Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο γιος της «καλογρηάς», συνοπτική βιογραφική αναφορά

 

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια συνοπτική βιογραφική αναφορά του οπλαρχηγού της Επανάστασης του 1821, όπως τη διασώζει ο Μιχάλης Μυριδάκης στο βιβλίο του «Οι αγώνες της Φυλής – Η Εθνική Αντίσταση 1941 – 1944», τόμος Ά.

Όπως αναφέρει και ο ίδιος αν και η περίοδος της Επαναστάσεως δεν είναι σχετική με αυτή της Εθνικής Αντίστασης, καταγράφει τις μαρτυρίες κατοίκων της Σκουληκαριάς το Νοέμβριο του 1942 και ενώ ο ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα διεξήγαγε τις πρώτες νικηφόρες μάχες κατά των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής, επειδή όσα έγραφαν τότε οι ιστορικοί και οι βιογράφοι του θρυλικού οπλαρχηγού για τη γέννηση, την καταγωγή και τους γονείς του ήταν αντίθετα από αυτά που τόνιζαν οι συντοπίτες του. Συνέχεια

«Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος»: ο εθνικοαπελευθερωτικός και θρησκευτικός χαρακτήρας της Επανάστασης

 

 

Η εθνεγερσία του 1821 αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Ο χαρακτήρας της ήταν αποκλειστικά εθνικός και θρησκευτικός, παρά τις επικλήσεις ορισμένων σύγχρονων ιστορικών και μη. Αυτές οι απόψεις βασίζονται περισσότερο στο σύγγραμμα του ιστορικού και στελέχους του ΚΚΕ, Γιάνη Κορδάτου, «Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821» που εξεδόθη το 1924. Στο σύγγραμμα αυτό ο Κορδάτος αναφέρεται στον ταξικό χαρακτήρα της Επανάστασης και στην εισαγωγή του βιβλίου του αναφέρει πως τα αίτια της ήταν «υλιστικά». Για την εποχή εκείνη μάλιστα η μαρξιστική – κομμουνιστική αυτή οπτική αποτελούσε νέο ρεύμα. Ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του: «Η Επανάστασις του 21 δεν είνε αυθαίρετον κατασκεύασμα ούτε των πρωταγωνιστών αυτής ούτε της «πίστεως και φιλοπατρίας» των τότε υποδούλων ρωμιών. Υπάρχουν άλλα βαθύτερα αίτια τα οποία συνετέλεσαν διά την ανάπτυξιν και έκκρηξίν της. Και τα αίτια αυτά είναι υλιστικά. Καμμία «κοινωνική» ή «εθνική’ Επανάστασις μέχρι τούδε δεν προεκλήθη από την θέλησιν ωρισμένων προσώπων ή από οιαδήποτε υποκειμενικά ιδεαλιστικά ελατήρια. Αι μεγάλαι πολιτειακαί μεταβολαί εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος έχουν την καταγωγήν των εις οικονομικά φαινόμενα. Αλλά και αι «εθνικαί’ εξεγέρσεις δεν είνε ανεξάρτητοι από τον υλιστικόν παράγοντα οποίος κυριαρχεί εις την ζωήν». {1} Συνέχεια

Ορθόδοξη Εκκλησία και Επανάσταση του 1821

 Featured image

                               Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’.

Με αφορμή την επέτειο του εορτασμού της Εθνεγερσίας του 1821 αλλά και της δεύτερης γιορτής αυτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου καλό θα ήταν να αποτιμήσουμε ιστορικά τη στάση που κράτησε η Ορθόδοξη Ελλαδική Εκκλησία απέναντι στον ξεσηκωμό του Γένους. Υπήρξε υπέρμαχος του ξεσηκωμού και στυλοβάτης της εθνικής προσπάθειας ή – όπως τελευταία αναφέρεται όλο και πιο έντονα – υπήρξε αντιδραστική απέναντι στις απανωτές προσπάθειες των Ελλήνων να αποτινάξουν τον Οθωμανικό ζυγό που για 368 χρόνια βασάνιζε τους Έλληνες;

Καταρχήν πρέπει να αναφερθεί συνοπτικά, πως η Επανάσταση του 1821 δεν αποτέλεσε τη μοναδική προσπάθεια του Ελληνισμού να απαλλαγεί από τον Τούρκο δυνάστη. Υπήρξαν αρκετές επαναστάσεις – εξεγέρσεις και ξεσηκωμοί των υπόδουλων Ελλήνων. Οι κυριότερες από αυτές ήταν το κίνημα του Κροκόδειλου Κλαδά στη Μάνη και στην Ήπειρο (1479-1481), τα κίνηματα του Επισκόπου Τρίκκης, Διονυσίου, γνωστότερου ως «Διονυσίου Σκυλοσόφου» όπως ειρωνικά τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι (1600,1611), τα Ορλωφικά και οι επαναστατικές ενέργειες του Λάμπρου Κατσώνη (1769-1792), οι συνεχείς αγώνες των Σουλιωτών κατά του Αλή πασά και βεβαίως ο αγώνας του Ρήγα Φεραίου, που ξεκίνησε την αφύπνιση των συμπατριωτών του κάνοντας επιπλέον επαφές για ενίσχυση του αγώνα από το Ναπολέοντα Βοναπάρτη.[1] Σ’αυτές τις πρώτες επαναστάσεις πρωτοστάτησαν πολλοί ιερείς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Επίσκοπο Διονύσιο που ανέφερα παραπάνω. Συνέχεια

Ιωάννης Καποδίστριας το άγος της δολοφονίας του αιτία της κακοδαιμονίας της Ελλάδας;

Του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου
Ιστορικού συνεργάτη


Πολλά έχουν ειπωθεί στην χώρα μας απο το 2010, όπου ήρθε και στην χώρα μας η οικονομική κρίση, για τα αίτια στα οποία οδήγησαν την χώρα μας σε αυτήν την κατάσταση. Πολλοί οικονομικοί ειδικοί – σωτήρες «γεννήθηκαν», νέα κόμματα και πολιτικοί σχηματισμοί δημιουργήθηκαν ή αναδημιουργήθηκαν και κυρίως, πολλοί νέοι φύγανε. Οι κατάσταση όμως που ζούμε οι περισσότεροι χειροτέρεψε. Στην αρχή έφταιγαν οι… τεμπέληδες Έλληνες, στην συνέχεια οι… προδότες πολιτικοί και η Μέρκελ, μετά, ο λαός που κοιμάται, ακολούθησαν όσοι έχουν λεφτά και τα βγάζουν στο εξωτερικό.
Στο παρακάτω κείμενο, θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα που πιστεύω πως ταλανίζει πολλούς απο εμάς και είναι ίδιο με αυτό που διατύπωσε πριν δύο περίπου αιώνες ο Χαρόλαος Τρικούπης: «Τις πταίει», με μια ίσως ιδιαίτερη και αιρετική απάντηση.
Κατα την άποψη του γράφοντα, κυριότερη αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας, διαχρονικά, βρίσκεται στον θάνατο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας του Ιωάννη Καποδίστρια καθώς με την δολοφονία του αλλα και την μετέπειτα πολιτική κατάσταση που επιβλήθηκε στην χώρα, δεν έγινε δυνατό να γεννηθεί μια αστική τάξη και να αναπτυχθεί αστικό κράτος εφάμιλλο με αυτό των άλλων ευρωπαϊκών – δυτικών κρατών.
Στην αρχή, θα γίνει μια μικρή ιστορική αναφορά του περιβάλλοντος στο οποίο κινήθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και του τι έκανε στην Ελλάδα και στην συνέχεια θα γίνει αναφορά στην δολοφονία του και στα αίτια της και στο πως αυτή επηρεάζει το σήμερα.
Η εκλογή του Καποδίστρια και η κατάσταση της τότε Ελλάδας
Την ιδέα να κληθεί ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης της Ελλάδος την είχε διατυπώσει πρώτος ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στην από 27-10-1821 επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Υψηλάντης επίσης υπέγραψε πρόσκληση του Καποδίστρια το 1822 και ο Πετρόμπεης το 1824. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1827, στην Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εκλέχθηκε ο Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας με θητεία επτά ετών. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της συνέλευσης, ο κυβερνήτης θα δεσμευόταν από το σύνταγμα της Επιδαύρου, έτσι όπως θα αναθεωρείτο από τη συνέλευση.
Σημαντικό ρόλο στην κλήση του Καποδίστρια στην Ελλάδα διαδραμάτισε και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αρχηγός του Αγγλικού κόμματος τότε, αν και αρχικά ήταν κατά της εκλογής του. Άλλαξε όμως γνώμη στη συνέχεια και ήταν αυτός που υφήρπασε την έγκριση του Άγγλου μοιράρχου Χάμιλτον, που είχε και τη σύμφωνη γνώμη του Στράτφορντ Κάνινγκ. Παρά ταύτα η εκλογή του θεωρήθηκε ως ήττα της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής και νίκη της Ρωσίας. Και είναι γεγονός ότι μεταξύ Καποδίστρια και Αγγλίας υπήρχε αμοιβαία δυσπιστία. Πριν δεχθεί την πρόταση που του έγινε, επισκέφθηκε την Πετρούπολη προκειμένου να αποδεσμευθεί επισήμως από την υπηρεσία του Τσάρου.
Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το Λονδίνο, όπου έφτασε σε ατυχή συγκυρία, δεδομένου ότι την επομένη της άφιξής του κηδευόταν ο Τζωρτζ Κάνινγκ. Η υποδοχή που του έγινε εκεί ήταν ψυχρή  Ύστερα από σύντομη παραμονή στο Παρίσι, όπου έγινε θερμά δεκτός, αναχώρησε για την Ελλάδα. Στις 18 Ιανουαρίου 1828 έφτασε στο Ναύπλιο επί του αγγλικού πολεμικού Warspite, όπου έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και τέσσερις μέρες αργότερα στην Αίγινα, πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.Λίγο αργότερα αποφασίστηκε το Ναύπλιο να ξαναγίνει πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.    
 
 
Για την κατάσταση του τότε ελληνικού κράτους και του χάους που επικρατούσε μας περιγράφει γλαφυρά η έκθεση του Υπουργού επί των εξωτερικών Α. Λόντου: «Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουσιν ούτε εμπόριον, ούτε τέχναι, ούτε βιομηχανία, ούτε γεωργία. Οι χωρικοί δεν σπείρουσι πλέον, διότι δεν έχουσι πεποίθησιν ότι θέλουσι θερίσει, και αν θερίσωσι, δεν ελπίζουσι να φυλάξωσι τους καρπούς των από τον στρατιώτην. Ο έμπορος δεν είναι ασφαλής εις τάς πόλεις τρέμει δ’ από τον φόβον των πειρατών, οι οποίοι έχουσιν ανοικτά τα όμματα και περιμένουσι τα πλοία εις την διάβασίν των να τα προσβάλωσιν. Η δολοφονία καλύπτει την κλοπήν με την μυστικότητα ο τεχνίτης δεν είναι βέβαιος ότι θα πληρωθή διά την εργασίαν του. Το δικαίωμα του ισχυροτέρου είναι το μόνον όπου υπάρχει πραγματικώς. Οι κοινωνικοί δεσμοί παρελύθησαν. Ο πολίτης δεν απολαύει του νόμου την υπεράσπισιν. Μόνη του λαού η ακένωτος μακροθυμία εμπόδισε τού να φθάσωσι τα πράγματα εις φρικωδεστέραν κατάστασιν».
Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή του Φρίντριχ Φον Τιρς: «Η χώρα όση είχε απελευθερωθεί ως εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε μ’ ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική πυρκαϊά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Εικοσιπέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμμιά μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δεν λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε».
Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική και τα οικονομικά του κράτους ανύπαρκτα, όπως ανέφερε ο Γραμματέας των Οικονομικών Π.Ν. Λιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εν τω ταμείω, αλλ’ ούτε ταμείον υπάρχει διότι δεν υπήρξε ποτέ» ούτε τα χρήματα της επισκευής της κυβερνητικής κατοικίας δεν είχαν να πληρώσουν «…Το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθια των…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας περιέγραψε την υποδοχή που του έγινε: «…Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ειδεί …(Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας,ο ελευθερωτής μας), εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος: Η γη εβρέχετο από δάκρυα εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησία.Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους, και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ.Και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και εσείς με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω ….».
Αλλού ανάφερε: «Από Καλαμάτας μέχρι Ναυπλίου, ούτε χωρίον υπάρχει εν, ούτε κώμη, ούτε πόλις , με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι, άλλοτε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καταλελιμνασμέναι υπό της πλημμύρας των ποταμών, χιλιάδες οικογενειών αναζητούσιν τας εαυτών εστίας ανά μέσον των ερήμων και των συντριμμάτων..».
Λίγα λόγια για το έργο του
Στο εσωτερικό της χώρας ο Καποδίστριας είχε να αντιμετωπίσει την πειρατεία, τους ανύπαρκτους θεσμούς, τη διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Μια από τις βασικές προϋποθέσεις που έθεσε για να αναλάβει την ηγεσία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν η αναστολή του συντάγματος και η διάλυση της βουλής, όροι που τελικώς έγιναν αποδεκτοί. Στη θέση της βουλής δημιούργησε το «Πανελλήνιον», ένα γνωμοδοτικό όργανο αποτελούμενο από 27 μέλη με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα, ενώ τη διακυβέρνηση ανέλαβε η κεντρική γραμματεία, ένα είδος υπουργικού συμβουλίου, διοικούμενο από τον ίδιο. Επίσης, χώρισε τη χώρα σε διοικητικές περιφέρειες. Αρχικά είχε δεσμευθεί για τη διενέργεια εκλογών τον Απρίλιο του 1828, στη συνέχεια όμως προχώρησε στην αναβολή αυτών λόγω της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε στο εσωτερικό. Όταν αυτές διεξήχθησαν, διατυπώθηκαν βάσιμες κατηγορίες για νοθεία. Αν και κυβερνήτης, ο Καποδίστριας εξελέγη σε 36 περιφέρειες, γεγονός που προκάλεσε την οργή των συνεργατών του, ένας εκ των οποίων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, παραιτήθηκε για τον λόγο αυτό από πληρεξούσιος και αναχώρησε για την Ύδρα.Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε και για τη δημιουργία δικαστηρίων θεσπίζοντας και κώδικα πολιτικής δικονομίας.
Μία από τις πρώτες του κινήσεις ήταν η καταστολή της πειρατείας, έργο το οποίο ανέλαβε με επιτυχία ο Ανδρέας Μιαούλης. Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας τον στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησε να προστατέψει τα σύνορα και να μειώσει την επιρροή των μέχρι τότε τοπαρχών «μίαν ευχήν διαβιβάζουσί μοι αι επαρχίαι, την διά παντός απαλλαγήν αυτών από της τυραννίας των προυχόντων και των οπλαρχηγών». Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο και καθιέρωσε τον φοίνικα ως εθνικό νόμισμα, αντικαθιστώντας το Τουρκικό γρόσι.
Όσον αφορά στην εκπαίδευση κατασκεύασε νέα σχολεία, εισήγαγε τη μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ίδρυσε εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, καθώς και το Ορφανοτροφείο Αίγινας σε μια προσπάθεια να οργανώσει το σχεδόν ανύπαρκτο εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν ίδρυσε όμως πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Στο πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να βρει λύση κι έτσι εκατομμύρια στρέμματα παρέμειναν στους μεγαλοϊδιοκτήτες (κοτζαμπάσηδες και Εκκλησία). Μερίμνησε επίσης για την ανοικοδόμηση του Μεσολογγίου και των Πατρών, όπου έστειλε τον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτη Βούλγαρη.
Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829 ίδρυσε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα.
Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και έγινε η πρώτη απόπειρα για την καλλιέργεια πατάτας. Στον Καποδίστρια αποδίδεται ένας τρόπος για την εισαγωγή της καλλιέργεια της πατάτας, ο οποίος αποδίδεται επίσης και στον Φρειδερίκο το Μεγάλο της Πρωσσίας το 1774, κάτι που παραμένει περίφημο ανέκδοτο σήμερα: Παραγγέλλοντας ένα φορτίο πατάτες, πρώτα διέταξε ότι πρέπει να προσφερθούν σε όποιον θα ενδιαφερόταν. Όμως οι πατάτες αντιμετωπίστηκαν με αδιαφορία από τον πληθυσμό και ολόκληρο το σχέδιο φάνηκε να αποτυχαίνει.
Όμως ο Καποδίστριας, έχοντας γνώση των ελληνικών συνηθειών, διέταξε ολόκληρη η αποστολή των πατατών να ξεφορτώνεται σε δημόσια επίδειξη στις αποβάθρες του Ναυπλίου, αλλά να φυλάσσονται από φαινομενικά αυστηρές φρουρές. Σύντομα, κυκλοφόρησαν φήμες για τις πατάτες, ότι, αφού τόσο καλά φρουρούνταν, έπρεπε να είναι μεγάλης σπουδαιότητας Και αφού ήταν έτσι, κάποιοι δοκίμαζαν να τις κλέψουν. Οι φρουρές είχαν διαταχθεί εκ των προτέρων να κάνουν με τρόπο τα στραβά μάτια και να επιτρέπουν ουσιαστικά την κλοπή. Έτσι, αναφέρει η ιστορία -αστικός μύθος- σύντομα όλες οι πατάτες του φορτίου είχαν κλαπεί και το σχέδιο του Καποδίστρια να τις εισαγάγει στην Ελλάδα είχε πετύχει.
 Προσπαθώντας να ενισχύσει την ελληνική οικονομία ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε, καθώς το δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων.
Αν και δημιούργησε ελληνικό και γαλλικό τυπογραφείο στην Αίγινα, πραγματοποίησε διώξεις εναντίον του Τύπου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις των εφημερίδων Ανεξάρτητος, Ηώς και Απόλλων, που είτε έκλεισαν λόγω αντικυβερνητικών θέσεων είτε οι εκδότες τους διώχθηκαν. Σφοδρή κριτική υπήρξε και για την τοποθέτηση των δύο αδερφών του, Βιάρου και Αυγουστίνου, στις δύο κορυφαίες θέσεις του αρχιναυάρχου και αρχιστράτηγου αντίστοιχα. Κατά γενική ομολογία, και οι δύο θεωρούντο ακατάλληλοι για τις θέσεις αυτές, ενώ κάποιοι ιστορικοί φτάνουν στο σημείο να θεωρούν ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πτώση του κυβερνήτη.
Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο Καποδίστριας δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με το πρωτόκολλο της 18ης Νοεμβρίου 1828 που έθετε το Μοριά και τις Κυκλάδες υπό την προσωρινή εγγύηση των συμμάχων. Με τον φόβο ότι οι Άγγλοι θα περιόριζαν την Ελλάδα σε αυτά τα σύνορα, οργάνωσε τακτικό στρατό συνεχίζοντας τον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία Όσον αφορά στην επιλογή του ηγεμόνα, ο Καποδίστριας πρότεινε τον Λεοπόλδο του Saxe-Coburg, ο οποίος όμως παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του θρόνου λόγω διαφωνιών για τα σύνορα. Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι ο Καποδίστριας επίτηδες απομάκρυνε τον Λεοπόλδο από τον θρόνο, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν αντιτάχθηκε στον ερχομό του. Γεγονός όμως είναι ότι όσοι ζητούσαν να έλθει ο Λεοπόλδος αντιμετώπισαν έντονη κυβερνητική δυσμένεια.
Παράλληλα οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα συνεχίζονταν, καθώς και η προέλαση των Ρώσων προς την Κωνσταντινούπολη Ανήσυχη από τις επιτυχίες της Ελλάδας και της Ρωσίας η Μεγάλη Βρετανία έσπευσε να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου. Μετά από διαπραγματεύσεις υπογράφηκε το πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.
Η δολοφονία του Καποδίστρια
Προκειμένου να διαχειρισθεί αποτελεσματικά την τραγική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του νέου κράτους, ο Καποδίστριας προέκρινε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας, ώστε να διατηρήσει άμεσα τον πολιτικό έλεγχο. Την αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια απάρτιζαν οι παραμερισμένοι από την εξουσία κοτζαμπάσηδες και πλοιοκτήτες. Ο συγκεντρωτισμός που επέδειξε ο Καποδίστριας παραμερίζοντας τις τοπικές αρχές και διορίζοντας σε θέσεις κλειδιά τα δύο αδέρφια του, Αυγουστίνο και Βιάρο Καποδίστρια, τον οδήγησαν σε σύγκρουση με τις προαναφερθείσες ομάδες συμφερόντων. Το κέντρο του αντικαποδιστριακού αγώνα έγινε η Ύδρα, έδρα των πλοιοκτητών και πιο συγκεκριμένα της οικογένειας Κουντουριώτη που είχε με το μέρος της τους αγωνιστές Μιαούλη, Σαχτούρη, Τομπάζη, Κριεζήδες.
Βασικός λόγος για την αντίδραση των Υδραίων πλοικτητών ήταν η απαίτηση τους για την «άνευ αναβολής» καταβολή αποζημιώσεων για τις μεγάλες ζημιές και απώλειες των πλοίων τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αναγνώριζοντας αμέσως το δίκαιο αίτημα, ο Κάποδίστριας υποσχέθηκε ότι μόλις θα βελτιώνονταν τα οικονομικά της χώρας, η Ύδρα θα έπαιρνε «το μερίδιόν της καθ’ όσον το δίκαιον απαιτούσε». Οι Υδραίοι, όμως, απαιτούσαν την καταβολή αυτών των αποζημιώσεων άμεσα, πράγμα που ήταν αδύνατον λόγω της οικτρής οικονομικής κατάστασης του κράτους.
Στην Ύδρα, επιπλέον, κατέφυγαν ο ηγέτης του Αγγλικού κόμματος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και οι Σπυρίδων Τρικούπης, Αναστάσιος Πολυζωίδης και Αλέξανδρος Σούτσος, έχοντας την ηθική συμπαράσταση του φιλογάλλου Κοραή. Όργανο της αντιπολιτευτικής αυτής ομάδας ήταν η εφημερίδα Απόλλων του Πολυζωίδη. Η Γαλλία και η Αγγλία, θεωρώντας τον Καποδίστρια ως φίλα προσκείμενο στη Ρωσία, ενθάρρυναν τους αντιπολιτευόμενους.
Την 14η Ιουλίου 1831, οι Μιαούλης και Κριεζής με 200 Υδραίους στρατιώτες κατέλαβαν τον ναύσταθμο στον Πόρο επειδή έμαθαν ότι ο στόλος ήταν έτοιμος να κινηθεί κατά της Ύδρας.[44] Αμέσως έσπευσαν οι αντιπρέσβεις των τριών μεγάλων δυνάμεων προκειμένου να διαπραγματευθούν. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι αιφνιδιάζοντας τους εξεγερμένους τάχθηκαν υπέρ της νόμιμης κυβέρνησης και απαίτησαν την παράδοση των επαναστατών. Έτσι, ο αγγλικός, ο γαλλικός και ο ρωσικός στόλος είχαν αποκλείσει τα λιμάνια του Πόρου και της Ύδρας ώστε να μην επιτραπεί η ένωση των στόλων των επαναστατών.
 Ο ελλιμενισμένος εθνικός στόλος στον Πόρο ήταν υπό την αρχηγία πλέον του Μιαούλη ενώ μια μικρή μοίρα, υπό την αρχηγία του Κανάρη, δεν δεχόταν να υπακούσει στους επαναστάτες. Ενώ ο Άγγλος και ο Γάλλος ναύαρχος, κωλυσιεργώντας, έπλευσαν προς το Ναύπλιο για να συσκεφθούν με τους αντιπρέσβεις, ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ ανέλαβε να εφαρμόσει, μόνος αυτός, τις οδηγίες του Καποδίστρια. Απέκλεισε τους αντάρτες, ήρθε σε προστριβές μαζί τους, τίναξε στον αέρα τη «Νήσο των Σπετσών», αιχμαλώτισε ένα ακόμη πλοίο και τελικά εξώθησε τον Μιαούλη στο «Μεγαλουργόν έγκλημα». Το πρωί της 1ης Αυγούστου 1831 ο Μιαούλης, όπως είχε προειδοποιήσει τον Ρίκορντ, ανατίναξε δύο από τα πιο σύγχρονα τότε πλοία του ελληνικού ναυτικού, την φρεγάτα «Ελλάς» και την κορβέτα «Ύδρα».
Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, έγραφε πως οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς) την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας του Αιγαίου πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας είχε γνώση για τους σχεδιασμούς των συγκεκριμένων ξένων δυνάμεων εναντίον του. Στις 31 Ιουλίου 1831, σε επιστολή του προς τον Γάλλο ναύαρχο Lalande, που υπηρετούσε στην Ελλάδα, του αποκάλυψε ότι γνώριζε όλες τις δολοπλοκίες των Άγγλων και των Γάλλων, με τρόπο που καταπλήσσει: «Εγώ δε, και τις δολοπλοκίες όλων σας τις εγνώριζα, αλλά έκρινα ότι δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να κόψω το νήμα της συνεργασίας μαζί σας, γιατί έδινα προτεραιότητα στην ανόρθωση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος. Αν έκοβα τις σχέσεις με τις λεγόμενες «προστάτιδες» Δυνάμεις, τούτο θα ήταν εις βάρος της Ελλάδος και δεν ήθελα με κανένα τρόπο να προσθέσω βάρος και στη συνείδησή μου. Και άφησα τα πράγματα να λαλήσουν μόνα τους…»
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1831, έστειλε στον Έλληνα πρέσβυ στο Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για την πρωτοφανή και ανεπίτρεπτη ανάμιξη των Γάλλων και των Άγγλων αξιωματικών στις φοβερές αντικυβερνητικές ενέργειες της Ύδρας και της Μάνης και για την απροκάλυπτη σύμπραξη και τη βοήθειά τους προς τους ταραχοποιούς.
Ήδη, από το το προηγούμενο έτος 1830 είχε ξεσπάσει ανταρσία στη Μάνη υπό την ηγεσία του Τζανή Μαυρομιχάλη, αδελφού του Πετρόμπεη. Ο τελευταίος ετέθη σε περιορισμό στο Ναύπλιο, ζήτησε να πάει στη Μάνη για να την ησυχάσει, το αίτημά του δεν έγινε δεκτό, αποπειράθηκε να διαφύγει με αγγλικό πλοίο, συνελήφθη και φυλακίστηκε. Βαρέως φέροντες τη μεταχείριση αυτή του αρχηγού της οικογενείας τους, και μέσα στο τεταμένο και από τα γεγονότα του Πόρου κλίμα, οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, αδερφός και γιος του Πετρόμπεη αντίστοιχα, εφάρμοσαν το μανιάτικο έθιμο της βεντέτας.
Έτσι, το πρωϊ της Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ενώ ο Καποδίστριας μετέβαινε στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος για να παρακολουθήσει τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία, συνάντησε τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι, αφού τον χαιρέτησαν, τον προσπέρασαν και στάθηκαν δεξιά και αριστερά της στενής εισόδου του Ιερού Ναού. Εισερχόμενος στην Εκκλησία ο Ιωάννης Καποδίστριας, δέχθηκε πυροβολισμούς και από τους δύο δολοφόνους.Τον Καποδίστρια συνόδευε ο Κρητικός μονόχειρας σωματοφύλακας του Γεώργιος Κοκκώνης, ο οποίος πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη. Τον τελευταίο τον αποτελείωσε ο όχλος, το δε πτώμα του πετάχτηκε στο λιμάνι.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία, από όπου και παραδόθηκε στις αρχές για να δικαστεί ύστερα από την επιμονή του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί και απειλούσε να κάψει την πρεσβεία. Τελικώς καταδικάστηκε σε θάνατο και τουφεκίστηκε λίγες μέρες αργότερα. Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό, ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.
Υποστηρίζεται ότι καταλυτικό ρόλο στην δολοφονία του διαδραμάτισαν οι ξένες δυνάμεις. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι παρά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο φάκελος για τη δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει ακόμη απόρρητος. Στο σχεδιασμό της συνομωσίας φαίνεται πως πρωτοστάτησε ο Γάλλος στρατηγός Gerard, διοικητής τότε του τακτικού στρατού που επιχείρησε να οργανώσει ο ίδιος ο Καποδίστριας. Δύο ολόκληρους μήνες πριν από τη δολοφονία, οι αξιωματικοί του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στην Πελοπόννησο στις μεταξύ τους συζητήσεις δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ότι πλησίαζε η ημέρα της δολοφονίας, ή απλώς της ανατροπής, του Κυβερνήτη
Από τους δολοφόνους αδελφούς, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης λίγο πριν πεθάνει από την πιστολιά του φρουρού του Καποδίστρια, ζητώντας έλεος είπε στους αστυνομικούς : »Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι με έβαλαν». Προς τη κατεύθυνση της εμπλοκής της Γαλλίας συναινεί και η μαρτυρία που μεταφέρει ο ιστορικός και αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης, ότι ο έτερος εκτελεστής του Κυβερνήτη Γεώργιος Μαυρομιχάλης κατέφυγε στο σπίτι του πρέσβυ της Γαλλίας βαρώνου Ρουάν, δηλώνοντάς του: «Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε την τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας».
Η απόφαση του Γάλλου πρέσβυ Ρουάν να παράσχει άσυλο στον Γεώργιο Μαυρομιχάλη και η αρχική άρνησή του να τον παραδώσει με προφάσεις (όπως την επίδειξη εντάλματος σύλληψης) απετέλεσε χαρακτηριστική και απροκάλυπτη παροχή πολιτικής προστασίας και κάλυψης του εγκλήματος. Πάντως, παρά την προσπάθεια κωλυσιεργίας, υπό την απειλή του εξεγερμένου λαού που είχε περικυκλώσει την πρεσβεία, ο Ρουάν αναγκάστηκε να παραδώσει τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη στις αρχές. Οι αντιπρόσωποι της Γαλλίας συνέχισαν να παρέχουν υποστήριξη προς τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε. Αξιοσημείωτη και αποκαλυπτική είναι, επίσης, και η στάση του πρέσβυ της Αγγλίας, ο οποίος αμέσως μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, ζήτησε να ληφθούν αυστηρά μέτρα κατά του εξεγερμένου λαού, ακόμη και καταστολή με τη χρήση όπλων, απειλώντας την τριμελή προσωρινή Διοικητική επιτροπή (που απαρτιζόταν από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη), ακόμη και με αποχώρηση και διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Αρκετά αργότερα, το 1840 ο ίδιος ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ακούγοντας κάποιον να κατηγορεί τον Καποδίστρια, φέρεται να είπε τούτα τα λόγια: «’Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί, και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’»’  Για την δολοφονία του Καποδίστρια ο Ελβετός φιλέλληνας Ι.Γ. Εϋνάρδος είπε: «Όστις δολοφόνησε τον Καποδίστρια, δολοφόνησε την πατρίδα του. Ο θάνατός του είναι συμφορά για την Ελλάδα και δυστύχημα ευρωπαϊκόν.»
Τα αποτελέσματα της δολοφονιας – Μια αιρετική άποψη
Αυτή ήταν η ζωή και το έργο του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα. Το έγκλημα των Μαυρομιχαλαίων, ακούσιο ή εκούσιο, είχε ένα πιο κρίσιμο αποτέλεσμα. Την καταστροφή της μοναδικής ολοκληρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης προσπάθειας για την δημιουργία ελληνικής αστικής τάξης ευρωπαϊκού τύπου αλλα και γενικότερα ενός ελληνικού αστικού κράτους..
Όταν λέμε την αποτροπή δημιουργίας αστικής τάξης εννοώ μιας οικονομικής τάξης. Όχι μόνο μιας κλίκας πλουσίων επιχειρηματιών, όπως έχει υπάρξει στην Ελλάδα, αλλά, μιας οικονομικής τάξης που θα δίνει προτεραιότητα στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα οικονομικής παραγωγής.
Όποια πολιτική προσπάθησε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα πάνω στην δημιουργία μιας συγκροτημένης αστικής τάξης ήταν σπασμοδική και χωρίς κάποια ιδιαίτρη δυναμική. Η όποια αστική τάξη δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μέχρι σήμερα ήταν χωρίς κάποιο μακρόπνοο οικονομικο σχεδιασμό με μόνο σκοπό, το γρήγορο κέρδος και πάντα με κάποιας μορφής αλληλεξάρτησης με το δημόσιο.
Άλλο ένα αποτέλεσμα της δολοφονίας του Καποδίστρια, αυτή την φορά είναι κάπως πιο ηθική – μεταφυσική. Είναι το άγος που έχει αυτού του είδους η δολοφονία.
Άγος στην αρχαιότητα σήμαινε μίασμα, κατάρα, οργή Θεού, έχοντας την σημερινή έννοια της αμαρτίας, σε αντιδιαστολή με το δασύτονο άγος που σήμαινε «άξιο τιμής και σεβασμού». Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως το άγος προερχόταν από έγκλημα που ακολουθούσε στη συνέχεια το δράστη, ο οποίος έτσι καθίστατο «εναγής» δηλαδή όπως λέμε σήμερα καταραμένος.
Σε άγος υποκείμενα δεν ήταν μόνο τα άτομα (δράστες, εγκληματίες) αλλά ακόμη και πόλεις και κράτη ολόκληρα στα οποία συνέβαινε ή είχε συμβεί να «μιανθούν» από σοβαρό έγκλημα πολίτη ή ομάδας πολιτών ή και των Αρχών.
Έτσι ακολουθούσε «κάθαρσις» ή «εξαγνισμός» με μεγάλες θυσίες, εκτεταμένες ιεροτελεστίες, καύση συγκεκριμένων αντικειμένων των οποίων ο καπνός θεωρούνταν πως είχε καθαρτήρια ιδιότητα (όπως συμβαίνει σήμερα με το λιβάνι). Παράλληλα επιβαλλόταν τιμωρία των ενόχων, συνηθέστερα εξορία ή άλλων προσφερομένων αντ΄ αυτών προκειμένου να γίνουν έτσι εξιλαστήρια θύματα.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας όδευε εκείνη το μοιραίο για τον ίδιο πρωινό Κυριακής προς την εκκλησία για να εκκλησιαστεί καθώς όπως έχει αποδειχθεί ήταν αρκετά πιστός και θεοσεβείς., Στον δρόμο συναντήθηκε με τους δολοφόνους του, χωρίς να διαπλικτιστούν και μετά απο λίγο χωρίστηκαν. Οι δολοφόνοι του έστησαν ενέδρα έξω απο την εκκλησία και λίγο πριν μπει τον σκότωσαν.
Το άγος της δολοφονίας του είναι ακριβώς εδώ, στο ότι οι δολοφόνοι του δεν επέτρεψαν σε έναν πιστό χριστιανό να λειτουργηθεί πρώτα και μετά να τον σκοτώσουν. Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν το πιθανό άγος της δολοφονίας Καποδίστρια αμελητέο θέμα ακόμα και ότι πλέον είναι ένα ιστορικό ξεχασμένο θέμα, όμως το θέμα είναι μήπως το άγος υπάρχει όντως και ότι τελικά η βασική αιτία της ελληνικής κακοδαιμονίας του ελληνικού κράτους είναι ότι οι κάτοικοι αυτού του κράτους σκότωσαν τον μοναδικό ίσως σύγχρονο ηγέτη της που την σκέφτηκε και πως αυτοί οι κάτοικοι έχουν ήσυχη την συνείδησή τους σε αυτό προκαλώντας έτσι την Θεία Δίκη; Μήπως;

Ναυαρίνο 1827

          Η ναυμαχία του Ναβαρίνου και το αποτέλεσμα αυτής, είχαν καταλυτικό ρόλο ως προς την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους  και αποτέλεσαν την αφετηρία  διπλωματικών και πολιτικών εξελίξεων σχετικά με το ελληνικό ζήτημα και την επιθετική προβολή των ελληνικών δικαιωμάτων, μέσω των Μεγάλων Δυνάμεων, στις αξιώσεις της Πύλης. Η αρχή όμως των γεγονότων που οδήγησαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου ξεκινούν με την κάθοδο του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
          Τον Φεβρουάριο του 1825 ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του αποβιβάζεται στη Μεθώνη. Για δυόμισι και πλέον χρόνια οι κάτοικοι της Πελοποννήσου βιώνουν καθημερινά την βιαιότητα των ορδών του. Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι η φυγή των κατοίκων σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές, για να σωθούν απο την οργή του Αιγύπτιου στρατηλάτη. Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας δυστυχώς κάποιοι απο τους Πελοποννήσιους, προκειμένου να σώσουν τις οικογένειές τους, τα σπίτια και τις περιουσίες τους ήρθαν σε επαφή με τον Ιμπραήμ και δήλωσαν υποταγή. Αρχηγός αυτών ήταν ο Δημήτρης Νενέκος, υποοπλαρχηγός της Πάτρας, που όμως εγκατέλειψε τον αγώνα της ανεξαρτησίας με την αποβίβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη. Κατέληξε ανοιχτά συνεργαζόμενος με τον κατακτητή ακόμα και σε εκστρατείες κατά ελληνικών πόλεων. Έτσι τα περισσότερα χωριά των επαρχιών Πύργου, Γαστούνης, Πάτρας, Βοστίτσας και Καλαβρύτων δήλωσαν υποταγή στον Ιμπραήμ. Μέσα σε κλίμα εμφυλίου και αβέβαιης πολιτικής κατάστασης υπήρχε μεγάλος φόβος μήπως ακολουθούσαν και άλλες περιοχές το παράδειγμα του Νενέκου. Ο Κολοκοτρώνης όμως, σ’αυτές τις δύσκολες στιγμές φάνηκε ακαταπόνητος, έστειλε επιστολές απειλώντας και συμβουλεύντας τους χωρικούς…» Δώστε μου τα προσκυνοχάρτια του Μπραήμη να σας δώσω του Έθνους, όποιο χωριό δεν γυρίσει στο έθνος θα το αφανίσω απο το πρόσωπο της γής. Απ’τη μία θα βγαίνουν οι αραπάδες και απ’την άλλη θα μπαίνω εγώ, θα καίω και θα σκοτώνω. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» Πολλοί πείστηκαν και επέστρεψαν στον αγώνα, όσοι παρέμειναν πιστοί στο Νενέκο είχαν την τύχη που τους υποσχέθηκε ο Κολοκοτρώνης.
        Την ίδια στιγμή ο Ιμπραήμ στην προσπάθειά του να προσελκύσει τους κατοίκους της Μεσσηνίας και να πάρει στον έλεγχό του τα φρούρια του νομού, εφήρμοσε την ίδια τακτική με τους Αχαιούς. Έστειλε τον Κεχαγιάμπεη στους χωρικούς να τους πείσει να δηλώσουν υποταγή. Επειδή κανένας δεν υπάκουσε, διέταξε το κόψιμο όλων των καρποφόρων δέντρων και την πυρπόληση των χωριών. Πάνω απο 75.000 ελιές, μουριές και συκιές έκοψαν οι άντρες του Κεχαγιάμπεη.
       Από τον Ιανουάριο του 1827 όμως η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων αρχίζει να γίνεται φιλική προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μεταστροφή αυτή υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εξηγείται μόνο και μόνο απο την καθαρά καιροσκοπική οπτική γωνία της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας. Και οι τρείς αυτές δυνάμεις αποσκοπούσαν στην αύξηση της επιρροής τους απέναντι τόσο στην Ελλάδα όσο και γενικότερα στα Βαλκάνια, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά. Έτσι αποφάσισαν να επέμβουν επανειλημμένα στα εσωτερικά ζητήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να πετύχουν ειρήνευση. Όπως ήταν λογικό η Πύλη δεν θα δεχόταν μια λύση του ελληνικού ζητήματος, δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί συμφέροντα Άγγλων, Ρώσων και Γάλλων. Ο ιστορικός της Επανάστασης, Σπυρίδων Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά : «Η Πύλη, έχοντας συμφέρον να καθυστερήσει τις συζητήσεις εξαιτίας των επιτυχιών της στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, έδωσε την απάντησή της μόλις στις 28η Μαίου,την ημέρα ίσως που έμαθε την παράδοση της Αθήνας. Η απάντηση αυτή υποστήριζε ότι δεν επιτρέπεται η ανάμειξη μιας Δύναμης στα εσωτερικά της άλλης γιατί όπως έλεγε, όλες οι διατάξεις της είναι δίκαιες και αναλλοίωτες επειδή βασίζονται στον ιερό νόμο, τόνιζε τη γενναιοφροσύνη των μουσουλμάνων προς τους χριστιανούς και ιδιαιτέρως τα καλά τα οποία απολάμβαναν οι χριστιανοί υπό την αγαθοποιό σκιά του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, κατηγορούσε την αχαριστία των αποστατών Ελλήνων απέναντι στον μεγαλόδωρο αυθέντη τους, κατέκρινε τις απανθρωπιές τους σε βάρος των μουσουλμάνων, και επαναλάμβανε την απέραντη μακροθυμία της, την πάντοτε επιεική στάση της προς όλους τους Έλληνες στα πλαίσια του ιερού νόμου και την ευσπλαχνία της σε όλους εκείνους που έδειχναν μετάνοια…αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατό μερικές Δυνάμεις να προτείνουν συνθήκη για πράγματα που αφορούσαν τους αποστάτες υπηκόους της παρά τη γνώμη και χωρίς την ενημέρωση της ίδιας…ανακοίνωνε τέλος, ότι απέρριπτε οριστικά οποιαδήποτε ξένη μεσολάβηση, ότι συμφωνούσαν σ’αυτό απολύτως ο σουλτάνος, οι υπουργοί του και ολόκληρο το έθνος των μουσουλμάνων, και ότι ήθελε στο εξής να σταματήσουν οι ξένες Δυνάμεις να την ενοχλούν σχετικά μ’άυτό το θέμα.»
          Αποτέλεσμα αυτής της στάσης της Πύλης ήταν η άμεση αντίδραση των τριών δυνάμεων, οι οποίες αποφάσισαν να υπογράψουν συνθήκη που θα υποχρέωνε ειδικά την Τουρκία σε ανακωχή και θα αναγνώριζε την Ελλάδα ως αυτόνομο κράτος, που θα δήλωνε όμως υποτέλεια στον σουλτάνο. Έτσι στις 6 Ιουλίου 1827 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Λονδίνου που όριζε : 1ον) Οι Δυνάμεις να προσφέρουν στην Πύλη τη μεσολάβησή τους για συνεννόησή της με τους Έλληνες και να απαιτήσουν άμεση ανακωχή. 2ον) Οι Έλληνες θα κατέβαλαν φόρο στον σουλτάνο κάθε έτος και οι Μεγάλες δυνάμεις θα όριζαν Αρχές που θα κυβερνούσαν την Ελλάδα και θα εγκρίνονταν απο τον σουλτάνο. 3ον) Οι Έλληνες θα έδιναν αποζημιώσεις στους Τούρκους για να κρατήσουν τις ιδιοκτησίες των Τούρκων στην Ελλάδα. 4ον) Καθορισμός συνόρων νεοσύστατου ελληνικού κράτους σύμφωνα με τα παραπάνω, και τέλος 5ον) Οι μεγάλες Δυνάμεις αφενός δεν θα επιδίωκαν καμιά ωφέλεια για αυτές και αφετέρου θα αποτελούσαν εγγύηση για να εξασφαλιστούν οι όροι που υπογράφονταν. Με την συνθήκη αυτή οι τρείς μεγάλες δυνάμεις ουσιαστικά ματαίωναν όσα είχαν συμφωνήσει στο Λάιμπαχ και στη Βιέννη. Οι βασικοί λόγοι,ωστόσο, που οδήγησαν στην υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου ήταν το φιλελληνικό κίνημα και η συμπάθεια των χριστιανικών λαών πρός τους επαναστατημένους Έλληνες καθώς και ο φόβος της Αγγλίας και της Γαλλίας για τυχόν δυναμική επέμβαση της Ρωσίας στο ελληνικό ζήτημα. Οι τρείς δυνάμεις έστειλαν τελεσίγραφο στη Πύλη, δηλώνοντας ότι ήταν αποφάσισμένες να εφαρμόσουν τη συνθήκη ανεξάρτητα με το αν αυτή αποδεχόταν τους όρους της.
         Για τον λόγο αυτό έστειλαν στόλο στο Ναυαρίνο απο αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία με ναυάρχους τους Κόδριγκτον, Ντε Ριγνύ και Χέιντεν αντίστοιχα. Σε μία ακόμη προσπάθεια των πρεσβευτών των τριών δυνάμεων να πετύχουν τον συμβιβασμό της Πύλης ο Ρείζ εφέντης αποκρίθηκε: «Να πείτε στους δικούς σας ότι η θετική,οριστική,αμετάβλητη και αιώνια απάντηση της υψηλής Πύλης είναι ότι δεν δέχεται καμιά πρόταση των Ελλήνων, ότι επιμένει στη γνώμη που έχει εκφράσει στο παρελθόν και ότι θα επιμένει ως τη συντέλεια των αιώνων.» Η αμετάκλητη αυτή θέση της Υψηλής Πύλης σήμαινε αναπόφευκτα και οριστική ρήξη στις σχέσεις της με τους δυτικούς. Η Πύλη άμεσα, διέταξε την οχύρωση των φρουρίων του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου. Ταυτόχρονα οι ναύαρχοι διατάχθηκαν από τους πρεσβευτές να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των Τουρκοαιγυπτίων, χωρίς περαιτέρω εχθροπραξίες. Η άφιξη στο Ναυαρίνο 92 πλοίων απο το λιμάνι της Αλεξάνδρειας στα τέλη Αυγούστου θορύβησε τον Κόδριγκτον και το Ντε Ριγνύ που έσπευσαν αμέσως και αυτοί. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Κόδριγκτον έστειλε επιστολή στον καπετάνμπεη όπου τον ενημέρωνε ότι απαγορευότανε κάθε κίνηση πλοίων,στρατευμάτων και πολεμοφοδίων για χρησιμοποίηση εναντίον οποιουδήποτε μέρους της Στερεάς Ελλάδας και προειδοποιούσε ότι αν οι Τουρκοαιγύπτιοι τολμούσαν να ρίξουν έστω και μια κανονιά κατά των πλοίων του, θα καταστρέφονταν ολοκληρωτικά ο στόλος του. Στις 8 Οκτωβρίου ο συμμαχικός στόλος εισχώρησε στο λιμάνι του Ναυαρίνου με εντολή να μην κανονιοβολήσουν αν δεν δεχθούν πρώτοι βολές. Όλα ξεκίνησαν απο ένα τυχαίο γεγονός, όταν ο πλοίαρχος του «Ντάρτμουθ» έστειλε μία βάρκα στο πυρπολικό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που βρισκόταν κοντά στο συμμαχικό στόλο. Οι Τούρκοι θολωμένοι νόμιζαν ότι τους προσέγγισε για πρόκληση και το βύθισαν. Η συμπλοκή γενικεύτηκε και ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος αφανίσθηκε σε μεγάλο βαθμό.
          Η ναυμαχία κράτησε τέσσερις ώρες, οι νεκροί ξεπέρασαν τους 1500. Οι σύμμαχοι ενημέρωσαν τον Ιμπραήμ ότι εάν ο δικός του στόλος δεν ξεκινούσε πρώτος τους κανονιοβολισμούς τίποτα απο αυτά δεν θα είχε συμβεί. Επιπλέον τόνισαν ότι εάν δέχονταν νέα πυρά αυτό θα σήμαινε την κήρυξη πολέμου του σουλτάνου εναντίον των τριών δυνάμεων. Ο Ιμπραήμ πιεζόμενος απο τις έμμεσες απειλές των συμμάχων διέταξε την επιστροφή των δυνάμεων που είχαν σωθεί απο τη συντριβή. Η νίκη των συμμάχων στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου έγινε δεκτή με χαρά και ικανοποίηση στον ελληνικό λαό και την κυβέρνησή του. Όπως επίσης την νίκη αυτή χαιρέτισαν με τον πλέον επίσημο τρόπο η Αμερική και το σύνολο των χωρών της Ευρώπης που υποστήριζαν το Ελληνικό ζήτημα. Πέρα απο την ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος στο εξωτερικό, η ναυμαχία αυτή σήμαινε την απόλυτη μεταστροφή των δυτικών δυνάμεων απέναντι στο ελληνικό ζήτημα με τον πιό επίσημο και ενεργό τρόπο που άνοιγε τον δρόμο για την ανεξαρτησία. Ο δρόμος αυτός άνοιξε την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1828, με την έλευση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Η ελευθερία ήταν πολύ κοντά, και η ναυμαχία αυτή άρχισε την αντίστροφη μέτρηση για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.