Ναυαρίνο 1827

          Η ναυμαχία του Ναβαρίνου και το αποτέλεσμα αυτής, είχαν καταλυτικό ρόλο ως προς την δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους  και αποτέλεσαν την αφετηρία  διπλωματικών και πολιτικών εξελίξεων σχετικά με το ελληνικό ζήτημα και την επιθετική προβολή των ελληνικών δικαιωμάτων, μέσω των Μεγάλων Δυνάμεων, στις αξιώσεις της Πύλης. Η αρχή όμως των γεγονότων που οδήγησαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου ξεκινούν με την κάθοδο του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
          Τον Φεβρουάριο του 1825 ο Ιμπραήμ με τα στρατεύματά του αποβιβάζεται στη Μεθώνη. Για δυόμισι και πλέον χρόνια οι κάτοικοι της Πελοποννήσου βιώνουν καθημερινά την βιαιότητα των ορδών του. Αποτέλεσμα όλων αυτών, είναι η φυγή των κατοίκων σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές, για να σωθούν απο την οργή του Αιγύπτιου στρατηλάτη. Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας δυστυχώς κάποιοι απο τους Πελοποννήσιους, προκειμένου να σώσουν τις οικογένειές τους, τα σπίτια και τις περιουσίες τους ήρθαν σε επαφή με τον Ιμπραήμ και δήλωσαν υποταγή. Αρχηγός αυτών ήταν ο Δημήτρης Νενέκος, υποοπλαρχηγός της Πάτρας, που όμως εγκατέλειψε τον αγώνα της ανεξαρτησίας με την αποβίβαση του Ιμπραήμ στη Μεθώνη. Κατέληξε ανοιχτά συνεργαζόμενος με τον κατακτητή ακόμα και σε εκστρατείες κατά ελληνικών πόλεων. Έτσι τα περισσότερα χωριά των επαρχιών Πύργου, Γαστούνης, Πάτρας, Βοστίτσας και Καλαβρύτων δήλωσαν υποταγή στον Ιμπραήμ. Μέσα σε κλίμα εμφυλίου και αβέβαιης πολιτικής κατάστασης υπήρχε μεγάλος φόβος μήπως ακολουθούσαν και άλλες περιοχές το παράδειγμα του Νενέκου. Ο Κολοκοτρώνης όμως, σ’αυτές τις δύσκολες στιγμές φάνηκε ακαταπόνητος, έστειλε επιστολές απειλώντας και συμβουλεύντας τους χωρικούς…» Δώστε μου τα προσκυνοχάρτια του Μπραήμη να σας δώσω του Έθνους, όποιο χωριό δεν γυρίσει στο έθνος θα το αφανίσω απο το πρόσωπο της γής. Απ’τη μία θα βγαίνουν οι αραπάδες και απ’την άλλη θα μπαίνω εγώ, θα καίω και θα σκοτώνω. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» Πολλοί πείστηκαν και επέστρεψαν στον αγώνα, όσοι παρέμειναν πιστοί στο Νενέκο είχαν την τύχη που τους υποσχέθηκε ο Κολοκοτρώνης.
        Την ίδια στιγμή ο Ιμπραήμ στην προσπάθειά του να προσελκύσει τους κατοίκους της Μεσσηνίας και να πάρει στον έλεγχό του τα φρούρια του νομού, εφήρμοσε την ίδια τακτική με τους Αχαιούς. Έστειλε τον Κεχαγιάμπεη στους χωρικούς να τους πείσει να δηλώσουν υποταγή. Επειδή κανένας δεν υπάκουσε, διέταξε το κόψιμο όλων των καρποφόρων δέντρων και την πυρπόληση των χωριών. Πάνω απο 75.000 ελιές, μουριές και συκιές έκοψαν οι άντρες του Κεχαγιάμπεη.
       Από τον Ιανουάριο του 1827 όμως η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων αρχίζει να γίνεται φιλική προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Η μεταστροφή αυτή υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εξηγείται μόνο και μόνο απο την καθαρά καιροσκοπική οπτική γωνία της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας. Και οι τρείς αυτές δυνάμεις αποσκοπούσαν στην αύξηση της επιρροής τους απέναντι τόσο στην Ελλάδα όσο και γενικότερα στα Βαλκάνια, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά. Έτσι αποφάσισαν να επέμβουν επανειλημμένα στα εσωτερικά ζητήματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και να πετύχουν ειρήνευση. Όπως ήταν λογικό η Πύλη δεν θα δεχόταν μια λύση του ελληνικού ζητήματος, δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετεί συμφέροντα Άγγλων, Ρώσων και Γάλλων. Ο ιστορικός της Επανάστασης, Σπυρίδων Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά : «Η Πύλη, έχοντας συμφέρον να καθυστερήσει τις συζητήσεις εξαιτίας των επιτυχιών της στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, έδωσε την απάντησή της μόλις στις 28η Μαίου,την ημέρα ίσως που έμαθε την παράδοση της Αθήνας. Η απάντηση αυτή υποστήριζε ότι δεν επιτρέπεται η ανάμειξη μιας Δύναμης στα εσωτερικά της άλλης γιατί όπως έλεγε, όλες οι διατάξεις της είναι δίκαιες και αναλλοίωτες επειδή βασίζονται στον ιερό νόμο, τόνιζε τη γενναιοφροσύνη των μουσουλμάνων προς τους χριστιανούς και ιδιαιτέρως τα καλά τα οποία απολάμβαναν οι χριστιανοί υπό την αγαθοποιό σκιά του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, κατηγορούσε την αχαριστία των αποστατών Ελλήνων απέναντι στον μεγαλόδωρο αυθέντη τους, κατέκρινε τις απανθρωπιές τους σε βάρος των μουσουλμάνων, και επαναλάμβανε την απέραντη μακροθυμία της, την πάντοτε επιεική στάση της προς όλους τους Έλληνες στα πλαίσια του ιερού νόμου και την ευσπλαχνία της σε όλους εκείνους που έδειχναν μετάνοια…αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατό μερικές Δυνάμεις να προτείνουν συνθήκη για πράγματα που αφορούσαν τους αποστάτες υπηκόους της παρά τη γνώμη και χωρίς την ενημέρωση της ίδιας…ανακοίνωνε τέλος, ότι απέρριπτε οριστικά οποιαδήποτε ξένη μεσολάβηση, ότι συμφωνούσαν σ’αυτό απολύτως ο σουλτάνος, οι υπουργοί του και ολόκληρο το έθνος των μουσουλμάνων, και ότι ήθελε στο εξής να σταματήσουν οι ξένες Δυνάμεις να την ενοχλούν σχετικά μ’άυτό το θέμα.»
          Αποτέλεσμα αυτής της στάσης της Πύλης ήταν η άμεση αντίδραση των τριών δυνάμεων, οι οποίες αποφάσισαν να υπογράψουν συνθήκη που θα υποχρέωνε ειδικά την Τουρκία σε ανακωχή και θα αναγνώριζε την Ελλάδα ως αυτόνομο κράτος, που θα δήλωνε όμως υποτέλεια στον σουλτάνο. Έτσι στις 6 Ιουλίου 1827 υπογράφτηκε η Συνθήκη του Λονδίνου που όριζε : 1ον) Οι Δυνάμεις να προσφέρουν στην Πύλη τη μεσολάβησή τους για συνεννόησή της με τους Έλληνες και να απαιτήσουν άμεση ανακωχή. 2ον) Οι Έλληνες θα κατέβαλαν φόρο στον σουλτάνο κάθε έτος και οι Μεγάλες δυνάμεις θα όριζαν Αρχές που θα κυβερνούσαν την Ελλάδα και θα εγκρίνονταν απο τον σουλτάνο. 3ον) Οι Έλληνες θα έδιναν αποζημιώσεις στους Τούρκους για να κρατήσουν τις ιδιοκτησίες των Τούρκων στην Ελλάδα. 4ον) Καθορισμός συνόρων νεοσύστατου ελληνικού κράτους σύμφωνα με τα παραπάνω, και τέλος 5ον) Οι μεγάλες Δυνάμεις αφενός δεν θα επιδίωκαν καμιά ωφέλεια για αυτές και αφετέρου θα αποτελούσαν εγγύηση για να εξασφαλιστούν οι όροι που υπογράφονταν. Με την συνθήκη αυτή οι τρείς μεγάλες δυνάμεις ουσιαστικά ματαίωναν όσα είχαν συμφωνήσει στο Λάιμπαχ και στη Βιέννη. Οι βασικοί λόγοι,ωστόσο, που οδήγησαν στην υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου ήταν το φιλελληνικό κίνημα και η συμπάθεια των χριστιανικών λαών πρός τους επαναστατημένους Έλληνες καθώς και ο φόβος της Αγγλίας και της Γαλλίας για τυχόν δυναμική επέμβαση της Ρωσίας στο ελληνικό ζήτημα. Οι τρείς δυνάμεις έστειλαν τελεσίγραφο στη Πύλη, δηλώνοντας ότι ήταν αποφάσισμένες να εφαρμόσουν τη συνθήκη ανεξάρτητα με το αν αυτή αποδεχόταν τους όρους της.
         Για τον λόγο αυτό έστειλαν στόλο στο Ναυαρίνο απο αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία με ναυάρχους τους Κόδριγκτον, Ντε Ριγνύ και Χέιντεν αντίστοιχα. Σε μία ακόμη προσπάθεια των πρεσβευτών των τριών δυνάμεων να πετύχουν τον συμβιβασμό της Πύλης ο Ρείζ εφέντης αποκρίθηκε: «Να πείτε στους δικούς σας ότι η θετική,οριστική,αμετάβλητη και αιώνια απάντηση της υψηλής Πύλης είναι ότι δεν δέχεται καμιά πρόταση των Ελλήνων, ότι επιμένει στη γνώμη που έχει εκφράσει στο παρελθόν και ότι θα επιμένει ως τη συντέλεια των αιώνων.» Η αμετάκλητη αυτή θέση της Υψηλής Πύλης σήμαινε αναπόφευκτα και οριστική ρήξη στις σχέσεις της με τους δυτικούς. Η Πύλη άμεσα, διέταξε την οχύρωση των φρουρίων του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου. Ταυτόχρονα οι ναύαρχοι διατάχθηκαν από τους πρεσβευτές να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των Τουρκοαιγυπτίων, χωρίς περαιτέρω εχθροπραξίες. Η άφιξη στο Ναυαρίνο 92 πλοίων απο το λιμάνι της Αλεξάνδρειας στα τέλη Αυγούστου θορύβησε τον Κόδριγκτον και το Ντε Ριγνύ που έσπευσαν αμέσως και αυτοί. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Κόδριγκτον έστειλε επιστολή στον καπετάνμπεη όπου τον ενημέρωνε ότι απαγορευότανε κάθε κίνηση πλοίων,στρατευμάτων και πολεμοφοδίων για χρησιμοποίηση εναντίον οποιουδήποτε μέρους της Στερεάς Ελλάδας και προειδοποιούσε ότι αν οι Τουρκοαιγύπτιοι τολμούσαν να ρίξουν έστω και μια κανονιά κατά των πλοίων του, θα καταστρέφονταν ολοκληρωτικά ο στόλος του. Στις 8 Οκτωβρίου ο συμμαχικός στόλος εισχώρησε στο λιμάνι του Ναυαρίνου με εντολή να μην κανονιοβολήσουν αν δεν δεχθούν πρώτοι βολές. Όλα ξεκίνησαν απο ένα τυχαίο γεγονός, όταν ο πλοίαρχος του «Ντάρτμουθ» έστειλε μία βάρκα στο πυρπολικό του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που βρισκόταν κοντά στο συμμαχικό στόλο. Οι Τούρκοι θολωμένοι νόμιζαν ότι τους προσέγγισε για πρόκληση και το βύθισαν. Η συμπλοκή γενικεύτηκε και ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος αφανίσθηκε σε μεγάλο βαθμό.
          Η ναυμαχία κράτησε τέσσερις ώρες, οι νεκροί ξεπέρασαν τους 1500. Οι σύμμαχοι ενημέρωσαν τον Ιμπραήμ ότι εάν ο δικός του στόλος δεν ξεκινούσε πρώτος τους κανονιοβολισμούς τίποτα απο αυτά δεν θα είχε συμβεί. Επιπλέον τόνισαν ότι εάν δέχονταν νέα πυρά αυτό θα σήμαινε την κήρυξη πολέμου του σουλτάνου εναντίον των τριών δυνάμεων. Ο Ιμπραήμ πιεζόμενος απο τις έμμεσες απειλές των συμμάχων διέταξε την επιστροφή των δυνάμεων που είχαν σωθεί απο τη συντριβή. Η νίκη των συμμάχων στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου έγινε δεκτή με χαρά και ικανοποίηση στον ελληνικό λαό και την κυβέρνησή του. Όπως επίσης την νίκη αυτή χαιρέτισαν με τον πλέον επίσημο τρόπο η Αμερική και το σύνολο των χωρών της Ευρώπης που υποστήριζαν το Ελληνικό ζήτημα. Πέρα απο την ακόμη μεγαλύτερη ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος στο εξωτερικό, η ναυμαχία αυτή σήμαινε την απόλυτη μεταστροφή των δυτικών δυνάμεων απέναντι στο ελληνικό ζήτημα με τον πιό επίσημο και ενεργό τρόπο που άνοιγε τον δρόμο για την ανεξαρτησία. Ο δρόμος αυτός άνοιξε την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1828, με την έλευση του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Η ελευθερία ήταν πολύ κοντά, και η ναυμαχία αυτή άρχισε την αντίστροφη μέτρηση για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Advertisements