Δεκέμβρης 1944, η μάχη της Αθήνας



      Τον Οκτώβρη του 1944 οι Γερμανοί εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα. Όλη η χώρα ανέπνεε πλέον ελεύθερα μετά από χρόνια κατοχής. Και ενώ άλλες χώρες την ίδια στιγμή ξεκινούσαν με αισιοδοξία σχέδια ανοικοδόμησης της κοινωνίας και της οικονομίας τους, στην Ελλάδα τα πράγματα αρχίζουν και παίρνουν ξεκάθαρα μορφή πολιτικής κυριαρχίας και ταυτόχρονα εξουδετέρωσης των αντιπάλων τους. Η μεν άκρα αριστερά επιθυμεί την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, η κυβερνητική πλευρά επιθυμεί την συγκρότηση κυβέρνησης και στρατού εθνικής ενότητας. Η ουσία είναι και στις δύο περιπτώσεις το κίνητρο της εξουσίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από την πρώτη στιγμή η Μεγάλη Βρετανία συμμετείχε ενεργά στην ανάπτυξη του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα. Πάντα από την δική της οπτική και βεβαίως για τα δικά της συμφέροντα. Οι συμφωνίες για την ίδρυση του Κοινού Γενικού Αρχηγείου Ανταρτών, του Λιβάνου, της Καζέρτας έθεταν πάντα την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής των Άγγλων. Μεταξύ των μεγάλων αντιφασιστικών δυνάμεων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της σοβιετικής Ρωσίας και της Μεγάλης Βρετανίας, ξεκαθαρίστηκε τον Οκτώβριο του 1944 ότι η Ελλάδα θα βρίσκονταν και επίσημα στη ζώνη επιρροής της Αγγλίας του Τσόρτσιλ. Όλα αυτά σήμερα εύκολα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι κατά περιόδους κομμουνιστικές εξεγέρσεις δεν είχαν ποτέ καμία πιθανότητα επιτυχίας, από την στιγμή που ο Στάλιν είχε κάνει τις συμφωνίες του με τον Τσόρτσιλ. Επομένως το αιματοκύλισμα του εμφυλίου πολέμου δεν έγινε για μια καλύτερη και αληθινά δημοκρατική Ελλάδα, αλλά επειδή αυτό βόλευε τις δύο αυτοκρατορίες. Η ουσία για τα Δεκεμβριανά του 1944, δεν ήταν οι αιματηρές συμπλοκές τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, αλλά τα γεωπολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα των αυτοκρατοριών των Στάλιν και Τσόρτσιλ.
         Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Νοέμβρη του ’44, ξεκινούν πολλές επαφές μεταξύ Σκόμπυ, κυβέρνησης Παπανδρέου και αντιστασιακών οργανώσεων με θέμα τον αφοπλισμό των τελευταίων και τη δημιουργία ενιαίου εθνικού στρατού. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία. Τα αθηναϊκό πλήθος υποδέχτηκε με θέρμη και ανακούφιση την έλευσή της, σε αντίθεση με τους υπουργούς του ΕΑΜ. Ο Γουντχάουζ έγραψε: » Η εκστατική υποδοχή που επιφυλάχτηκε στην ταξιαρχία όταν παρέλασε στην πόλη την επόμενη μέρα έδειξε ότι ο κόσμος τη θεωρούσε ως ασφάλεια απέναντι στον ΕΛΑΣ. Οι Αθηναίοι, φοβισμένοι κάθε βράδυ από τα απειλητικά συνθήματα που εκφωνούσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ από τα «χωνιά» του, με το δίκιο τους κρατούσαν καχύποπτη στάση απέναντι σε μια οργάνωση που σταθερά επί δύο χρόνια δήλωνε ότι όποιος δεν την υποστήριζε ήταν προδότης…» (1). Την ίδια στιγμή, ο Θόδωρος Μακρίδης (Καπετάν Έκτορας) στέλνει ένα τηλεγράφημα προς το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, με αφορμή μια διαφωνία του με τον Άρη Βελουχιώτη: » Το εσωτερικόν ελληνικόν πρόβλημα θα λυθή αναγκαστικώς πρό του πέρατος του πολέμου. Η λύσις θα είναι βιαία και ουχί κοινοβουλευτική. Η ελληνική αντίδρασις θα επιχειρήση πραξικόπημα κατά Δεκέμβριον 1944 ή Ιανουάριον 1945. Είναι λίαν ενδεχομένη βρετανική ένοπλος επέμβασις…» (2). Βλέπουμε λοιπόν, ότι από τις αρχές του Νοέμβρη το κλίμα ήταν τεταμένο. Μετά από συνεννοήσεις με την κυβέρνηση ο Σκόμπυ ανακοίνωσε ότι η αποστράτευση των ανταρτών θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου. Στη συνάντησή του ωστόσο με τον Ζέρβα και τον Σαράφη, στις 22 Νοεμβρίου στην Αθήνα, συνειδητοποίησε ότι ο δεύτερος αρνούνταν να διατάξει την αποστράτευση των ελασιτών, παρόλο που ο ίδιος άνθρωπος είχε υπογράψει την συμφωνία στη Καζέρτα. Στο ίδιο διάστημα ο Πρωθυπουργός έκανε παραχωρήσεις προς την εαμική πλευρά, σαν δείγμα καλής θέλησης ώστε να αποφευχθούν οι όποιες συγκρούσεις (3). Στα τέλη του μηνός, οι συζητήσεις στράφηκαν στην δημιουργία εθνικού στρατού κοινής αποδοχής. Τελικά, έγινε αποδεκτή η πρόταση της ΠΕΕΑ, που προέβλεπε τη δημιουργία δύο ταξιαρχιών ίσης δύναμης. Η μία ταξιαρχία θα αποτελούνταν από την Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό Λόχο και μία μονάδα του ΕΔΕΣ και η δεύτερη ταξιαρχία από ισοδύναμη – προς τις άλλες- δύναμη του ΕΛΑΣ. Ο Παπανδρέου έκανε αποδεκτή την πρόταση της αριστεράς και ανακοίνωσε ότι οι υπουργοί της κυβέρνησης θα υπέγραφαν την πρόταση την ίδια μέρα (28η Νοεμβρίου). Και ενώ όλα ήταν έτοιμα ώστε να αποφύγει η χώρα τον εμφύλιο σπαραγμό, την επομένη φτάνει στο γραφείο του Πρωθυπουργού αντιπροσωπεία μελών του ΕΑΜ που ζητά την οριστική αποστράτευση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, τόσο των ανταρτών όσο και της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Τα ίδια πρόσωπα, μία μέρα μετά, αναίρεσαν αυτά που είχαν προτείνει. Για την ανεξήγητη συμπεριφορά του Ζεύγου, ο Γεώργιος Παπανδρέου έγραψε: » Ο Ζεύγος ετέλει υπό το κράτος μεγάλης νευρικότητος. Μου εδήλωσεν ότι το Κομμουνιστικόν Κόμμα δεν αποδέχεται πλέον την συμφωνίαν την οποίαν αυτός ο ίδιος είχε εγχειρίσει την προηγουμένην, και ότι θέτει νέους όρους προς αποδοχήν, μεταξύ των οποίων την ταυτόχρονον διάλυσιν της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, την άμεσον καθιέρωσιν συνοπτικής διαδικασίας διά τους δοσιλόγους, την υποχρεωτικήν έκδοσιν των δικαστικών αποφάσεων πρό της 10ης Δεκεμβρίου κ.λπ. Κατάπληκτος του εδήλωσα ότι πρόκειται περί πλήρους υπαναχωρήσεως και ότι η Κυβέρνησις δεν δύναται να αποδεχθή τους νέους όρους αλλά εμμένει εις την γενομένην συμφωνίαν. Ο Ζεύγος τότε εις κατάστασιν εξάψεως έσπευσε να φύγη, χωρίς κάν να με αποχαιρετήση. Απεκόμισα την εντύπωσιν, καθώς ανεκοίνωσα έπειτα εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, ότι ο Ζεύγος είχεν αποσταλή με την εντολήν να επιφέρη οπωσδήποτε την ρήξιν» (4). Η πλήρης υπαναχώρηση είχε τις ρίζες της στην υπόσχεση του Τίτο για ενίσχυση. Ο Ιωάννης Ιατρίδης έγραψε πάνω σ’ αυτό: » … , το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου είχε ληφθή ένα μήνυμα από τον Στρατάρχη Τίτο, που έδινε θάρρος στους Έλληνες κομμουνιστές να καταλάβουν την πτωτεύουσα με την βία. Λέγεται πως οι Γιουγκοσλάβοι πρόσφεραν την «ηθική» τους υποστήριξη σε μιά τέτοια θαρραλέα ενέργεια, και ο ίδιος ο Στάλιν μπορεί να την είχε επιδοκιμάσει, χωρίς όμως και να εγκρίνη ανοικτή σοβιετική βοήθεια» (5). Ο Γουντχάουζ έχει παρόμοια άποψη: » Το τί συνέβη και άλλαξε γνώμη το ΚΚΕ παραμένει ασαφές. Τα απομνημονεύματα του Τζήμα και του Ορέστη υπονοούν ότι ο Τίτο είχε κάποια σχέση. Ο Τζήμας βρισκόταν στο Βελιγράδι με τον Τίτο και εκεί τους συνάντησε ο Πέτρος Ρούσσος σε ειδική αποστολή από το ΚΚΕ. Παρουσία του Τζήμα, ο Ρούσσος ρώτησε αν το ΚΚΕ μπορούσε να βασίζεται στην υποστήριξη της Γιουγκοσλαβίας σε περίπτωση σύγκρουσης με τους Βρετανούς. Ο Τίτο απάντησε θετικά. Παρά τους ενδοιασμούς του Τζήμα, που βασίζονταν σε γνώση από πρώτο χέρι των περιορισμένων μέσων των παρτιζάνων, η ενθαρρυντική απάντηση του Τίτο μεταβιβάστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου» (6).
            Την 1η Δεκεμβρίου, ο Ριζοσπάστης κυκλοφορεί με κύριο τίτλο » Η «αδιαλλαξία» του ΚΚΕ» , κατηγορώντας την κυβερνητική πλευρά για τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών. Την ίδια στιγμή δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκεντρώνονταν γύρω από την Αθήνα.Ο Κρίς Γουντχάουζ αναφέρει: » Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που διατηρούσε κιόλας την έδρα ενός σώματος στρατού στην Αθήνα, υπό τον στρατηγό Μάντακα, μετακίνησε ενισχύσεις προς την πρωτεύουσα. Ήταν πιο βαριά οπλισμένοι τώρα από ό,τι ήταν στην Κατοχή, επειδή οι Γερμανοί είχαν αφήσει πίσω τους πολλές αποθήκες με πολεμοφόδια σε μικρή απόσταση, γνωρίζοντας, έστω και χωρίς ρητή συμφωνία, σε τί θα χρησίμευαν. Όλμοι και πυροβόλα είχαν επισημανθεί σε επίκαιρα σημεία της Αθήνας» (7). Στις 2 Δεκεμβρίου παραιτούνται οι υπουργοί του ΕΑΜ. Οι διαταγές προς τις μονάδες του ΕΛΑΣ, ήταν να πλησιάσουν την πόλη χωρίς ωστόσο να αντιταχθούν στους Βρετανούς για κανένα λόγο (8). Την ίδια μέρα ο Σιάντος στέλνει διαταγή, με σφραγίδα της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, προς το Γενικό Στρατηγείο: » Υπουργοί μας παρητήθησον στοπ. Κατ’ εξακριβωμένας πληροφορίας Ζέρβας ανεχώρησε εσπευσμένως εις Ήπειρον, ίνα ενεργήσει γενικήν επιστράτευσιν και επιτεθεί καθ’ ημών στοπ. Προετοιμάσατε και κινητοποιήσατε ογδόην, πρώτην, εννάτην και δεκάτην Μεραρχίας, άνευ ουδεμιάς χρονοτριβής προς επίθεσιν εναντίον Ζέρβα προτού προλάβει να επιστρατευθεί στοπ. Αφαιρέσατε πρωτοβουλίαν από Ζέρβα στοπ. Άμα πέρατι προετοιμασίας επιτεθείτε στοπ. Διατάξατε άμεσον διάλυσιν Εθνοφυλακής καθ’ άπασαν Ελλάδα με πολιτικά και εν ανάγκη βίαια μέσα στοπ « (9). Το ΕΑΜ επίσημα ανακοίνωσε ότι την 4η Δεκεμβρίου θα προκαλέσει γενική απεργία σαν ένδειξη διαμαρτυρίας. Στις 3 Δεκεμβρίου, το επίσημο έντυπο του κόμματος, ο Ριζοσπάστης κυκλοφορεί με άρθρο του Ζεύγου, με τίτλο «Και τώρα τον λόγο έχουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ», στο οποίο έγραφε μεταξύ άλλων: » … Τώρα το λόγο τον έχει ο ελληνικός λαός. Οι μπαρουτοκαπνισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ, που τους ζητούν να παραδώσουν τα τιμημένα και κερδισμένα σε μάχες όπλα τους. Οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας, που αντιμετώπισαν νικηφόρα τις ορδές των Γερμανών και των προδοτών. Όλοι οι δημοκράτες, όλοι όσοι πονάν την Ελλάδα και το λαό της, θα βρεθούν ενωμένοι στις γραμμές του για να υπερασπίσουν την λευτεριά του, τη ζωή του, τα δημοκρατικά του δικαιώματα, την εθνική ανεξαρτησία. Ο ελληνικός λαός θα σαρώσει την κυβέρνηση του εμφυλίου πολέμου και θα δημιουργήσει μια κυβέρνηση πραγματικής εθνικής ενότητας» (10). Το άρθρο αυτό του Ζεύγου, προ οικονομεί την ένοπλη σύγκρουση των Δεκεμβριανών και αποδεικνύει ξεκάθαρα ποιος επεδίωξε τη σύγκρουση. Το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου αποτέλεσε την αρχή των αιματηρών συγκρούσεων. Η κυβέρνηση φρόντισε να τοποθετήσει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις σε όλο το ιστορικό κέντρο των Αθηνών, με αφετηρία την πλατεία Συντάγματος. Οι εαμίτες διαδηλωτές σε κάθε εμφάνιση αστυνομικών αντιδρούσε με ύβρεις και συνθήματα (11). Κατά τον Γουντχάουζ: » Εκείνο το πρωί της Κυριακής, 3 Δεκεμβρίου, η επανάσταση είχε ξεσπάσει. Όταν τα πλήθη των διαδηλωτών βρέθηκαν αντιμέτωπα με την αστυνομία, στην Πλατεία Συντάγματος, πολλοί αστυνομικοί πυροβόλησαν κατευθείαν πάνω τους, πράγμα που, χωρίς αμφιβολία, ήταν ο σκοπός για τον οποίο τα είχε συγκεντρώσει εκεί το ΚΚΕ. Σύμφωνα με μερικές αφηγήσεις, το πλήθος ανταπέδωσε τα πυρά. Σύμφωνα με άλλες, πυροβόλησε πρώτο και είχε ρίξει χειροβομβίδες στα παράθυρα πολιτικών αντιπάλων, πρίν φθάσει στην Πλατεία Συντάγματος. […] Ο Παπανδρέου, σε ραδιοφωνική ομιλία εκείνη τη νύχτα, επέρριψε την ευθύνη στους κομμουνιστές» (12). Θεωρείται βέβαιο το γεγονός ότι η αστυνομία έβαλε κατά του πλήθους. Όπως θεωρείται γενικά βέβαιο, το γεγονός των προκλήσεων του πλήθους έναντι των αστυνομικών. Αργότερα, ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, Έβερτ ομολόγησε ότι ο ίδιος έδωσε την εντολή για βίαιη διάλυση της διαδήλωσης αλλά από την στιγμή που ένας αστυνομικός δολοφονήθηκε από το πλήθος (13). Οι κυβερνητικές εκθέσεις έγραφαν: » Οι αστυνομικοί, παρά την κακομεταχείρισή τους από μέρος των διαδηλωτών, πειθαρχώντας στις διαταγές που είχαν, έδειχναν μεγάλη υπομονή. Πρώτοι επυροβόλησαν ένοπλοι διαδηλωτές, που είχαν επίσης και χειροβομβίδες. Σκοτώθηκε ένας αρχιφύλαξ της αστυνομίας και τραυματίσθηκαν τρείς αστυνομικοί. Οι περισσότεροι από τους δέκα νεκρούς διαδηλωτές, όπως αποδείχθηκε από την νεκροψία του ιατροδικαστού, σκοτώθηκαν από χειρομβοβίδες, τις οποίες η αστυνομία δεν εχρησιμοποίησε…» (14). Από την μέρα αυτή οι συγκρούσεις ελασιτών – αστυνομικών ήταν καθημερινό φαινόμενο στο ματωμένο Δεκέμβρη. Αυτές οι συγκρούσεις θεωρήθηκαν από πολλούς, ο λόγος της ένοπλης σύγκρουσης. Ο Γρηγόρης Φαράκος έγραψε: » Το έναυσμα πυρός για τις 33 μέρες των μαχών που θα ακολουθούσαν δόθηκε την Κυριακή 3 του μηνός, στο μεγάλο συλλαλητήριο, σωστή λαολάθαλασσα, που πλημμύρισε τους δρόμους της Αθήνας, όταν η Αστυνομία πυροβόλησε κατά του άοπλου λαού στην πλατεία Συντάγματος» (15). Αυτή ήταν βεβαίως η αφορμή που ζητούσε το ΚΚΕ. Ο Γιάννης Ιωαννίδης στις «Αναμνήσεις» του έγραψε: » Μέχρι τότε έμενα με την εντύπωση ότι όλο αυτό το πράγμα έγινε με το χτύπημα που μας δώσαν αυτοί στις 3 του Δεκέμβρη. Όταν έμαθα ότι η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ έγινε από την 1η του Δεκέμβρη, αυτό σημαίνει ότι και μείς προμελετημένα πηγαίναμε να δώσουμε αφορμή για να αρχίσει ο πόλεμος» και συνεχίζει: » Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17 του Νοέμβρη, στις 16 ή 18, δεν ξέρω πότε ήταν. Εκεί στο νοσοκομείο όπου βρισκόμουν εγώ, ήρθαν όλα τα μέλη του Πολιτικού γραφείου και εκεί πήραμε απόφαση ότι εμείς θα χτυπηθούμε με τους Εγγλέζους. Τα άλλα είναι… Υπάρχει αυτή η απόφαση. Εκεί ήταν ο Παρτσαλίδης, ο Ρούσσος, ο Φάνης… […] Είπαμε στην ανάγκη, εάν δεν κατορθώσουμε να βρούμε άλλες πολιτικές λύσεις, στο ζήτημα, θα συγκρουσθούμε» (16). Επομένως, δια χειρός Ιωαννίδη τεκμηριώνεται ότι το ΚΚΕ είχε προαποφασίσει τον αιματηρό Δεκέμβρη, έχοντας και την ενίσχυση άλλων Βαλκάνιων συντρόφων.
               Από την 6η Δεκεμβρίου 1944 μέχρι την 7η Ιανουαρίου 1945 οι αιματηρές συγκρούσεις ήταν αυξανόμενες. Ο ΕΛΑΣ ήλεγχε με διαφορά το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας. Σ’ όλη αυτή την περίοδο δεν στράφηκε κατά των Βρετανών. Στράφηκε όμως με πάθος κατά των κυβερνητικών δυνάμεων. Ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας έγραψε: » … ο ΕΛΑΣ… Είχε παντού την πρωτοβουλία, έκαμνε οδοφράγματα εδώ, επετίθετο εκεί, ανατίναζε σπίτια για να κλείσει σταυροδρόμια, κατελάμβανε δι’ επιθέσεων μεγάλα κτίρια, αφού τα κύκλωνε, και διέθετε εναντίον αυτών μια συντριπτική δύναμη πυρός. Οι άνδρες του ΕΛΑΣ πολεμούσαν με ένα πείσμα που λίγοι από αυτούς έδειξαν εναντίον των Γερμανών» (17). Η αυτοθυσία των ανδρών των Σωμάτων Ασφαλείας σε συνδυασμό με την αναποφασιστικότητα της ηγεσίας του ΕΛΑΣ οδήγησαν στην ήττα του ΕΛΑΣ. Ωστόσο, ένας ακόμα λόγος ήταν η αντικατάσταση του Σκόμπυ, τα λάθη του οποίου είχαν φέρει τον ΕΛΑΣ κοντά στην τελική επικράτηση. Γράφει ο Γουντχάουζ: » Στις 11 Δεκεμβρίου όμως ο στρατάρχης Αλεξάντερ και ο Χάρολντ Μακμίλλαν έφτασαν στην Αθήνα από την Ιταλία και διαμόρφωσαν την αντίληψη ότι η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή. Ο Αλεξάντερ πήρε γρήγορα δύο αποφάσεις: να στείλει επιπλέον ενισχύσεις στην Αθήνα και να αντικαταστήσει τον Σκόμπι και πολλούς από το επιτελείο του. Ένας μύθος έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα ότι ο Σκόμπυ έσωσε την Αθήνα το Δεκέμβριο του 1944, αλλά η αλήθεια είναι ό,τι σχεδόν την έχασε. Η πόλη σώθηκε από τον στρατηγό Τζών Χώκσγουερθ διορισμένο από τον Αλεξάντερ. Μπορεί να κρίνει κανείς σε πόσο μεγάλο βαθμό είχε χάσει ο Σκόμπυ τον έλεγχο της κατάστασης και σε ποιά κατάσταση απαισιοδοξίας είχε περιπέσει (που κυρίως οφειλόταν στην έλλειψη προμηθειών), από το γεγονός ότι σχεδίαζε να αποσύρει τα στρατεύματά του στο λιμάνι του Φαλήρου, επιλογή που θα σήμαινε την ολοκληρωτική παράδοση της Αθήνας» (18). Στο παρόν άρθρο δεν θα αναλυθούν ακρότητες του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ κατά αθώων πολιτών, ούτε οι μάχες που οδήγησαν στην τελική ήττα του ΚΚΕ. Στόχος είναι να αναφερθούν τα πραγματικά αίτια και κίνητρα που οδήγησαν στον Δεκέμβρη. Τελειώνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στη στάση των Σοβιετικών απέναντι στα Δεκεμβριανά. Ο Τάκης Λαζαρίδης έγραψε: » Και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως σε όλη τη διάρκεια του Δεκέμβρη οι Σοβιετικοί δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Ούτε μιά απλή διαμαρτρυρία, ούτε ένα σχόλιο. Οι σοβιετικές εφημερίδες δεν έγραψαν λέξη για το Δεκέμβρη. Για τους Σοβιετικούς ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ Δεκέμβρης» (19).  Παρόμοια άποψη τεκμηριώνει και ο Ιωάννης Ιατρίδης: » Ο Τσώρτσιλ έγραφε αργότερα πως ο Στάλιν » ετήρησε με αυστηράν και πιστήν προσήλωσιν την συμφωνία μας του Οκτωβρίου, ενώ καθ’ όλην την διάρκειαν των μακρών εκείνων εβδομάδων αγώνος κατά των κομμουνιστών εις τας οδούς των Αθηνών ούτε μία λέξις επιπλήξεως δεν ηκούσθη  από την «Πράβδα» ή την «Ιζβέστια» (20). 

Πηγές:

1) βλ. » Ο Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949″, Κρίς Γουντχάουζ, β’ εκδ., Αθήνα 2012, σ. 208.
2) βλ. » Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία, Μυστική Έκθεση [1946] και άλλα ντοκουμέντα», Β’ Τόμος, Γρηγόρης Φαράκος, γ’ εκδ., Αθήνα 2000, σ. 213-214.
3) βλ. » Ο Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949″, Κρίς Γουντχάουζ, β’ εκδ., Αθήνα 2012, σ. 211.
4) βλ. » Ευτυχώς ηττηθήκαμε Σύντροφοι…», Τάκης Λαζαρίδης, ε’ εκδ., Αθήνα 2007, σ. 54.
5) βλ. » Εξέγερση στην Αθήνα», Ιωάννης Ιατρίδης, β’ εκδ., Αθήνα 2013, σ. 167.
6) βλ. » Ο Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949″, Κρίς Γουντχάουζ, β’ εκδ., Αθήνα 2012, σ. 218-219.
7) βλ. «Το μήλο της Έριδος», Κρίς Γουντχάουζ, α’ εκδ., Αθήνα 1976, σ. 324.
8) βλ.  » Εξέγερση στην Αθήνα», Ιωάννης Ιατρίδης, β’ εκδ., Αθήνα 2013, σ. 177.
9) βλ.» Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία, Μυστική Έκθεση [1946] και άλλα ντοκουμέντα», Β’ Τόμος, Γρηγόρης Φαράκος, γ’ εκδ., Αθήνα 2000, σ. 359.
10)βλ. περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, σειρά Μεγάλες Μάχες, Η μάχη των Αθηνών 1944, α’ εκδ., Αθήνα 2008, σ. 12.
11) βλ. » Εξέγερση στην Αθήνα», Ιωάννης Ιατρίδης, β’ εκδ., Αθήνα 2013, σ. 180.
12) βλ.  «Το μήλο της Έριδος», Κρίς Γουντχάουζ, α’ εκδ., Αθήνα 1976, σ. 325.
13) βλ. » Ο Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949″, Κρίς Γουντχάουζ, β’ εκδ., Αθήνα 2012, σ. 225.
14) βλ. » Εξέγερση στην Αθήνα», Ιωάννης Ιατρίδης, β’ εκδ., Αθήνα 2013, σ. 181, υποσημ. 86.
15) βλ. » Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία», Α’ Τόμος, Γρηγόρης Φαράκος, γ’ εκδ., Αθήνα 2000, σ. 269.
16) βλ.» Ευτυχώς ηττηθήκαμε Σύντροφοι…», Τάκης Λαζαρίδης, ε’ εκδ., Αθήνα 2007, σ. 58, 59, 63.
17) βλ.»Φωτιά και τσεκούρι, Ελλάς, 1946-1949 και τα προηγηθέντα», ΔΟΛ, Αθήνα 2009, σ. 135.
18) βλ. » Ο Αγώνας για την Ελλάδα, 1941-1949″, Κρίς Γουντχάουζ, β’ εκδ., Αθήνα 2012, σ. 229-230.
19) βλ. » Ευτυχώς ηττηθήκαμε Σύντροφοι…», Τάκης Λαζαρίδης, ε’ εκδ., Αθήνα 2007, σ. 75.
20) βλ. » Εξέγερση στην Αθήνα», Ιωάννης Ιατρίδης, β’ εκδ., Αθήνα 2013, σ. 207.

Το άρθρο μου αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε στα Ιστορικά Τεκμήρια  
Advertisements

Σχετικά με την παραποίηση των γεγονότων της Εθνικής Αντίστασης

           Με αφορμή τις – εμφυλιοπολεμικού περιεχομένου – δηλώσεις βουλευτών της άκρας αριστεράς που κάνανε λόγο για «γουναράδικα» αλλά και συνθημάτων εργατοπατέρων της ΕΡΤ τύπου «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ», έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναλύσουμε συνοπτικά τον τρόπο με τον οποίο ξαναγράψανε και επιβάλαν την ιστορία της αντίστοιχης περιόδου, οι κομματικοί ιστορικοί της κομμουνιστικής – διεθνιστικής αριστεράς.
          Μάλιστα απο την δεκαετία του 1980 ξέσπασε μια έντονη προσπάθεια επιθετικής προβολής της ιστορικής «αλήθειας», όπως βέβαια την αντιλαμβάνονταν οι κομμουνιστές. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και συγκεκριμένα το 1995, δόθηκε μια συνέντευξη του Έντυ Μάγιερς στον Οικονομικό Ταχυδρόμο με τίτλο » Ψευδής η ιστορία της αντίστασης που διδάσκεται σήμερα στην Ελλάδα». Ιδιαίτερη σημασία έχει η απάντηση του Μάγιερς σε σχετική ερώτηση του δημοσιογράφου για την αντικειμενικότητα του τρόπου διδασκαλίας αυτής της περιόδου. Παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο:
   «Ταξίαρχε Μάγιερς υπήρξατε ένας από τους πρωταγωνιστές της Συμμαχικής παρουσίας κατά τη Γερμανική Κατοχή και στον αγώνα κατά των κατακτητών.Πιστεύετε ότι τα ντοκουμέντα που θα κυκλοφορήσουν τώρα με την ευκαιρία των 50ετών από την απελευθέρωση της χώρας θα αποδώσουν την ιστορική και αντικειμενική αλήθεια;

     Η σύντομη απάντηση στο ερώτημα είναι: Όχι. Κάθε άλλο. Μεγάλο μέρος των αναμνήσεων που γράφτηκαν και των στοιχείων που επιλεκτικά παρουσιάζονται απεικονίζουν αποκλειστικά την άποψη των συμβάντων από την διαστρεβλωμένη άποψη των κομμουνιστών. Δεν αποδίδουν τη συνολική εικόνα της Εθνικής Αντιστάσεως στην Ελλάδα, η οποΐα περιελάμβανε αρκετές άλλες αντιστασιακές οργανώσεις εκτός από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ελάχιστα στοιχεία αναφέρουν την συμβολή του ΕΔΕΣ. Δεν γίνεται σχεδόν καμμία μνεία για την ΕΚΚΑ της οποίας ο Αρχηγός Δημ. Ψαρρός δολοφονήθηκε από τον ΕΛΑΣ. Ακόμη ελάχιστα αναφέρονται για την πλατειά αντίθεση του κόσμου προς τον κομμουνισμό. Εάν ο ΕΔΕΣ δεν είχε κατορθώσει να επιζήσει μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα οι κομμουνιστές θα βρίσκονταν σε πάρα πολύ ισχυρή πολιτική θέση για να καταλάβουν την εξουσία με τη βοήθεια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ» .Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντικειμενικότητα και η εγκυρότητα του Μάγιερς είναι αδιαμφισβήτητη. Σαν αρχηγός της Βρετανικής Συμμαχικής Αποστολής στην Ελλάδα είχε άμεση γνωριμία με όλες τις σημαντικές προσωπικότητες της αντίστασης. Αυτή όμως είναι μία πολύ σημαντική μαρτυρία από κορυφαίο εκπρόσωπο των Συμμάχων. Για την ακρίβεια υπάρχουν αρκετές δεκάδες έγκυρες παρόμοιες μαρτυρίες από πολλά ηγετικά στελέχη τόσο των συμμάχων όσο και των αντιστασιακών οργανώσεων.
    Ένα ντοκουμέντο που αποδεικνύει την πλαστογράφηση της ιστορίας είναι η παρακάτω φωτογραφία.   
                           Η συγκεκριμένη φωτογραφία έχει χρησιμοποιηθεί από τις Εαμικές πηγές σαν ατράνταχτο φωτογραφικό ντοκουμέντο σφαγής Ελλήνων πατριωτών του ΕΑΜ από τους ταγματασφαλίτες στο Αγρίνιο. Μάλιστα όπως φαίνεται και από την λεζάντα οι Γερμανοτσολιάδες είχαν «ζωγραφισμένη την ικανοποίησή τους για το κατόρθωμά τους». Αξίζει να τονιστεί, ότι αυτή τη φωτογραφία συμπεριέλαβε σε βιβλία του αλλά και στην ιστοσελίδα του ο – μακαρίτης σήμερα – Χέρμαν Φράνκ Μάγιερ, ο γνωστός απόγονος Γερμανού αξιωματικού των Ναζί, που στα συγγράμματά του κατηγορεί τον Ζέρβα για συνεργασίες με τους Γερμανούς. Πέρα από τα υπέρ-αρκετά ιστορικά ντοκουμέντα που υπάρχουν που καταρρίπτουν αυτά τα φληναφήματα, η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι άλλη μία απόδειξη της εγκυρότητας αυτών των δήθεν «αντικειμενικών» ιστορικών ερευνητών. Η παραπάνω φωτογραφία βρίσκεται στο Πολεμικό μουσείο με την εξής μορφή: 
                    Όπως αναφέρεται και στη λεζάντα τα θύματα αυτά προέρχονται απο μάχες του ΕΛΑΣ κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών εναντίον μή εαμιτών πολιτών και δεν αποτελούν θύματα των γερμανοτσολιάδων στη μάχη του Απριλίου του ’44 στο Αγρίνιο. Επίσης, οι ταγματασφαλίτες είναι προϊόν φωτομοντάζ από άλλες φωτογραφίες που έχουν κυκλοφορήσει ευρέως σε πολλά βιβλία στη γνήσιά τους μορφή.
    Η πλαστογράφηση της ιστορίας σε όλο της το μεγαλείο! Και όμως η προπαγάνδα τους έχει περάσει. Δυστυχώς οι Έλληνες δεν μελετούν την ιστορία τους με βάση όλες τις πηγές, ιδιαίτερα για την εποχή αυτή της κατοχής και της αντίστασης. Αρέσκονται είτε από κομματική κατεύθυνση είτε από πλήρη άγνοια στην υιοθέτηση αριστερών πηγών, πολλές εκ των οποίων είναι αποδεδειγμένα αμφισβητούμενες.