηρύξει προφητικά πως προτιμά να δεί στους δρόμους της Πόλης «τούρκικο φακιόλι παρά λατινική καλύπτρα». Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν διαδέχτηκε στο θρόνο του Σουλτάνου, μετά τον θάνατο του Μουράτ Β’, ο ελληνομαθής γιός του Μωάμεθ ο επονομαζόμενος Πορθητής. Η πρώτη του ενέργεια απέναντι στους Βυζαντινούς ήταν η κατασκευή του Ρούμελι Χισάρ, που σκοπό είχε την αποκοπή της Πόλης απο τον Εύξεινο Πόντο. Άμεση αντίδραση του Κωνσταντίνου ήταν η στροφή, ακόμα πιο αποφασιστικά, για βοήθεια προς τη Δύση και για ένωση των εκκλησιών, που τελικά επετεύχθει στις 12 Δεκεμβρίου 1452 στην Αγία Σοφία. Παράλληλα συγκέντρωσε στις αποθήκες του κράτους τρόφιμα για να ανταπεξέλθουν οι κάτοικοι κατα την διάρκεια της πολιορκίας. Έκοψε νόμισμα απο τα εκκλησιαστικά σκεύη που παραχωρήθηκαν απο την εκκλησία την δύσκολη αυτή στιγμή. Ενίσχυσε τα τείχη στο μέτρο του δυνατού και περίμενε μαζι με τον λαό του, αποφασιστικά την επίθεση του Μωάμεθ.
          Η επίθεση ξεκίνησε στις 5 Απριλίου 1453. Ο Αυτοκράτορας μάζι με τον Ιωάννη Ιουστινιάνι τοποθετήθηκαν στο κέντρο των επιχειρήσεων στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ακριβώς απέναντι τοποθετήθηκε απο τους οθωμανούς το τεράστιο πυροβόλο του Ουρβανού. Οι υπερασπιστές της Βασιλεύουσας ανέρχονταν, σύμφωνα με τις πηγές,στις 7.000 με 8.000. Αντίθετα οι πολεμιστές του Μωάμεθ στις 160.000. Η μάχη ήταν άνιση, ωστόσο οι λιγοστοί αυτοί υπερασπιστές της χριστιανοσύνης και του Ελληνισμού ανάγκασαν τους Τούρκους σε τρομερές απώλειες, που προκάλεσαν την οργή του ίδιου του Μωάμεθ.Οι συνεχείς υποχωρήσεις των Οθωμανών συχνά με άτακτη μορφή, οι νικηφόρες για τους Έλληνες μάχες σώμα με σώμα πάνω στα τείχη και η χρήση του υγρού πυρός γέμισε με χιλιάδες νεκρούς το στρατόπεδο του Πορθητή. Ο Μωάμεθ απογοητευμένος έστειλε προτάσεις ειρήνης στον Κωνσταντίνο για να του παραδώσει αμαχητί την Πόλη με αντάλλαγμα την σωτηρία αυτού και των κατοίκων της. Και αυτή η προσπάθεια του δεν τελεσφόρησε. Στίς 27 Μαίου ο Μωάμεθ συγκάλεσε συμβούλιο σκεπτόμενος οτι ο αγώνας του ήταν μάταιος. Τελικά οι σύμβουλοί του τον έπεισαν να συνεχίσει την προσπάθειά του να κυριεύσει την Βασιλεύουσα. Η έναρξη της τελικής μάχης ορίστηκε στις 29 Μαίου. Στο στρατόπεδο των Βυζαντινών μέσα σε κλίμα έντονης φόρτισης τελέστηκε πάνδημη λιτανεία με την περιφορά της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας. Αμέσως μετά σε ομιλία του κάλεσε τους κατοίκους και υπερασπιστές της πόλης του Μεγάλου Κωνσταντίνου σε αγώνα υπέρ βωμών και εστιών, υπέρ πίστεως και πατρίδος.
       Τα ξημερώματα της 29ης Μαίου η πόλη δεχόταν επίθεση απο όλες τις πλευρές. Η επίθεση των γενίτσαρων, της επίλεκτης φρουράς του σουλτάνου, παρά τη σφοδρότητά της αναχαιτίστηκε απο τους Βυζαντινούς. Η Κερκόπορτα όμως έμελλε να αλλάξει τη ροή της ιστορίας… Χωρίς μέχρι σήμερα να χει πλήρως αποσαφηνιστεί, πιστέυεται ότι η μικρή αυτή πύλη που συνέδεε την πόλη με τον περίβολο του τείχους αφέθηκε επίτηδες αφύλακτη και ανοιχτή απο κάποιους προδότες. Αποτέλεσμα ήταν οι πολεμιστές των τειχών να αιφνιδιαστούν βλέποντας μπροστά τους μια ομάδα γενίτσαρων και σε συνδυασμό με τον τραυματισμό και τη φυγή του γενναίου Ιουστινιάνι, προκλήθηκε πανικός και ακουγόνταν απο πολλούς όλο και πιο έντονα η φράση «η Πόλις εάλω». Ο Κωνσταντίνος μάταια προσπάθησε να συκρατήσει τους πανικόβλητους μαχητές του. Έτσι μαχόμενος σκληρά μέχρι την τελευταία στιγμή, βρισκόμενος ανάμεσα σε αλλόθρησκους γενίτσαρους ψέλλισε «Ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν εμού;» .
       Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δραγάση Παλαιολόγου η λαική μούσα μπόλιασε με αρκετούς θρύλους την ελληνορθόδοξη παράδοση. Ο θρύλος του Μαρμαρωμένου βασιλιά ταυτίστηκε λανθασμένα όμως με τον τελευταίο αυτοκράτορα της Πόλης. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της Άλωσης το σώμα του Κωνσταντίνου βρέθηκε και το κεφάλι του στάλθηκε στον σουλτάνο. Το ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ο τάφος του Παλαιολόγου οδήγησε πολλούς στην εντύπωση οτι αυτός είναι ο μαρμαρωμένος βασιλιάς. Όμως μαρτυρίες απο οθωμανούς μετά την άλωση, αναφέρουν ότι κατόπιν εντολής του Μωάμεθ κοντά στο Γκιούλ τζαμί (σσ: πρόκειται για την ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας, όπου αμέσως μετά την άλωση όταν μπήκαν οι οθωμανοί στην εκκλησία και την είδαν στολισμένη στα τριαντάφυλλα αναφώνησαν <> δηλ. η εκκλησία των ρόδων) υπήρχε ένας ανοιχτός τάφος χωρίς καμιά επιγραφή όπου πάντα το καντήλι έκαιγε με έξοδα πληρωμένα απο το θησαυροφυλάκιο του. Αυτός ο τάφος εικάζεται οτι ανήκει στο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ωστόσο μια άλλη αποκάλυψη της αρχαιολόγου Μαριας Θεοχάρη αναφέρει οτι στο υπόγειο του Γκιούλ τζαμί υπάρχει ένα μνήμα με την ελληνική επιγραφή «Ενθάδε κείται ο 13ος Απόστολος.» Αυτό τον χαρακτηρισμό είχε αποδόσει η εκκλησία στον Μεγάλο Κωνσταντίνο, δεδομένου όμως οτι ο τάφος του Μ.Κωνσταντίνου έχει βρεθεί γεννιέται μυστήριο για το ερώτημα σε ποιόν ανήκει ο τάφος. Το γεγονός ότι δεν αναφέρεται το όνομα του νεκρού αλλα και το ότι ο τάφος είναι ουσιαστικά κρυμμένος δίνουν ιδιαίτερη τροφή στον θρύλο του Μαρμαρωμένου βασιλιά…