Το έπος του Αλκαζάρ

του Κωνσταντίνου Τσοπάνη

Δρος Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκειών

 

Ουδέν Νεώτερον από το Αλκαζάρ, αφίσα της ταινίας που παρουσιάζει το Έπος του Αλκαζάρ.

 

 

Κτισμένο τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή του γρανιτένιου λόφου που δεσπόζει του Τολέδο, της μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Ισπανίας, το Αλκαζάρ, ένα βαρύ φρούριο με τέσσερις πύργους, χρησιμοποιήθηκε  κατά τη μακραίωνη στρατιωτική ιστορία του πολλές φορές για αμυντικούς σκοπούς, όπως μαρτυρεί και το όνομά του (οι Ισπανοί ονόμαζαν «Αλκαζάρ» τα φρούριά τους), και είχε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του πολλαπλές χρήσεις. Χρησιμοποιήθηκε για φρούριο τόσο από τους Ρωμαίους στρατηγούς και μετέπειτα από τους Άραβες χαλίφες της Κόρδοβας (711-1085), όσο και από τους Ισπανούς βασιλείς, που του έδωσαν τη σημερινή τετραγωνική μορφή του με τους τέσσερις πύργους στις γωνίες. Λόγω της πολύ ισχυρής κατασκευής του άντεξε στις επιθέσεις των εκάστοτε εχθρών και πολιορκητών που θέλησαν να το εκπορθήσουν, όσο και σε εκείνες του πανδαμάτορος χρόνου. Το 1847 στέγασε τη Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού της Ισπανίας. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε άλλη μια περιπέτεια, η οποία έμελλε να είναι το «κύκνειο άσμα» του και αυτή που θα έγραφε το όνομά του στην Ιστορία με χρυσά γράμματα αφού την τελευταία του ιδιότητα έμελλε να προσθέσει νέες σελίδες στην Ιστορία όταν τον Ιούλιο του 1936, όπως ήδη αναφέραμε, μια χούφτα αξιωματικοί και άλλοι τόσοι μαθητές αποφάσισαν να υπερασπισθούν πίσω από τα βαριά του τείχη την τιμή των όπλων τους αψηφώντας τον θάνατο. Συνέχεια

Advertisements

«Αλθαμιέντο», η εξέγερση των αξιωματικών: η έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία (1936)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσοπάνης

 

 

Το φυτίλι της εξέγερσης το άναψε τελικά η δολοφονία του αρχηγού του Μοναρχικού Κόμματος, δον Κάλβο Σοτέλο, ο οποίος ήταν μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του ισπανικού πολιτικού κόσμου της εποχής εκείνης. Μολονότι η δολοφονία του αποτελούσε τον τελευταίο κρίκο σε μια αλυσίδα εγκλημάτων, ωστόσο υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι διότι φάνηκε πια ξεκάθαρα ότι το ίδιο το αριστερό κράτος ήταν εκείνο που δολοφονούσε. Συγκεκριμένα τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως εξής: Κάποιος υπολοχαγός της πολιτοφυλακής (Guardia de Asalltos), ο υπολοχαγός Καστίλλιο, είχε σκοτώσει τον εξάδελφο του ιδρυτή της Φάλαγγας, μαρκήσιο ντ’ Ερέδια. Τότε, οι Φαλαγγίτες εκδικούμενοι σκότωσαν τον δολοφόνο και με τη σειρά τους οι συνάδελφοι του τελευταίου αποφάσισαν να δολοφονήσουν τους κοινοβουλευτικούς ηγέτες της αντιπολίτευσης. Ο Χίλ Ρόβλες, αρχηγός του Καθολικού Κόμματος κι ένας από τους δύο στόχους των δολοφόνων είχε την τύχη να λείπει στο Μπίαρριτζ τη νύχτα της 13ης Ιουλίου, όταν οι επίδοξοι δολοφόνοι του απεφάσισαν να τον εκτελέσουν. Έτσι γλίτωσε τον θάνατο. Δεν είχε όμως την ίδια τύχη ο δον Κάλβο Σοτέλο, ο οποίος συνελήφθη στις 4 τα ξημερώματα στο σπίτι του από ένστολους Πολιτοφύλακες που του δήλωσαν ότι θα τον οδηγούσαν στη Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας προκειμένου να τον ανακρίνουν. Αφού οδηγήθηκε μέσα στο υπηρεσιακό αυτοκίνητο και μεταφέρθηκε μακριά από το σπίτι του, δολοφονήθηκε με δύο σφαίρες στον τράχηλο. Ο τρόπος αυτός δολοφονίας ήταν συμβολικός αφού αυτή τη μέθοδο εκτελέσεως χρησιμοποιούσαν οι Μπολσεβίκοι εναντίον των θυμάτων τους. Κατόπιν οι δολοφόνοι εγκατέλειψαν το άψυχο σώμα του θύματός τους μπροστά στην πόρτα του νεκροταφείου του Οέστε λέγοντας στον φύλακα πως το βρήκαν στον δρόμο. Ο υπάλληλός συνηθισμένος από τέτοια περιστατικά που έβλεπε καθημερινώς πλέον, δεν ρώτησε τίποτε περισσότερο τους ενστόλους Πολιτοφύλακες. Εξάλλου αυτοί ήταν ο νόμος κι αυτοί έκαναν ότι ήθελαν. Συνέχεια