Καραγιώργης: «Οι Έλληνες κομιτατζήδες, Παυλομελάδες, Καπετάν Βαρδαίοι, Τσόντοι και Γαρέφηδες, έσφιγγαν τον λαιμό του «μακεδονικού» λαού»

 

Ο Κωνσταντίνος Καραγιώργης ή «Γυφτοδήμος». Ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ Θεσσαλία την περίοδο 1943 – 1944 και «στρατηγός» του ΔΣΕ την περίοδο 1946 – 1949.

 

29 Μαρτίου 1870 γεννήθηκε ο Παύλος Μελάς, ηγετική φυσιογνωμία του Μακεδονικού Αγώνα. Η εμβληματική του μορφή έχει αναγνωριστεί από την Ιστορία, ιδίως για την αφύπνιση που προκάλεσε στον Έλληνες αξιωματικούς για το ευαίσθητο θέμα της Μακεδονίας, αλλά και στον ελληνική κοινή γνώμη γενικότερα.

Συνέχεια

Advertisements

Ο Αντώνης Λιάκος θεωρεί "κατασκευασμένη" την ηρωική εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα και "εγκληματίες πολέμου" τους Μακεδονομάχους…

Προς μεγάλη μου έκπληξη διάβασα σήμερα στο διαδικτυακό περιοδικό «Χρόνος«, ένα άρθρο του καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Αντώνη Λιάκου. Ο τίτλος του «Η κατασκευή της ηρωικής εικόνας του Μακεδονικού Αγώνα από την Πηνελόπη Δέλτα φωτίζεται με την έρευνα του Σπύρου Καράβα». Από τον τίτλο κατάλαβα περί τίνος πρόκειται. Παραθέτω αναλυτικά το άρθρο για να το διαβάσει ο καθένας και να βγάλει τα συμπεράσματά του:
 «Με φρίκη τα διεθνή Μ.Μ.Ε. αναφέρονται στις ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων από φανατικούς εξτρεμιστές του Ισλάμ, στο Ιράκ, τις μέρες αυτές, ή στη Συρία, τους προηγούμενους μήνες. Ακόμη μεγαλύτερη φρίκη όταν πρόκειται για αμάχους. Μια παρόμοια ιστορία είναι η ακόλουθη: μια ομάδα ενόπλων, συναντά στο δάσος καμιά εκατοσταριά άοπλους υλοτόμους, τους συλλαμβάνει, τους δένει πισθάγκωνα, τους παίρνει μαζί της και όταν φτάνει σε μεγάλο και βαθύ ποταμό τούς ρίχνει στο νερό. Λίγο αργότερα, δεκάδες πτώματα ξεβράζοναι στις όχθες. Την ιστορία αυτή τη γνώριζε η Πηνελόπη Δέλτα και τη βρίσκουμε στο αρχείο της. Είναι μια καταγραμμένη συζήτηση που είχε με τον επικεφαλής της ένοπλης ομάδας, τον Σπύρο Σπυρομήλιο που συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα ως καπετάν Μπούας. Το ποτάμι είναι ο Αλιάκμονας. Ο Σπυρομήλιος δεν δικάστηκε για εγκλήματα κατά αμάχων. Προβιβάστηκε σε στρατηγό της Χωροφυλακής και ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ήρωας του βορειοηπειρωτικού αγώνα.
Η Δέλτα συνέλεγε μαρτυρίες για να γράψει το βιβλίο της Τα μυστικά του βάλτου, ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε σε άπειρα αντίτυπα, καθώς πραγματοποίησε αλλεπάλληλες εκδόσεις, διαβάστηκε και διαπαιδαγώγησε πολλές γενιές Ελληνόπουλων από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εθνικής διαπαιδαγώγησης και διάπλασης ηρωικών χαρακτήρων, στο οποίο εξιδανικεύτηκε ο Μακεδονικός Αγώνας, ή μάλλον συγκροτήθηκε η δημόσια εικόνα του. Δεν είναι η πρώτη φορά που η λογοτεχνία αναλαμβάνει να ανασυγκροτήσει το παρελθόν ως εθνικό παρελθόν. Και το κάνει πληρέστερα από την ιστοριογραφία. Δεν έχει ενδοιασμούς να αποσιωπήσει ή να μεταπλάσει εγκλήματα. Κυρίως η λογοτεχνία προσκομίζει πλοκή, δράση, συναίσθημα. Η παραπάνω ιστορία αποδίδεται ως το «δυστύχημα της βαρκαδιάς που βούλιαξε στον Αλιάκμονα και πνίγηκαν οι Βούλγαροι αρκουδιαραίοι, ξυλοκόποι και καρβουνιάρηδες».
Ο Σπύρος Καράβας στο βιβλίο του Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας (Βιβλιόραμα, 2014) αναλαμβάνει να ψηλαφήσει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε αυτή η λογοτεχνική εικόνα του Μακεδονικού Αγώνα, διαβάζοντας παράλληλα τα κείμενα της Δέλτα και αντιπαραβάλλοντάς τα με τις καταγραφές που είχε συγκεντρώσει στο αρχείο της, αλλά και με τα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών όπου συγκεντρώνονταν οι εκθέσεις των προξένων αλλά και των στρατιωτικών παραγόντων της Μακεδονίας, και τα οποία γνωρίζουμε ότι επισκεπτόταν και μελετούσε η συγγραφέας.
Η Πηνελόπη Δέλτα, αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό της, είναι μια cult προσωπικότητα. Σε πρόσφατη εκδήλωση, όπου παρουσιάστηκε η έκδοση ενός ανέκδοτου έως τώρα μυθιστορήματός της, η ιστορικός Ιωάννα Πετροπούλου είπε: «Εδώ η συγγραφέας ξεδιπλώνει τα σκοτάδια της ψυχής της και δηλώνει την αλληλεγγύη της με το γυναικείο φύλο, επιχειρώντας να υπηρετήσει την κοινωνία. Οι Ρωμιοπούλες είναι μια κοινωνική καταγγελία για την ελληνική πατριαρχική κοινωνία».1 Λυρικοί τόνοι που εξιδανικεύουν μια γυναίκα-μητέρα που υπέφερε από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και τους κοινωνικούς περιορισμούς που της επιβάλλονταν από το κοινωνικό status της οικογένειάς της.
Πράγματι οι Μπενάκηδες, το πατρικό όνομα της Δέλτα, υπήρξαν μία από τις κεντρικότερες οικογένειες του ελληνικού 20ού αιώνα. Μια οικογένεια που συγκεντρώνει τους συμβολισμούς και τα νήματα ενός κεντρικού αφηγήματος της ελληνικής ιστορίας: διασπορά, αστισμός, βενιζελισμός, δημοτικισμός, Ίων Δραγούμης, Μακεδονικός Αγώνας, Μουσείο Μπενάκη, νεοελληνικό μυθιστόρημα, ηρωική έξοδος από τη ζωή. Ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της Πηνελόπης Δέλτα και της οικογένειάς της θα μπορούσε να είναι μια περιήγηση όχι απλώς στην ιστορία του περασμένου αιώνα, αλλά μια σάγκα της νεοελληνικής ιστορίας, ένα πορτρέτο της αστικής Ελλάδας μέσα από τον εξιδανικευτικό καθρέφτη της. Αλλά αυτή η εικόνα έπρεπε να λευκάνει την πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς έκανε η Δέλτα.
Ο Καράβας μας εισάγει στα ζοφερά υλικά με τα οποία κατασκευάστηκε η ηρωική εικόνα ενός αγώνα που ανέλαβε να επανορθώσει την κλονισμένη από τον πόλεμο του 1897 εθνική συνείδηση πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους.
Ένας στρατηγός διηγείται στη Δέλτα τα κατορθώματά του:
Ο άνθρωπος (Ο Γκέκας) δεν ήταν κατάσκοπος, αυτό φαίνονταν με την πρώτη ματιά. Ήταν ο κακομοίρης και φρεσκοξυρισμένος. Μα και μεις φοβόμασταν (μη μας προδώσει). Τον είχαμε λοιπόν δεμένο και τον φοβέριζαν τα παιδιά, που είχαν κυριολεκτικά αγριέψει. Γιατί άμα πιάνανε κανέναν αιχμάλωτο, τον αφήναμε πολλές φορές να τρέχει και τον κυνηγούσαν τα παιδιά με τα μαχαίρια, και τον τρυπούσαν, για να αγριεύουν περισσότερο.
Τον είχαμε κι αυτόν τέσσερις πέντε μέρες κι από την αγωνία ο δυστυχισμένος είχε σουρώσει. Εγώ τον λυπόμουν και του έδινα λίγο φαγί κι’ ερχόταν κοντά μου σα σκυλί. Μα τι τον κάνομε; Αποφασίσαμε να τον σκοτώσομε, για να μη βασανίζεται περισσότερο. Του είπαμε λοιπόν πως θα τον βγάλομε έξω. Του δέσαμε τα μάτια και τον πήγαμε σε ένα πάτωμα χωρίς καλύβα, όπου είχαμε ανοίξει και τον λάκκο του. Τον έβαλα και κάθησε εκεί, με δεμένα πάντα τα μάτια, και του έρριξα μόνος μου ακουμπητά, δυο σφαίρες ντουμ-ντουμ. Έπειτα του ανοίξαμε με το μαχαίρι το στήθος για να ιδούμε τι ζημιές κάνουν οι σφαίρες ντουμ-ντουμ. Τον είχαν καταστρέψει όλο. Εγώ του είχα δώσει κι ένα δυο λίρες για να τον παρηγορήσω, μα έπειτα του πήρα όλο το κεμέρι του. (σ. 99)
Ένας άλλος Μακεδονομάχος, ο Γ. Τσόντος Βάρδας, γράφει για κάποιον που είχε προσχωρήσει στις τάξεις των ελληνικών ένοπλων σωμάτων, αλλά για να αποδείξει την αφοσίωσή του τού επιβλήθηκε
να φονεύση πρωτίστως εις το χωρίον του Ζέλοβον και γυναίκας ακόμη των συγχωριανών του κομιτών (κομιτατζήδων) και των βουλγαριζόντων.
Ο υπεύθυνος για τον συντονισμό των αντάρτικων σωμάτων στο ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου δίνει οδηγίες για το πώς θα μεταστραφεί ένα χωριό:
«Θα ρίξωμεν εις αυτό 5-6 μισθούς δια ν’ αρχίση η διαίρεσις. Και την άνοιξιν, αν φύγη ο στρατός, με 3-4 φόνους, θα γίνη ασφαλώς ιδικόν μας».
Τα παιδιά δεν βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Η ομηρία τους γίνεται μέσο εκβιασμού των γονέων τους. Αφού αρπάζονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε πόλεις του ελληνικού βασιλείου,
Ου μόνον εξελληνίζονται εντελώς, αλλά τινές χρησιμεύωσιν ως όμηροι διά την εν τη ορθοδοξία παραμονήν τών πολλάκις κλυδωνιζομένων ένεκα διαφόρων λόγων γονέων αυτών.
Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος πληροφορημένος αναγνώστης, σε μια εποχή, όπως εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα, στην οποία τα εθνικά κράτη διεκδικούσαν τον χώρο ανάπτυξής τους, το ένα σε βάρος του άλλου προσπαθώντας να πειθαναγκάσουν τους πληθυσμούς να προσχωρήσουν στη μία ή στην άλλη εθνικότητα, εκφοβίζοντας, διώχνοντας ή σκοτώνοντας όσους είχαν επιλέξει νομιμοφροσύνη σε αντίπαλα έθνη; Κάπως έτσι, η Μακεδονία, η Βόρεια Ήπειρος και η νότια Αλβανία, η Δοβρουτσά, η Θράκη, ο Πόντος και η Μικρά Ασία δεν έγιναν κοιλάδες δακρύων στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα; Μήπως αυτό, δηλαδή η μαζική βία εναντίον των αμάχων, δεν στάθηκε το κύριο χαρακτηριστικό των Βαλκανικών πολέμων και του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου στα Βαλκάνια; Στους πληροφορημένους άλλωστε αυτά ήταν γνωστά, ήδη από το Έκθεση Carnegie του 1914,2 μια επιτόπια έρευνα για τη βία εναντίον των αμάχων στους πολέμους του 1912-13. Γνωστά βέβαια, αλλά η έρευνα αποδεικνύει ότι η βία ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο Καράβας αναφέρεται στον πλήρη αφανισμό της πόλης του Κιλκίς από το ελληνικό στράτευμα, αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων πληθυσμών υπό ελληνική διοίκηση τα επόμενα χρόνια. Τα άλυτα μειονοτικά θέματα ήταν αυτά που διαπλέχτηκαν άλλωστε με τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο στα 1940-50.
Το ζήτημα είναι αν τώρα αναγνωρίζουμε όλα αυτά ως εκείνο που υπήρξαν ή εξακολουθούμε να τα ωραιοποιούμε (κάτι το οποίο έγινε στη διάρκεια των χρόνων γύρω από τη μακεδονική διαμάχη της δεκαετίας του ’90 και εξακολουθεί να γίνεται στη Βόρεια Ελλάδα όπου υπάρχει και Μουσείο «Μακεδονικού Αγώνα») ή αν, ακόμη κι αν δεν συμμεριζόμαστε την ωραιοποιημένη εκδοχή του, το αποσιωπούμε. Εξακολουθούμε να μιλάμε για την ιστορία ως «αυτογνωσία», αλλά αυτογνωσία είναι να φέρνεις στη Γερμανία τη συζήτηση για το Ολοκαύτωμα, στην Αμερική για το καθεστώς δουλείας των μαύρων, στη Γαλλία για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας, στην Ιαπωνία για τα εγκλήματα εναντίον της Μαντζουρίας, στην Αυστραλία για την εξόντωση των Αβορίγινων, στη Λατινική Αμερική για την καταστροφή των αυτόχθονων πληθυσμών και των πολιτισμών τους. Αντίθετα εδώ, στην Ελλάδα, η συζήτηση περί αυτογνωσίας αφορά τους άλλους, και γιατί δεν αναγνωρίζουν τα εγκλήματα εναντίον μας.
Και αν η ιστοριογραφία, καθώς και η κριτική φιλολογία, τα τελευταία χρόνια διήνυσαν αρκετό δρόμο, τι συμβαίνει με την εκπαίδευση και τη δημόσια ιστορία; Κι ακόμη παραπέρα: για πόσον καιρό ακόμη η λογοτεχνία θα μένει στο απυρόβλητο ως η αθώα υψηλή τέχνη; Για πόσον καιρό ακόμη η Πηνελόπη Δέλτα θα παραμένει η «αγαπημένη συγγραφέας των παιδικών μας χρόνων»; Μαντεύω τις αντιδράσεις: μα οι μεγάλοι συγγραφείς είναι αντιφατικές προσωπικότητες, μα η Δέλτα έχει γράψει και άλλα έργα τα οποία είναι πράγματι κριτικά στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής της, μα ό,τι αναγνωρίζουμε σήμερα ως έγκλημα, δεν το αναγνώριζαν την εποχή εκείνη, και στο κάτω κάτω η «πολιτική ορθότητα» δεν είναι κριτήριο για την αποτίμηση των συγγραφέων και των έργων τους. Σύμφωνοι. Αλλά όλα αυτά τα «μα», όλες αυτές οι ενστάσεις δείχνουν ότι δεν έχουμε ξεκόψει από τον κόσμο εκείνης της εποχής, τους δισταγμούς αναψηλάφησης της ιστορίας μας. Δεν φτάνει η αναψηλάφηση αυτή να περνά μόνο από τις διατριβές και τα επιστημονικά περιοδικά. Πρέπει να γίνει μέρος της δημόσιας ιστορίας, της δημόσιας συζήτησης. Να χαρτογραφήσει ξανά το παρελθόν.»
           Ο κ. Λιάκος με πολλή μαεστρία παρομοιάζει τις σφαγές που γίνονται στη Συρία, στο Ιράκ με αυτές που έγιναν στη Μακεδονία κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα…. Επίσης ταυτίζει τον Μακεδονομάχο ήρωα Σπυρομήλιο με τους «φανατικούς εξτρεμιστές του Ισλάμ», όπως γράφει!!!!
Δεν καταλαβαίνει ότι συγκρίνει ανόμοια πράγματα; Οι υπερασπιστές της ελληνικότατης Μακεδονίας αγωνίστηκαν για το προφανές. Την απελευθέρωση της από τον τουρκικό ζυγό αλλά και την σλαβική απειλή. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι σαν καθηγητής Ιστορίας ο κύριος Λιάκος τα γνωρίζει όλα αυτά. Όπως επίσης θα γνωρίζει ότι στον πόλεμο (πόσο μάλλον στον απελευθερωτικό) συμβαίνουν και ακραίες καταστάσεις. Δεν είδαμε φερειπείν, ποτέ από τον εν λόγω ιστορικό την ίδια ευαισθησία, για τις σφαγές των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία, όπως και τα εγκλήματα του Άρη Βελουχιώτη στη Πελοπόννησο το φθινόπωρο του 1944. Και εκεί συνέβησαν «ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλώτων» αμάχων, γυναικόπαιδων και εμβρύων. Αλλά ξέχασα… η αυθεντία του «ακαδημαϊκού» κατεστημένου στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης κρίνει με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
           Κάτι ανάλογο είχε επιχειρήσει ο κ. Λιάκος και παλαιότερα. Στα «Νέα» της 28-29 Αυγούστου 2004, είχε γράψει ένα άρθρο με αφορμή μια μελέτη του Χάγκεν Φλάισερ για την περίοδο 1941-1944. Χαρακτηριστικά ανέφερε: » […] Πρόκειται για το έργο που θεμελιώνει την Ιστοριογραφία της περιόδου αυτής. Την δεκαετία του 1990 σημειώθηκε στροφή από την Ιστορία των γεγονότων, στην Ιστορία της καθημερινής εμπειρίας της κατοχής. Η στροφή είναι έκδηλη στις μελέτες του Μάρκ Μαζάουερ, του Γιώργου Μαργαρίτη, της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν, του Άγγελου Αυγουστίδη, της Τασούλας Δερβενιώτη κ.α. Ιδιαίτερα η Μπουσχότεν χρησιμοποιώντας την προφορική ιστορία και την επιτόπιο έρευνα… της κοινωνικής ανθρωπολογίας, εξετάζει την εμπειρία της κατοχής, της αντίστασης και του εμφυλίου, στους κατοίκους ενός ορεινού χωριού». Μέχρι τώρα γνώριζα ότι η Ιστορία βασίζεται στις πηγές, στα γεγονότα, στα πεδία των μαχών, στους πρωταγωνιστές… Δεν υπολόγισα ο δύσμοιρος ότι οι αναθεωρητές θα άλλαζαν την ιστορία της Επανάστασης του 1821, την ιστορία του Μακεδονικού αγώνα, της Εθνικής Αντίστασης κλπ., βασιζόμενοι σε «στροφές» προς την «προφορική ιστορία» (άραγε ποιών;) και στην «κοινωνική ανθρωπολογία». Και αν εγώ είμαι πολύ νεώτερος, σίγουρα οι μεγαλύτεροι ακαδημαϊκοί πάλι θα δυσκολεύονταν να κατανοήσουν την αναθεωρητική αυτή λογική!

            Είναι ξεκάθαρες πλέον οι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται  για την αποδόμηση της Ιστορίας μας. Μελέτες πολυδιαφημισμένες της «αναθεωρητικής λογικής» και της «ψύχραιμης ματιάς» προσπαθούν να επιβάλουν απόψεις και γνώμες στρατευμένων σαν αντικειμενική αλήθεια. Δικαιωμά τους, αλλά και δικαίωμά μας να αντιδρούμε σε εθνομηδενιστικές λογικές που μόνο συμφέροντα τρίτων ικανοποιούν…

Το άρθρο μου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα Ιστορικά Τεκμήρια

Η τελευταία έκθεση του Παύλου Μελά

    Η τελευταία έκθεση του ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα, Παύλου Μελά, δημοσιεύεται αυτούσια από τα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, ώστε κάθε Έλληνας να εξακριβώσει το πάθος του Μελά για την επιτυχή έκβαση του αγώνα. Παλαιότερα, σε αυτή την ανάρτηση είδαμε τη ζωή και το έργο της μεγαλύτερης μορφής του Μακεδονικού αγώνα, που με τη θυσία του αφύπνισε ολόκληρο το γένος. Ο αγώνας που ανέλαβε ο Παύλος Μελάς ήταν εκ προοιμίου δύσκολος. Παρά τις αρχικές δυσκολίες, την έλλειψη εσωτερικής οργάνωσης, οπλισμού, πυρομαχικών, των δυσμενών καιρικών συνθηκών ο ίδιος και οι άντρες του είχαν «ηθικόν λαμπρόν», όπως γράφει στην επιστολή αυτή. Από αυτά που αναφέρει, διακρίνει κανείς τον τρόπο που φερόταν στον απλό κόσμο της Μακεδονίας. Έκανε επίκληση στο συναίσθημα, με την υπενθύμιση της ελληνικής τους καταγωγής να συνεισφέρουν στον αγώνα και το πετύχαινε. Όπως επίσης, στη πίστη τους στην Ορθοδοξία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Δεν ενέκρινε τα αντίποινα, παρά σ΄ελάχιστες περιπτώσεις. Σε αποσχισθέντες έδινε την ευκαιρία να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την Εξαρχία και την ΕΜΕΟ. Έτσι επέστρεφαν στους κόλπους της Ορθόδοξης εκκλησίας και του αγώνα για Ελληνική Μακεδονία.

Συνέχεια

Παύλος Μελάς ~ "Βούλγαρος να μη μείνει"

         

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε το 1870 στη Μασσαλία. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ήταν γιός του Μιχαήλ και της Ελένης Μελά. Ο πατέρας του είχε σπουδάσει νομική αλλά διέπρεπε στο εμπόριο σιτηρών. Προμήθευε πόλεις όπως το Λονδίνο και η Μασσαλία. Το 1874 μετακομίζουν στην Ελλάδα και μένουν στο πατρικό του Παύλου, στην Πανεπιστημίου, που σήμερα στεγάζεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Ο πατέρας του δεν έπαψε ποτέ να θυμίζει στον Παύλο και στα έξι αδέρφια του, την Ηπειρώτικη καταγωγή τους και την αγάπη του για τα Γιάννενα. Το 1886, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, ο Παύλος δίνει εξετάσεις στην Στρατιωτική σχολή Ευελπίδων. Ο ίδιος έγραφε τον Αύγουστο του 1886 για την επιλογή του αυτή: «Εκλέγων το στάδιον αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον μου και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη η φιλοδοξία και όπως κάθε καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δια αυτήν να αποθάνω». Το καλοκαίρι του 1891 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού (ΠΒ).

 

Την ίδια περίοδο γνωρίζει τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Πολιτικού Στέφανου Δραγούμη και αδερφή του Ίωνος Δραγούμη. Λίγους μήνες μετά τη παντρεύεται, αυτός ο γάμος αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικός για τη θερμή αγάπη που έδειξε κατοπινά ο ίδιος για την Μακεδονία. Γράφει στην ίδια: «… τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ’ ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ’ εβοήθησαν…». Η οικογένεια Δραγούμη καταγόταν από το Βογατσικό Καστοριάς. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία που στόχο είχε την σωτηρία της πατρίδος ιδίως στα ανοιχτά εθνικά θέματα στη Μακεδονία, όπου υπήρχαν οι Βούλγαροι με την Εξαρχία και οι ωμότητες που έκαναν οι Τούρκοι στη Κρήτη. Ο Παύλος Μελάς γίνεται ενεργό μέλος της. Την ίδια χρονιά γεννιέται και ο γιός του Μιχαήλ, που τον φώναζε Μίκη. Στα ακόλουθα χρόνια τα γεγονότα είναι απανωτά και μέσα σ’ αυτό το περίεργο κλίμα φτάνουμε στα 1897 και στον ατυχή πόλεμο για τη χώρα μας. Η επιστολή του Μελά στην οικογένειά του αναφέρεται στην κάκιστη κατάσταση του Ελληνικού στρατού, αναφέρει χαρακτηριστικά «…Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν συλλογίζομαι…32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται οι Τούρκοι…». Τελικά η ατιμία αυτή λήγει στις 8 Μαΐου με την συνθήκη της Ταράτσας στη Λαμία. Μετά την ήττα αυτή από τους Τούρκους, η κυβέρνηση αφού προσπάθησε να ανυψώσει το κύρος της χώρας, επικεντρώθηκε στο Μακεδονικό ζήτημα. Στη Μακεδονία ο πληθυσμός μισούσε τους δυνάστες Τούρκους με εξαίρεση τους Αλβανούς, που ήταν οι ευνοημένοι τους. Η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν συντριπτική γι’ αυτό και οι Τούρκοι επέτρεψαν στους Βούλγαρους να ιδρύσουν αυτόνομη εκκλησία την Εξαρχία. Οι Βούλγαροι επεδίωκαν να προσαρτήσουν τον ελληνικό πληθυσμό, σλαβόφωνο και μη, ώστε να προσαρτήσουν παράλληλα και τα εδάφη της μακραίωνης Ελληνικότατης Μακεδονίας μας. Σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπούσε και οχτώ χρόνια αργότερα, το 1878, η ίδρυση αυτόνομου Βουλγαρικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο, με την αιγίδα των Ρώσων. Οι τελευταίοι υποστήριζαν τα Σλαβικά φύλα έχοντας ως στόχο να έχουν άμεση πρόσβαση στο Αιγαίο. Η ίδρυση της ΕΜΕΟ, της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης στόχευε στα παραπάνω, δηλαδή, αρχικά στην αυτονόμηση και μετέπειτα στην προσάρτηση της Μακεδονίας. Παράλληλα όμως η βουλγαρική αυτή κίνηση προκάλεσε τριγμούς στην επίσημη βουλγαρική εξωτερική πολιτική και διπλωματία. Γράφει ο Ντάγκλας Ντέικιν: «Είχαν κάνει την εμφάνισή τους αντιζηλίες και διχογνωμίες στο εσωτερικό των σωμάτων που συναγωνίζονταν για την καθοδήγηση του και, σε τοπικό επίπεδο, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα ληστοσυμμοριτισμού, τοπικής βεντέτας, κοινωνικής αναταραχής, θρησκευτικής διαμάχης και μιας σχεδόν ακατανόητης πάλης μεταξύ τοπικών ηγετών».

 

Η στάση της Ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα ήταν χαρακτηριστικά δειλή και οι όποιες πρωτοβουλίες της είχαν αργή υλοποίηση. Αυτή η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει από το 1900. Η εκλογή στη θέση του Μητροπολίτη Καστοριάς του Γερμανού Καραβαγγέλη, η μετάθεση σαν Πρόξενου το 1902 στο Μοναστήρι του Ίωνος Δραγούμη και η τοποθέτηση του Λάμπρου Κορομηλά το 1904 στη θέση του γενικού Πρόξενου Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν την αρχή της ελληνικής διεκδικήσεως. Μάλιστα η δράση του Δραγούμη και του Κορομηλά μέσω των Προξενείων ήταν ελπιδοφόρα. Φρόντιζαν να εξαγοράζουν επιχειρήσεις εξαρχικών στη Μακεδονία και να επιλέγουν τη μεταφορά Ηπειρωτών χτιστών για εργασία, παρά να χρηματοδοτούν Βούλγαρους σχισματικούς που είχαν το μονοπώλιο στο επάγγελμα του χτίστη. Παράλληλα οι ωμότητες των Κομιτατζήδων έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει μυστικά τέσσερις αξιωματικούς με πλαστά διαβατήρια στη Μακεδονία, προκειμένου να συγκεντρώσουν πληροφορίες για την δράση των Βουλγάρων αλλά και να εισηγηθούν την ανάπτυξη ένοπλου αγώνα. Αυτοί οι αξιωματικοί ήταν ο Μελάς, ο Παπούλας, ο Κολοκοτρώνης και ο Κοντούνης. Ο Μελάς έλαβε σαν ψευδώνυμο τα ονόματα των παιδιών του και ονομάστηκε Καπετάν Μίκης Ζέζας. Στις 24 Φεβρουαρίου που ανέβαινε για πρώτη φορά στη Μακεδονία έγραφε: «…Σήμερον επιτέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Ο Μελάς λόγω διαταγών επέστρεψε στην Αθήνα αλλά τον Ιούνιο πήρε πάλι τον δρόμο για τη δυτική Μακεδονία για είκοσι μόνο ημέρες. Τελικά του επετράπη να ανέβει μόνιμα στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1904. Στις 28 Αυγούστου ορίζεται από το Μακεδονικό Κομιτάτο Αρχηγός σωμάτων Μοναστηρίου-Καστοριάς. Ο πόλεμος που κάνει στους Βούλγαρους είναι εξοντωτικός, ενώ παράλληλα τον καταδιώκει τουρκικό απόσπασμα. Στα γράμματα προς την γυναίκα του αναφέρεται στις δυσκολίες που του παρουσιάζονται από την έλλειψη οδηγού στα άγνωστα μέρη μέχρι την κακοκαιρία και την έλλειψη φαγητού: «Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλά ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλά εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και προ πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; Ή θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».

 

Στις 13 Οκτωβρίου ο Μελάς σταμάτησε στο χωριό Στάτιστα για να ξεκουράσει τους άνδρες του, παρά την προειδοποίηση του Νίκου Πύρζα για την ύπαρξη τουρκικού αποσπάσματος στο χωριό. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους και ξεκίνησαν πυροβολισμοί, στο σπίτι που κρύβονταν το απόσπασμα του Παύλου. Οι Τούρκοι ειδοποιήθηκαν από τον Μήτρο Βλάχο για την παρουσία του Μελά στο χωριό. Πρόκειται δηλαδή για προδοσία των Κομιτατζήδων ώστε να βγάλουν από τη μέση έναν σημαντικό αντίπαλό τους. Πάνω στη συμπλοκή ο Μελάς τραυματίζεται, οι πόνοι γίνονται αφόρητοι και απευθυνόμενος στον Νίκο Πύρζα του λέει: «Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να του πης ότι το καθήκον μου έκαμα». Τα τελευταία λόγια του πολέμαρχου του Μακεδονικού αγώνα ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει». Αρχικά η σορός του ενταφιάσθηκε στη Στάτιστα, οι Τούρκοι όμως έψαχναν το σώμα για να βρούν τις αποδείξεις που χρειάζονταν για να επιβεβαιώσουν και επίσημα την ανάμειξη της Ελλάδας στα εσωτερικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο προεστός της Στάτιστας Ντίνας επιχείρησε την εκταφή του Μελά και τη μεταφορά του κάπου αλλού ώστε να μην κινδυνεύει να βρεθεί από τους Τούρκους. Την στιγμή εκείνη όμως τουρκικό απόσπασμα έμπαινε στο χωριό, με αποτέλεσμα ο Ντίνας να αποκεφαλίσει βιαστικά τον Μελά με δάκρυα στα μάτια. Το κεφάλι θάφτηκε προσωρινά στο Πισοδέρι, στην Ωραία Πύλη του ναού της αγίας Παρασκευής. Το σώμα το μετέφεραν οι Τούρκοι στη Καστοριά για αναγνώριση. Εκεί με διπλωματικές κινήσεις ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατάφερε να πάρει το σώμα και να πείσει τους Τούρκους ότι αν δεν το παρέδιδαν στην ελληνική κοινότητα θα προκαλούσαν ταραχές. Εννοείται ότι οι Τούρκοι δεν γνώριζαν πως το σώμα ανήκε στον Παύλο Μελά, αλλά σε κάποιον Μίκη Ζέζα, χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Αργότερα το 1907 το σώμα και το κεφάλι του Μελά μεταφέρθηκαν με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Καστοριάς κοντά στην Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.
Ο θάνατος του Μελά, αφύπνισε την ελληνική κοινή γνώμη για τη σπουδαιότητα του Μακεδονικού ζητήματος. Παράλληλα προκάλεσε ευαισθητοποίηση όχι μόνο του λαού αλλά και συναδέλφων του αξιωματικών, που επιζητούσαν εκδίκηση. Έτσι η θυσία του Παύλου Μελά αποτέλεσε την αρχή της επιτυχούς – για την Ελλάδα – έκβασης του Μακεδονικού. Τα προφητικά του λόγια » Βούλγαρος να μή μείνει » επαληθεύτηκαν και η Ελλάδα απαλλάχθηκε από έναν απειλητικό βόρειο γείτονα. Τα λόγια του Ίωνα Δραγούμη «ο Μελάς… με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε είδαν» αποδεικνύουν τη σημασία της θυσίας του.

 

 

 


 

 

     

Το Μακεδονικό ζήτημα κατα τα έτη 1878 – 1949

     Με αφορμή τους εορτασμούς για τα 100 χρόνια απο την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης αλλά και τη δράση περίεργων «πολιτιστικών» σωματείων με έδρα τη Φλώρινα, καλό θα ήταν να εξετάσουμε το Μακεδονικό ζήτημα στη βάση του και όχι σαν αποτέλεσμα εξωτερικής πολιτικής συγκεκριμένης κυβέρνησης στις αρχές της δεκαετίας του 1990.Ουσιαστικά ζήτημα στο χώρο της ευρύτερης Μακεδονίας τίθεται με τη λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878). Στις 3 Μαρτίου 1878 υπογράφεται μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας η περίφημη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, στη Κωνσταντινούπολη. Απο τους ιστορικούς και τις εφημερίδες της εποχής, το αποτέλεσμα της συνθήκης χαρακτηρίστηκε σαν «ηγεμονία του Πανσλαβισμού» τόσο στο χώρο της Μακεδονίας όσο και στη άμεση πρόσβαση στο Αιγαίο για τους Ρώσους και τους Βούλγαρους. Η συνθήκη μεταξυ άλλων όριζε τα εδάφη απο τη δυτική Μακεδονία (Καστοριά) μέχρι την ανατολική Μακεδονία ( μέχρι και την περιοχή της Καβάλας) υπό βουλγαρική κατοχή και έλεγχο. Ηθικός αυτουργός και όχι μόνο, θεωρείται ο Ρώσος διπλωμάτης και μετέπειτα υπουργός του Τσάρου Νικολάι Ιγνάντιεφ. Οι δικές του ενέργειες παρέδιδαν την μακραίωνη ελληνική Μακεδονία απο τα χέρια των οθωμανών στη κατοχή των Βουλγάρων. Δίκαια ονομάστηκε «νεκροθάφτης του Ελληνισμού». Όλα αυτά βέβαια άλλαξαν λίγους μήνες μετά με την υπογραφή της συνθήκης του Βερολίνου τον Ιούλιο του 1878 όπου αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία μιας μικρής αυτόνομης Βουλγαρίας. Με λίγα λόγια το όνειρο των Σλάβων για έξοδο στο Αιγαίο κονιορτοποιήθηκε μετα απο συνεχόμενες αντιδράσεις των μεγάλων δυνάμεων κ η αξία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ήταν για τους Βούλγαρους ότι για τους Έλληνες η συνθήκη των Σεβρών, τιποτε περισσότερο δηλαδή απο ευσεβείς πόθους της κάθε πλευράς.
      Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας γίνοταν όλο και πιο έκρυθμη,οι χριστιανικοί πληθυσμοί στη Μακεδονία ήθελαν να προλάβουν καταστάσεις και να οικειοποιηθούν τα εδάφη της χώρας του Αλέξανδρου μπροστά στην επικείμενη κατάρρευση των οθωμανών. Μέσα σ’αυτό το κλίμα έγινε και η εξέγερση στο Ιλιντεν το καλοκαίρι του 1903. Έλληνες κ Βούλγαροι ξεσηκώθηκαν κατα του δυνάστη τους γρήγορα όμως συγκρούστηκαν και οι ίδιοι καθότι οι Βούλγαροι επεδίωκαν την προσάρτηση τόσο των εδαφών όσο και των σλαβόφωνων Ελλήνων που όμως πολεμούσαν για μια ελληνική Μακεδονία. Η εξέγερση στο Ίλιντεν αποτέλεσε το προοίμιο του Μακεδονικού Αγώνα (1904 – 1908). Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες κ η Εξαρχία απέτυχαν εξαιτίας του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, του Παύλου Μελά, του καπετάν Κώττα και πολλών άλλων μακεδονομάχων. Η συνέχεια δόθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913) με την οριστική ήττα των Βουλγάρων. Παρ’όλα αυτά η πολύπαθη Μακεδονία δεν λέει να ησυχάσει. Το 1915 ιδρύεται η Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία και το 1919 προσχωρεί στη Κομιντέρν ή αλλιώς στη Γ’ Κομμουνιστική Διεθνή του Λένιν. Την ίδια χρονιά ιδρύεται στην Ελλάδα το ΣΕΚΕ(Σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα Ελλάδος) που το 1924 μετονομάζεται σε ΚΚΕ. Σκοπός της ΒΣΟ ήταν η αυτοδιάθεση των λαών στο χώρο της Βαλκανικής. Γράφει ο Ριζοσπάστης ( φύλλο 25-01-1925) » Ο Λένιν εκήρυξε και στη πράξη εφήρμοσε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των καταπιεζόμενων εθνοτήτων μέχρις αποχωρισμού απο το κράτος όπου είναι προσαρτημένες.Γι’αυτό όλα τα αστικά κόμματα δεν θέλουν να ακούσουν το όνομα του Λένιν στην Ελλάδα,που,διά μέσον του κόμματός μας, ζητεί να πάψη το ανθρωποπάζαρο των πληθυσμών Μακεδονίας και Θράκης και καλεί τους λαούς των ν’αγωνισθούν για ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη και για τη ΒΚΟ». Βλέπουμε πως μετά τους Βούλγαρους θέμα δημιουργούν και οι ελληνες κομμουνιστές δυστυχώς κατα της ίδιας της πατρίδας τους. Στην πραγματικότητα τόσο στη δεκαετία του 1920 όσο και του 1930 το ΚΚΕ μέσα απο αποφάσεις των ολομελειών του αλλά και από πύρινα άρθρα του Ριζοσπάστη υπερασπίζεται με πάθος την απόσχιση ελληνικών εδαφών. Οι διεθνείς στατιστικές ωστόσο μετρούν τον πληθυσμό της Μακεδονίας πρό του 1912 σε 513.000 Έλληνες (42.6%) και 119.000 Βουλγαρίζοντες (9.9%) ενώ οι υπόλοιποι ήταν μουσουλμάνοι και εβραίοι. Στις στατιστικές μετα το 1923 οι Έλληνες κατέχουν το 88,1% (ήτοι 1.341.000) και οι Βουλγαρίζοντες μόνο το 5,1% δηλαδή περίπου 77.000 επι του συνολικού πληθυσμού.
       Η κατάσταση θα οξυνθεί ακόμα περισσότερο τον καιρό της κατοχής. Οι Γερμανοί παραχώρησαν στους Βούλγαρους συμμάχους τους την ανατολική Μακεδονία και Θράκη συμβάλλοντας ετσι στην βίαιη προσπάθεια αφελληνισμού της Μακεδονίας. Η τριπλή κατοχή όχι μόνο εξάρθρωσε την οικονομία της χώρας αλλά προσπάθησε τον διαμελισμό εδαφών της προς ικανοποίηση τον συμμάχων του άξονα. Αξίζει να σημειωθεί οτι οι Βούλγαροι με το που εγκαταστάθηκαν στη περιοχή αυτή εξεδίωξαν τις ελληνικές αρχές και στη θλέση τους διόρισαν Βούλγαρους τόσο στη δημόσια διοίκηση όσο και στη θρησκευτική. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και αντικατέστησαν ακομη και τα ονόματα στους τάφους με βουλγαρικά.Πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των ναζί του Χίτλερ που » είχε ερθει σαν φίλος». Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος 1941). Βούλγαροι κατάσκοποι σε συνεργασία με Έλληνες κομμουνιστές του Μακεδονικού γραφείου του ΚΚΕ, που επί Μεταξά δεν είχε συντριβεί, ξεσήκωσαν τον ντόπιο πληθυσμό κατά των βουλγαρικών αρχών πιστεύοντας οτι θα τους επιβληθούν..αποτέλεσμα ήταν ο νομός Δράμας να ξεκληριστεί και να μετατραπεί σε απέραντο σφαγείο με τους νεκρούς να υπερβαίνουν τους 7.000. Οι προσπάθειες των Βουλγάρων δεν θα σταματήσουν και θα βρουν το 1943 εναν ανέλπιστο ίσως σύμμαχο, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
      Κατά τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης στο πλευρό του ΕΛΑΣ συντάχθηκαν αρκετές μεινότητες που στόχο είχαν να απαγκιστρωθούν απο τον εθνικό κορμό. Το ΣΝΟΦ (Σλαβομακεντόνσκα Νατσιονάλεν Όσβομπαντίτισλεν Φρόντ-Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) ήταν ουσιαστικά το ΕΑΜ των σλαβομακεδόνων και πολέμησε στα εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας κατα άλλων Ελλήνων με σκοπό τη δημιουργία αυτόνομης λαικής δημοκρατίας της Μακεδονίας. Μετά το 1945 μετονομάστηκε σε ΝΟΦ έχοντας όμως τους ίδιους σκοπούς αλλά και τους ίδιους συμμάχους( Τίτο,ΚΚΕ). Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα δεν θα μπορούσε να υπάρχει πέρα απο το περίφημο σύμφωνο στις Καρυδιές Εδέσσης μεταξύ του απόλυτου ηγέτη του ΚΚΕ αλλά και του ΕΛΑΣ Ανδρέα Τζήμα και του Βούλγαρου λοχαγού Άντον Κάλτσεφ,γνωστού για τις βιαιότητες εναντίον του ελληνικού πληθυσμού,που υπεγράφει την 22α Ιανουαρίου 1944 και μεταξυ άλλων όριζε:<>. Μετά το 1945 η εξωτερική πολιτική του Τίτο γίνεται όλο και πιο επιθετική με τη σύμφωνη γνώμη του Στάλιν. Τον Οκτώβριο του 1945 στο Πανσλαβικό συνέδριο της Πράγας αποφασίστηκε «το ζήτημα της απελευθερώσεως των σλάβων της Μακεδονίας του Αιγαίου». Ένα μήνα μετά ο Τέμπο προειδοποιεί..«είτε το θέλουν οι Έλληνες,είτε όχι, η Μακεδονία θα γίνει αυτόνομο κράτος και θα υπαχθεί εις το Γιουγκοσλαβικόν Ομοσπονδιακόν κράτος. Εάν οι Έλληνες δεν το θελήσουν αυτο ειρηνικώς, θα το πετυχουμε δια τον όπλων». Μετα απο ολα αυτά, τα γεγονότα θα ειναι καταιγιστικά, στο Πετρίτσι τον Δεκέμβρη του 1945 αποφασίζεται η ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος μεταξύ του Μαρκου Βαφειάδη και εκπροσώπων των Γενικών επιτελείων της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας. Σύμφωνα με επιστολή του Μάρκου προς τον Ζαχαριάδη αποφασίσθηκε ο πλήρης εφοδιασμός κατα τα έτη 1946-1949 σε οπλισμό,τρόφιμα,ιατροφαρμακευτικό υλικό απο τη μεριά των βαλκάνιων συντρόφων με διακυβευμα την ελληνική Μακεδονία. Χαρακτηριστικα ο Μάρκος γράφει..«Κατόπιν διαταγής του συντρόφου Στάλιν πρός τους βορείους γείτονάς μας,ο εφοδιασμός μας με όπλα και πυρομαχικά ήρχισε να καταφθάνει, δια να δυνηθώμεν να βαδίσωμεν πρός τας Αθήνας..Το αντίτιμον της επιτεύξεως των άνω ήτο η υπέρ των γειτόνων μας νέα διευθέτησις των συνόρων μας..»
       Τον Αύγουστο του 1947 στο Μπλέντ αποφασίσθηκε το στρατηγείο του ΔΣΕ να  υπαχθει εξ’ολοκλήρου κατω απο τον έλεγχο αξιωματικών του Γιουγκοσλαβικού Στρατού. Παράλληλα αποφασισθηκε για άλλη μία φορα η ίδρυση ανεξάρτητου Μακεδονικού κρατους κατω απο την κηδεμονία του Τίτο. Ο ίδιος ο Τίτο ανέφερε.. » Καταλήξαμε στη Συμφωνία του Μπλέντ,για να εξοφλήσουμε καθε σχέση με το παρελθόν και να λύσουμε το Μακεδονικό ζήτημα με τρόπο ορθόδοξα μαρξιστικό. Διακηρύξαμε οτι οι λαοί της Μακεδονίας του Βαρδάρη, του Πιρίν και του Αιγαίου έπρεπε να αποκτήσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης τους». Ακολούθησε τον Σεπτέμβρη του ’47 το προδοτικό σχέδιο «Λίμνες» του ΚΚΕ αλλά ο κρατικός μηχανισμός ενήργησε έγκυρα και ο υπουργός Δημοσίας Ασφαλείας Ναπολέων Ζέρβας αποκάλυψε τα σχέδια των Κομμουνιστών.
       Τέλος το 1949 στην 5η Ολομέλεια της Κ.Ε του ΚΚΕ ο γενικός γραμματέας του κόμματος Νίκος Ζαχαριάδης ομολόγησε..«Στη Βόρειο Ελλάδα ο Μακεδονικός λαός τα ‘δωσε όλα για έναν αγώνα και πολεμά με μια ολοκλήρωση ηρωισμού και αυτοθυσίας, που προκαλούν το θαυμασμό. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία οτι σαν αποτέλεσμα της νίκης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος και της Λαικής Επανάστασης ο Μακεδονικός λαός θα βρεί την πλήρη εθνική του αποκατάσταση, έτσι όπως τη θέλει ο ίδιος,προσφέροντας σήμερα το αίμα του για να την αποκτήσει..»