Απο την ντροπή του 1897 στην δόξα του 1912 -1013

 

του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

ιστορικού – συνεργάτη*

 

 

Με αφορμή την πρόσφατη επέτειο της Μάχης Κιλκίς – Λαχανά όπου πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια των Β’ Βαλκανικών Πολέμων εναντίων της Βουλγαρίας και επικύρωσε την ελληνική κυριαρχία στην νότια περιοχή της Χερσονήσου του Αίμου. Θεώρησα καλύτερο να μην κάνω μια απλή και τυπική εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων μόνο εκείνης της περιόδου, αλλά, πιστεύω πως θα ήταν πιο έντιμο αλλά και πιο τιμητικό σε όλους εκείνους που πολέμησαν τόσο στον Μακεδονικό Αγώνα μέχρι την Μάχη του Κιλκίς Λαχανά να αναφερθώ τη έδωσε δύναμη, θάρρος, κουράγιο αλλά και ποια ντροπή ήθελαν εκείνοι οι ήρωες να ξεπλύνουν με τις γενναίες πράξεις τους στα πεδία των μαχών.

Για αυτό στον συγκεκριμένο άρθρο θα αναφερθώ στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες τόσο του 1897, όσο και του 1912 – 1913 πέρα από τις πολιτικές συνθήκες για να έχετε μια σφαιρική άποψη για τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες μιας περιόδους ήττας και μιας περιόδου νίκης που τους χωρίζουν μόνο 15 χρόνια. Συνέχεια

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων – 21 Φεβρουαρίου 1913

 

Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος στα απελευθερωμένα Γιάννενα. Αριστερά του διακρίνεται ο λοχαγός τότε Ιωάννης Μεταξάς και δεξιά του ο υποστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής.

 

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου γενικότερα δεν υπήρξε απόρροια των Βαλκανικών πολέμων του 1912-1913 και μόνο. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ήδη με την ίδρυση της Ηπειρωτικής Εταιρείας το 1906. Οι Ηπειρώτες της Αθήνας φρόντισαν να ιδρύσουν μια νέα Φιλική Εταιρεία και στόχευαν στην απελευθέρωση της Ηπείρου την κατάλληλη χρονική στιγμή. Σ’αυτήν ήταν μυημένοι πολλοί αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού συνήθως ηπειρωτικής καταγωγής. Κάθε υποψήφιο μέλος έδινε τον όρκο των μελών της Ηπειρωτικής Εταιρείας για να εισέλθει στους κόλπους της, ο οποίος είχε ως εξής: «Ορκίζομαι επί του ιερού ευαγγελίου, εις το όνομα της μιας και αδιαιρέτου και ομοουσίου Αγίας Τριάδος, ότι θέλω χύσει και την τελευταία ρανίδα του αίματός μου, προς απελευθέρωσιν της φιλτάτης μου πατρίδος Ηπείρου, όταν διαταχθώ προς τούτο, και ότι θέλω τηρήσει απόλυτον εχεμύθειαν περί του σκοπού και του έργου της εταιρείας, εν ηι δεν περιπτώσει φανώ επίορκος, να υφίσταμαι τας συνεπείας του περί ποινών μυστικού άρθρου και να είμαι επικατάρατος». Συνέχεια