Θερμοπύλες, 480 π.Χ.

   Η μάχη των Θερμοπυλών αποτέλεσε την ενδοξότερη ήττα όλων των εποχών στην παγκόσμια ιστορία. Παρόλ΄ αυτά μνημονεύεται ακόμη και σήμερα σαν νίκη. Και όχι άδικα, αν αναλογιστεί κανείς την τελική θυσία 300 Σπαρτιατών και 700 Θεσπιέων απέναντι στις ορδές του Ξέρξη. Το σημαντικότερο νόημα ωστόσο δεν βρίσκεται μόνο στο απαράμιλλο θάρρος των αμυνομένων αλλά στο ότι οι Θερμοπύλες αποτέλεσαν την αρχή του τέλους των περσικών βλέψεων κατάκτησης του δυτικού κόσμου. Η πρώτη φορά που η Περσική αυτοκρατορία αποτόλμησε την εκστρατεία έναντι της αρχαίας Ελλάδας ξεκινά το 490 π.Χ., όπου ο Δαρείος και η πολυπολιτισμική αυτοκρατορία του ηττήθηκαν στη μάχη του Μαραθώνα, από τους συνασπισμένους Έλληνες, των οποίων ηγούνταν οι Αθηναίοι και ο στρατηγός Μιλτιάδης. Με αυτή την μάχη ξεκινούν οι Περσικοί πόλεμοι ή τα Μηδικά. Αφορμή για την προσπάθεια του Δαρείου, έδωσε η περίφημη Ιωνική επανάσταση (499-494 π.Χ.). Ο πρωταρχικός λόγος της επανάστασης των Ιώνων ήταν η αποτίναξη της περσικής κυριαρχίας, δεν έλειψαν ωστόσο και άλλα κίνητρα (οικονομικά), όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στην ιστορία. Ο Χέρμαν Μπένγκστον θεωρεί πως: «οι βαθύτερες αιτίες της επαναστάσεως έχουν την αφετηρία τους στην πολιτική που εφήρμοζε η Περσία προς τους Ίωνες της Μ. Ασίας. Σύμφωνα με την φεουδαλική δομή του συστήματος διακυβερνήσεως, που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες στις κατακτημένες χώρες, είχαν εγκαταστήσει σ΄όλες τις πόλεις σαν κυβερνήτες Έλληνες αφοσιωμένους στον μεγάλο βασιλέα και είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στην ανυπόκριτη φιλία τούτων. Για τους πολίτες όμως των ελληνίδων πόλεων οι άνδρες αυτοί δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά τύραννοι που εδέσμευαν την αυτονομία του δήμου» (1). Ο Ηρόδοτος ωστόσο θεωρεί σαν αφορμή της επανάστασης τα προσωπικά κίνητρα του τυράννου της Μιλήτου, Αρισταγόρα, ο οποίος αποσκοπούσε να εξαπλώσει την κυριαρχία του στο Αιγαίο. Όπως και να έχει, οι Ίωνες ζήτησαν βοήθεια από την μητροπολιτική Ελλάδα. Ο Αρισταγόρας επισκέφθηκε την Ελλάδα το 500/499 π.Χ. με στόχο να πείσει τη Σπάρτη αλλά και ναυτικές δυνάμεις, όπως η Αθήνα, η Κόρινθος και η Αίγινα να συνεισφέρουν στην σύγκρουση με τους Πέρσες. Τελικά, μόνο η Αθήνα έστειλε μια μικρή βοήθεια είκοσι πλοίων και η Ερέτρια μόνο πέντε. Αρχικά υπήρχαν κάποιες επιτυχίες των Ιώνων, αλλά τελικά οι Πέρσες κατέπνιξαν τους επαναστατημένους Ίωνες. Η Μίλητος καταστράφηκε ολοσχερώς, οι θησαυροί της πόλης κλάπηκαν, ακόμη και ο ναός του Διδυμαίου Απόλλωνα διαλύθηκε εκ θεμελίων. Από την στιγμή αυτή ο Δαρείος δεν έπαψε ποτέ να σχεδιάζει την παραδειγματική τιμωρία της μητροπολιτικής Ελλάδας για την μικρή έστω βοήθεια που προσέφερε στους επαναστατημένους Ίωνες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι το 491 π.Χ. ο Δαρείος έστειλε κήρυκες στην Ελλάδα για να ζητήσουν γη και ύδωρ. Τα νησιά του Αιγαίου στην πλειοψηφία τους υποτάχθηκαν, φοβούμενα την οργή του Πέρση βασιλιά. Οι κήρυκες όπως που στάλθηκαν στην Σπάρτη και στην Αθήνα δεν επέστρεψαν ποτέ. Η δολοφονία των απεσταλμένων του Δαρείου, αποτελούσε παραβίαση των θρησκευτικών κανόνων και όχι μόνο, δεδομένου ότι οι κήρυκες θεωρούνταν ιερά πρόσωπα. Δείχνει όμως και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων στην ιταμή πρόκληση του Πέρση βασιλιά.
      Ακολούθως, οι Πέρσες με εκστρατεία ετοιμάζονται να εισβάλουν στην Ελλάδα με 600 πλοία και δύναμη 25.000 ανδρών. Καταλαμβάνουν τις Κυκλάδες καθώς και πόλεις της Εύβοιας. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρωταρχικός στόχος του Δαρείου υπήρξε η παραδειγματική τιμωρία της Αθήνας και της Ερέτριας, λόγω της βοήθειας τους προς τους Ίωνες. Μετά την μάχη του Μαραθώνα ωστόσο, ο στόχος άλλαξε και στράφηκε εναντίον όλης της Ελλάδας. Οι Αθηναίοι με 9.000 οπλίτες και με 1.000 Πλαταιείς νίκησαν τους υπεράριθμους ασιάτες και ανάγκασαν σε μία ντροπιαστική ήττα την υπερδύναμη του Δαρείου. Ο τελευταίος όμως οργάνωνε με εντατικές ενέργειες την προετοιμασία για μια νέα εκστρατεία. Ο αιφνίδιος θάνατός του το 486 π.Χ., δεν άλλαξε κάτι καθώς ο γιος του Ξέρξης συνέχισε δίχως σταματημό το σχέδιο του πατέρα του. Το μέγεθος του περσικού στρατού ήταν τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ό,τι το συνολικό εκστρατευτικό σώμα άγγιζε τους 5.283.220 άνδρες, το πεζικό τους 1.700.000 άνδρες με 300.000 Έλληνες μισθοφόρους, το ιππικό με 80.000 ιππείς και 1207 τριήρεις! Οι αριθμοί αυτοί είναι πολύ εντυπωσιακοί για να είναι αληθινοί και αμφισβητούνται από σημερινούς ερευνητές. Το μόνο βέβαιο ωστόσο, ήταν ότι ο στρατός του Ξέρξη ήταν υπεράριθμος, αν λάβουμε υπόψη μας ότι σ’ αυτόν συμμετείχαν 46 έθνη μόνο στη στεριά. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αυτά ήταν: Πέρσες, Μήδες, Κίσσιοι, Υρκάνιοι, Ασσύριοι, Βάκτριοι, Σάκες, Ινδοί, Άριοι, Πάρθοι, Χοράσμιοι, Σόγδοι, Γανδάριοι, Δαδίκες, Κάσπιοι, Σάραγγες, Πάκτιοι, Ούτιοι, Μύκοι, Παρικάνιοι, Άραβες, Αιθίοπες από την Ασία και νότια της Αιγύπτου, Λίβυοι, Παφλαγόνες, Λίγιοι, Ματιηνοί, Μαριανδυνοί, Σύροι, Φρύγες, Αρμένιοι, Λυδοί, Μυσοί, Θράκες, Καβαλείς, Μιλίες, Μόσχοι, Τιβαρυνοί, Μάκρωνες, Μοσύνοικοι, Μάρες, Κόλχοι, Αλαρόδιοι, Σάσπειρες, Σαγάρτιοι. Ο ιστορικός των Περσικών πολέμων μάλιστα αναφέρει, την αντίδραση ενός Έλληνα από τον Ελλήσποντο, μόλις αντίκρισε τον άπειρο στρατό του Ξέρξη: » Δία, γιατί πήρες σχήμα Πέρση άνδρα και το όνομα του Ξέρξη κι επιχειρείς να καταστήσεις ανάστατη την Ελλάδα, οδηγώντας στην καταστροφή της το ανθρώπινο γένος, ενώ και χωρίς αυτά μπορείς να την καταστρέψεις;». Το ηθικό των Ελλήνων ήταν πεσμένο, βλέποντας και ακούγοντας την δυναμική του περσικού στρατού. Ωστόσο τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν οι χρησμοί του δελφικού μαντείου έκαναν λόγο για «όλεθρο και καταστροφές». Όταν οι Έλληνες ζήτησαν χρησμό στο μαντείο των Δελφών, η απάντηση της Πυθίας ήταν ξεκάθαρη: » Τι κάθεστε, ταλαίπωροι; Φύγετε στα έσχατα της γης, αφήνοντας τα σπίτια σας και την άκρη της τροχοειδούς σας πόλης. Ο επερχόμενος Άρης από την Ασία θα καταστρέψει τα πάντα και όχι μόνο τα τείχη σας, αλλά και πολλά άλλα θα χαθούν, και πολλοί αθάνατοι ναοί θα παραδοθούν στη φωτιά. Βγείτε λοιπόν από το άδυτο, βυθίζοντας σε θλίψη τις ψυχές σας».  Ο χρησμός αυτός προκάλεσε αποθάρρυνση στην αντιπροσωπεία που είχε σταλεί στο μαντείο. Και επειδή γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στις πόλεις τους με έναν τέτοιο ολέθριο χρησμό, ικέτεψαν για μια πιο αισιόδοξη και διδακτική συμβουλή ενόψει της περσικής επίθεσης. Η Πυθία αποκρίθηκε: » Δεν μπορεί η Αθήνα να εξιλεώσει τον Ολύμπιο Δία, ακόμη κι αν τον ικετέψει με πολλά λόγια και με πολλή σύνεση. Αυτό μόνο μπορώ να σας βεβαιώσω, ότι ακόμη κι αν όλα αλωθούν στη χώρα του Κέκροπα, ευδόκησε όμως ο Δίας, χαριζόμενος στην Αθηνά, ώστε το ξύλινο τείχος να μείνει μόνο απόρθητο, για να σώσει εσάς και τα τέκνα σας. Μην περιμένετε λοιπόν τις προσβολές του ιππικού και του πεζικού, αλλά υποχωρήστε, στρέφοντας τα νώτα. Με άλλο τρόπο θ΄αντιταχθείτε».  Ο χρησμός αυτός, σαφέστατα πιο ήπιος σε σχέση με τον πρώτο, φαίνεται πως καθόρισε το τελικό αμυντικό σχέδιο των συνασπισμένων Ελλήνων. Στη σύνοδο της Κορίνθου (φθινόπωρο 481 π.Χ.) αποφασίστηκε η από κοινού αντιμετώπιση του Περσικού στρατού. Παράλληλα, ειδοποιήθηκαν όσοι ήταν ύποπτοι μηδισμού (όπως πχ. Θεσσαλοί, Βοιωτοί), πως αν τελικά συν έπρατταν με τον εχθρό, θα τιμωρούνταν με θάνατο και το ένα δέκατο της περιουσίας τους θα δινόταν στο δελφικό μαντείο. Η σημασία της συνόδου ήταν μεγάλη. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος έγραψε γι΄αυτή: «Αυτή η κοινή σύνοδος είναι ένα από τ΄αξιομνημόνευτα γεγονότα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Είναι η πρώτη απόπειρα στα ιστορικά χρόνια, και η μόνη του πρώτου ελληνισμού, ολοσχερούς ένωσης του έθνους» (2). Στο ίδιο μήκος κύματος ο Μπένγκστον σημειώνει: » Η μεγάλη ανάγκη της στιγμής έκανε τους Έλληνες να λησμονήσουν όλες τις διαφορές τους και να θυμηθούν όσα τους συνένωναν, την κοινή καταγωγή τους και την ενιαία εθνική τους υπόσταση» (3). Οι Σπαρτιάτες επιθυμούσαν να μετατρέψουν την Πελοπόννησο σε ένα είδος φρουρίου, κατασκευάζοντας μια αμυντική γραμμή στον Ισθμό. Ωστόσο, η Σπάρτη δεν φημιζόταν για τον στόλο της και δεδομένης της σχετικής αδυναμίας του περσικού στόλου αποφασίστηκε οι Έλληνες να χτυπήσουν τον εχθρό στο αδύναμο του σημείο, που τύχαινε να είναι το δυνατό σημείο των Ελλήνων. Την οργάνωση του σχεδίου ανέλαβε ο Θεμιστοκλής στη θάλασσα. Ο περίφημος αθηναϊκός στόλος είχε δυναμική και πιθανότητες. Την αρχηγία στη ξηρά εννοείται πως ανέλαβαν οι Σπαρτιάτες. « Αποστολή του κατά ξηράν στρατού των Ελλήνων», σύμφωνα με τον Μπένγκστον, «θα ήταν να συγκρατήση, συντονίζοντας την δράση του με τις επί μέρους ναυτικές δυνάμεις, την προέλαση των Περσών μέσα στο πάτριο έδαφος επί τόσο χρονικό διάστημα, όσο θα χρειαζόταν μέχρις ότου ο ελληνικός στόλος κατέφερε στον περσικό το αποφασιστικό κτύπημα, κατά την ευνοϊκή γι΄αυτόν στιγμή» (4).
         Αρχικά, οι Έλληνες σκέφτονταν να οργανώσουν την άμυνά τους στη κοιλάδα των Τεμπών. Έτσι έστειλαν μια στρατιωτική δύναμη να επιβλέψει την κατάσταση. Η αμφιλεγόμενη στάση των Θεσσαλών, που ήταν ύποπτοι μηδισμού, καθώς και η ακατάλληλη για άμυνα περιοχή ανάγκασαν τον Θεμιστοκλή και τον Ευαίνετο, που ηγούνταν της δύναμης, να επιστρέψουν. Τελικά αποφασίσθηκε ως η πλέον σωστή επιλογή για άμυνα, τα στενά των Θερμοπυλών. Ο αριθμός του ελληνικού στρατού που στρατοπέδευσε στις Θερμοπύλες, υπολογίζεται σήμερα στους 4.000 άνδρες. Την εποχή εκείνη το σύνολο των ετοιμοπόλεμων στρατιωτών στην Πελοπόννησο υπολογίζεται στους 25.000 άνδρες. Ο λόγος που τα στενά των Θερμοπυλών υπερασπίστηκαν μόνο 4.000 έχει να κάνει με θρησκευτικούς λόγους αλλά και με τον φόβο του αήττητου του Περσικού στρατού. Η ηγεσία των υποστηρικτών των Θερμοπυλών ανατέθηκε με τη σύμφωνη γνώμη όλων, στον Λεωνίδα, βασιλιά της Σπάρτης. Παραμονές της μάχης στάλθηκε πρεσβεία του Ξέρξη στον Λεωνίδα, η οποία απαίτησε υποταγή των Ελλήνων με αντάλλαγμα τον διορισμό του σαν ηγεμόνα όλης της Ελλάδος. Οι προτάσεις δεν έγιναν αποδεκτές βεβαίως. Ωστόσο, ο Ξέρξης έστειλε και δεύτερη πρεσβεία όπου ζήτησε «γη και ύδωρ», επισημαίνοντας ότι ενδεχόμενη άρνηση θα σήμαινε και ολοκληρωτική εξαφάνιση του ελληνισμού. Αυτή την φορά, η απάντηση του Λεωνίδα έμεινε στην ιστορία σαν απόφθεγμα θάρρους και ανδρείας, «Μολών λαβέ». Ο Ξέρξης θεώρησε ταπεινωτική την απάντηση του «ασήμαντου φυλάρχου» Λεωνίδα. Η οργή του θα έσβηνε μόνο με την συντριβή των αυθάδων Σπαρτιατών, που τολμούσαν να αψηφούν έτσι τον Μέγα Βασιλέα. Κι ενώ η μάχη ήταν επικείμενη,  οι Σπαρτιάτες άρχισαν να ψάλουν τον ύμνο στους Διόσκουρους, που θεωρούνταν πάτρωνες του Σπαρτιατικού στρατού: » Προελάστε, ω της ευάνδρου Σπάρτης γιοί πατέρων πολιτών, προβάλετε την ασπίδα από αριστερά με το δεξί δορατίστε με τόλμη. Μη φοβάστε για τις ζωές σας, γιατί αυτό δεν είναι πατροπαράδοτο στη Σπάρτη». Μετά από την επίκληση αυτή ο Λεωνίδας οργάνωσε τους άνδρες του και τοποθετήθηκε στην πρώτη γραμμή της φάλαγγας. Πρώτα στάλθηκαν από τους στρατηγούς του Ξέρξη, στρατεύματα Μήδων και Κισσίων τα οποία δεν μπόρεσαν να επιτεθούν συντονισμένα και οι Σπαρτιάτες με τη φάλαγγα τα ανάγκασαν σε άτακτη φυγή. Οι Μήδοι και οι Κίσσιοι βασίζονταν πρωτίστως στα τόξα τους και δευτερευόντως στα εγχειρίδια τους. Οι Σπαρτιάτες μέσα από την φάλαγγα, επικαλούνταν την «Άρτεμη Αγροτέρα», παραδοσιάκη κραυγή των Σπαρτιατών, που τους βοηθούσε τόσο στο συντονισμό του βηματισμού όσο και στην απόκτηση αυτοπεποίθησης έναντι του εχθρού. Η οργή του μεγάλου βασιλέα, Ξέρξη δεν άλλαζε την κατάσταση. Ο Πόλ Κάρτλετζ έγραψε για την στρατηγική των Σπαρτιατών: » Οι Σπαρτιάτες συνέβαλαν καθοριστικά στην αποτυχία της περσικής επίθεσης, χρησιμοποιώντας τακτικές που μόνο οι πιο καλά εκπαιδευμένοι και οι πιο πειθαρχημένοι στρατοί θα τολμούσαν έστω να διανοηθούν – μια σειρά από προσποιητές υποχωρήσεις τις οποίες ακολουθούσαν ξαφνικές και φονικές αντεπιθέσεις εναντίον των Περσών, που τους καταδίωκαν βέβαιοι για τη νίκη τους» (5). Στις τρεις μέρες που διήρκεσε η μάχη, οι Πέρσες απέτυχαν να συντρίψουν τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Ούτε οι «Αθάνατοι», ούτε κανένα άλλο σχέδιο έδωσε λύσεις στον Ξέρξη. Την τρίτη μέρα ο Εφιάλτης παρουσιάσθηκε στον Ξέρξη και του γνωστοποίησε πως μπορεί να οδηγήσει τον στρατό του πίσω από τους μαχόμενους Σπαρτιάτες, έτσι ώστε να τους κυκλώσει και να τους εξουδετερώσει. Το πέρασμα των Θερμοπυλών μπορούσε να παρακαμφθεί μέσω της Ανόπαιας, ενός μονοπατιού που οδηγούσε πίσω ακριβώς από το μέρος που είχε στρατοπεδεύσει ο Λεωνίδας και οι πολεμιστές του. Από εκεί καθοδήγησε ο Εφιάλτης τον Υδάρνη και αφού εξουδετέρωσε τους λιγοστούς Φωκείς που φύλαγαν το μονοπάτι βρέθηκε στα μετόπισθεν των Σπαρτιατών. Παρ΄όλα αυτά, οι Σπαρτιάτες κράτησαν όσο χρειαζόταν για να εκτελέσουν πιστά την αποστολή τους, δηλαδή τη μεταφορά όλων των ελληνικών πλοίων δυτικά της Εύβοιας με κατεύθυνση προς το Νότο. Άλλωστε, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι την ίδια μέρα που ξεκίνησε η μάχη στις Θερμοπύλες, άρχισε και η ναυμαχία στο Αρτεμίσιο.
          Η θυσία των 300 Σπαρτιατών και των 700 Θεσπιέων αποτέλεσε ένα παράδειγμα αφοσίωσης στο καθήκον. Ειδικά οι Σπαρτιάτες είχαν γαλουχηθεί σ΄αυτόν τον τρόπο ζωής από τα οχτώ τους χρόνια. Λέγεται ότι ο Ξέρξης έμεινε κατάπληκτος από τον τρόπο που πολέμησαν οι Σπαρτιάτες ακόμη και τις τελευταίες στιγμές, χωρίς να ζητήσουν έλεος. Δεν γνώριζε προφανώς, ότι στη Σπάρτη η αφιέρωση στην πατρίδα και το ιδανικό της ελευθερίας ξεπερνούσαν σε αξία την ανθρώπινη ζωή. Για τους πολεμιστές του Λεωνίδα, η μάχη στις Θερμοπύλες σήμαινε βέβαιος θάνατος κάτι που γνώριζαν. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από δύο ενέργειες των Σπαρτιατών. Πρώτον, ο Λεωνίδας διάλεξε τους άνδρες του έχοντας ως κριτήριο αν έχουν γιο, ώστε να συνεχιστεί η παράδοσή τους μέσω του παιδιού τους. Δεύτερον, λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η μάχη, οι Σπαρτιάτες χτένιζαν τα μακριά τους μαλλιά και γυμνάζονταν ιδιαίτερα. Η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε την απορία του Ξέρξη. Την απάντηση του την έδωσε ο πρώην βασιλιάς της Σπάρτης, που βρίσκονταν εξόριστος στην αυλή του μεγάλου βασιλέα, ο Δημάρατος. Η συμπεριφορά αυτή σήμαινε αποφασιστικότητα να πεθάνουν κρατώντας τις Θερμοπύλες.Το 479 π.Χ. ακολούθησαν δύο σημαντικές μάχες, αυτή των Πλαταιών και η ναυμαχία της Μυκάλης, που ανάγκασαν τους Πέρσες σε ολοκληρωτική ήττα. Ειδικά στις Πλαταιές, οι Έλληνες υπό την διοίκηση του Παυσανία κατατρόπωσαν τους Πέρσες του Μαρδόνιου. Οι Περσικοί πόλεμοι έληξαν με νίκη των Ελλήνων. Η αντίσταση των 300 Σπαρτιατών του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες έδειξε στους υπόλοιπους Έλληνες ότι υπήρχε δυνατότητα να σταματήσουν τους Πέρσες. Για τη σημασία της μάχης των Θερμοπυλών έγραψε ο Πόλ Κάρτλετζ:«Εκ των υστέρων, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι μάχες του 480 και του 479 π.Χ., και ιδίως η μάχη των Θερμοπυλών, αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής όχι μόνο στην ιστορία της κλασικής Ελλάδας, αλλά και στην ιστορία του ανατολικού και δυτικού κόσμου» (6).

Πηγές:

1) Χέρμαν Μπένγκστον, Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, σ. 152.
2) Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Β΄, σ. 187.
3), 4) Χέρμαν Μπένγκστον, Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, σ. 162.
5) Πόλ Κάρτλετζ, Οι Σπαρτιάτες, σ. 168.
6) Πόλ Κάρτλετζ, Οι Σπαρτιάτες, σ. 186.                             

Advertisements