Νικηφόρος Φωκάς – Ιωάννης Τσιμισκής, οι κορυφαίοι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας

Ο Νικηφόρος Φωκάς.

Στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας, η αυτοκρατορία άκμασε λόγω των ανακτήσεων πολλών παλαιότερων εδαφών από τους μωαμεθανούς σε Αιγαίο και Ανατολή, αρχικά με στρατηλάτη-αυτοκράτορα το Νικηφόρο Φωκά και αργότερα με τον Ιωάννη Τσιμισκή. Απαρχή όλων αυτών των γεγονότων αποτέλεσε η άνοδος στον αυτοκρατορικό θρόνο, το 959 μ.Χ., του Ρωμανού Β’ διαδόχου του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Από αυτή την περίοδο ξεκίνησε η ακμή της Μακεδονικής δυναστείας.
Ο Ρωμανός όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του, ήταν 24 χρονών, νυμφευμένος με την πανέμορφη Θεοφανώ, ο ρόλος της οποίας ήταν καθοριστικός στα κατοπινά χρόνια. Παρότι ήταν ικανός δεν ασχολήθηκε με την διοίκηση της αυτοκρατορίας αλλά αρκέστηκε να διορίσει το 958 παραδυναστεύοντα της Συγκλήτου τον ευνούχο Ιωσήφ Βρίγγα. Από τότε ο Βρίγγας διοικούσε ουσιαστικά όλες τις κτήσεις του Βυζαντίου. Επίσης ο Ρωμανός ανέθεσε το αξίωμα του Δομέστικου των σχολών της Ανατολής στο Νικηφόρο Φωκά και αυτό της Δύσης στον Λέοντα Φωκά. Όπως υποστηρίζει ο Ostrogorsky, η ολιγόχρονη βασιλεία του Ρωμανού παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο ως μετάβαση στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά αλλά και του Τσιμισκή.
Τον Ιούλιο του 960 ο Νικηφόρος Φωκάς εκστρατεύει εναντίον της Κρήτης και μετά από πολιορκία 8 μηνών την επανακτεί για λογαριασμό της αυτοκρατορίας. Στις 7 Μαρτίου 961 ο Φωκάς ελέγχει όλο το νησί. Η στρατηγική ικανότητα του Νικηφόρου φάνηκε όταν χρησιμοποίησε γέφυρες-σκάλες από τα πλοία ακόμα και τις συνέδεσε με τα αφύλακτα παράλια. Η γρήγορη αποβίβαση του στρατεύματος αιφνιδίασε τους μουσουλμάνους και τελικά οδήγησε στην οριστική κατάληψη του Χάνδακα. Κατά την είσοδο του Φωκά στην πόλη του Χάνδακα, μετά την λεηλασία του στρατεύματος, ο Φωκάς φρόντισε για τη διάδοση της χριστιανικής πίστης στους μωαμεθανούς. Τα πλούσια λάφυρα μαζεύτηκαν και θα δίνονταν στον αυτοκράτορα κατά την επιστροφή στη Βασιλεύουσα. Η υποδοχή που ετοίμασε ο Ρωμανός Β΄ ήταν πράγματι μεγαλοπρεπέστατη.
Αναφέρει ο Παπαρηγόπουλος «Μπροστά προπορεύονταν τ’αμάξια που μετέφεραν τα λάφυρα: χρυσό και πάρα πολύ ασήμι σε βαρβαρικό νόμισμα και άκοπο, πέπλα με χρυσά στολίδια, τάπητες βαμμένοι με θαλασσινή πορφύρα, κειμήλια κάθε είδους επεξεργασμένα με πολλή τέχνη, ακτινοβολώντας από το χρυσάφι, λόγχες, ασπίδες και τόξα αναρίθμητα». Μετά από τα λάφυρα ακολουθούσαν οι αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν ο εμίρης  Αμπντούλ Αζίζ και τα μέλη της οικογένειάς του. Ο Ρωμανός τους φέρθηκε ανάλογα και τους δώρισε ένα κτήμα έξω από τη Βασιλεύουσα για να ζουν με αξιοπρέπεια. Ο εμίρης κράτησε την πίστη του, οι απόγονοί του όμως βαπτίστηκαν χριστιανοί και έμειναν γνωστοί στην ιστορία με το όνομα των Ανεμάδων.
Μετά από ξεκούραση λίγων βδομάδων ο Φωκάς στάλθηκε σε νέα εκστρατεία εναντίων των Αράβων του Σαϊφ αλ Νταουλάχ και κατέλαβε τις πόλεις Ανάζαρβο, Γερμανίκεια, Δολίχη, Τελούχ, και τον Δεκέμβριο του 962, την πρωτεύουσα της Συρίας, το Χαλέπι. Έτσι μετά την ανάκτηση της Κρήτης και την νίκη στην Ασία, ο Φωκάς απομάκρυνε άλλο ένα επικίνδυνο αραβικό κίνδυνο για την αυτοκρατορία. Οι επιτυχίες αυτές του Νικηφόρου Φωκά ανησυχούσαν  τον ευνούχο Βρίγγα και μετά τον απρόσμενο θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού, τον Μάρτη του 963, προσπάθησε να κρατήσει μακριά τον Φωκά από την Κωνσταντινούπολη. Η Θεοφανώ όμως, μετά τον θάνατο του συζύγου της, θέλοντας να παραμείνει στο προσκήνιο σαν αυτοκράτειρα χάλασε τα σχέδια του Βρίγγα και ήρθε σε συμφωνία με τον Φωκά.
Ο τελευταίος εισήλθε στην Πόλη στις 14 Αυγούστου και μετά από λίγες μέρες αναρχίας και πολεμικών συμπλοκών μεταξύ των υποστηρικτών του Ιωσήφ Βρίγγα και του στρατού του Νικηφόρου, ορκίστηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας στις 16 του ίδιου μηνός. Την ώρα που ετοιμαζόταν να εισέλθει ο Φωκάς στην Αγία Σοφία για να στεφθεί αυτοκράτορας, ο λαός φώναζε με μια φωνή: «Τον Νικηφόρο βασιλιά ζητά ο λαός, τον Νικηφόρο οι νόμοι δέχονται, τον Νικηφόρο το παλάτιο δέχεται. Αυτές είναι οι ευχές του παλατιού, αυτές είναι οι θελήσεις του στρατοπέδου, αυτές είναι οι ευχές του λαού. Τον Νικηφόρο αναμένει ο κόσμος, τον Νικηφόρο δέχεται ο στρατός. Το κοινό καλό τον Νικηφόρο ζητά. Για το κοινό καλό ο Νικηφόρος θα βασιλέψει. Εισάκουσέ μας Θεέ, Σε παρακαλούμε, εισάκουσέ μας Θεέ και δίνε ζωή στον Νικηφόρο. Νικηφόρε αύγουστε, εσύ ο ευσεβής, εσύ ο σεβαστός. Ο Θεός σ’έδωσε, ο Θεός θα σε φυλάξει. Σεβόμενος τον Χριστό νικάς πάντα. Πολλούς χρόνους ο Νικηφόρος θα βασιλέψει. Το βασίλειο των χριστιανών θα περιφρουρήσει ο Θεός».
Με τη στέψη του αυτή, ο Νικηφόρος κατάφερε να συνδεθεί νόμιμα με την Μακεδονική δυναστεία αφού νυμφεύθηκε τη Θεοφανώ και αυτομάτως έγινε πατριός των δύο μικρών παιδιών της. Άμεσα ο νέος αυτοκράτορας επέλεξε τους δικούς του ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά για την στρατιωτική και όχι μόνο διοίκηση της αυτοκρατορίας του. Στη θέση που είχε ο ίδιος πριν τον Αύγουστο του 963, δηλαδή του Δομέστικου της Ανατολής διόρισε τον Ιωάννη Τσιμισκή. Σ’αυτή του Δομέστικου της Δύσης παρέμεινε ο αδερφός του Λέοντας και Καίσαρας ορίστηκε ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς. Όσο για τον μέγα πολέμιο του Νικηφόρου, τον Ιωσήφ Βρίγγα, αρχικά τον εξόρυξε στην Παφλαγονία και αργότερα κλείστηκε σε μοναστήρι όπου απεβίωσε εκεί.
Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική ο Νικηφόρος θέλησε να βάλει τέλος στο πλουτισμό της εκκλησίας. Πολλοί κληρικοί είχαν ξεχάσει τον πραγματικό ρόλο τους και ασχολούνταν αποκλειστικά με τον προσωπικό τους χρηματικό κέρδος. Ο νέος αυτοκράτορας διακρινόταν για τις στρατηγικές του ικανότητες αλλά και για τον ασκητικό τρόπο ζωής του. Σαν πιστός χριστιανός μελετούσε τις Γραφές και προσευχόταν καθημερινά, απαγόρευε στον εαυτό του υλικές πολυτέλειες και είχε συχνή επικοινωνία με πνευματικούς και ασκητικούς ανθρώπους. Προσπάθησε και κατάφερε να περιορίσει την αύξηση της εκκλησιαστικής περιουσίας με διάταγμα του, το 964, με το οποίο απαγόρευε την περαιτέρω αύξηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής γαιοκτησίας. Απαγορεύθηκε επίσης και η ίδρυση νέων μοναστηριών και εκκλησιαστικών ιδρυμάτων για τον ίδιο λόγο. Το 965 συνέχισε τον πόλεμο στην ανατολή και με την κατάκτηση της Κιλικίας και της Κύπρου άνοιξε ο δρόμος για την απόλυτη κυριαρχία του στη Συρία.
Έτσι κατόρθωσε να αυξήσει σημαντικά τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας στα σπουδαία κέντρα της ανατολής όπως η Αντιόχεια και Χαλέπι που οι κάτοικοί τους σαν υποτελείς πλήρωναν φόρους στο βυζαντινό κράτος. Την αυτή περίοδο Βούλγαροι απεσταλμένοι φτάνουν στη Βασιλεύουσα και απαιτούν, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση της Πόλης και χορηγίες. Ο Νικηφόρος αφού τους είπε «Φοβερό θα ήταν αν, έχοντας νικήσει όλους μας τους αντιπάλους, φτάναμε στο σημείο σαν δούλοι αιχμάλωτοι να πληρώσουμε φόρους σε σκυθικό έθνος, φτωχό και μολυσμένο» τους τιμώρησε για το θράσος τους, τους εξεδίωξε και για να μην ανοίξει και άλλο μέτωπο ταυτόχρονα με την ανατολή, πρόσφερε συνεργασία και χρήματα στον Ρώσο ηγεμόνα Σβιατοσλάβο ώστε να εισβάλει στη Βουλγαρία, κάτι που τελικά έγινε. Στα εσωτερικά του Βυζαντίου πάλι, ο Νικηφόρος το 967 εξέδωσε διάταγμα όπου αφαιρείται το δικαίωμα προτεραιότητας των χωρικών σε περίπτωση εκποίησης κτημάτων των λεγόμενων «δυνατών». Μ’αυτόν τον τρόπο ο Νικηφόρος σταματά οριστικά την αντί-αριστοκρατική πολιτική που ακολουθούσαν οι προκάτοχοί του.
Ωστόσο, δεν κατάφερε να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό του έργο εξαιτίας της προδοσίας της συζύγου του Θεοφανώς και του ανιψιού και συνεργάτη του Ιωάννη Τσιμισκή. Τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου 969 δολοφονήθηκε στον κοιτώνα του από τον Ιωάννη. Η δολοφονία αυτή ουσιαστικά ήταν έργο της Θεοφανώς, που έπεισε τον εραστή της Ιωάννη να τη διαπράξει. Βλέπουμε πάλι τον παρασκηνιακό και καίριο ρόλο της αυτοκράτειρας, που όλη της η ζωή ήταν γεμάτη από συνωμοσίες, παράνομους έρωτες και δολοπλοκίες με μόνο στόχο την παραμονή της ιδίας στα πολιτικά πράγματα. Την μοιραία εκείνη νύχτα ο Νικηφόρος παρακολουθούσε εκκλησιαστικές ψαλμωδίες όταν κάποιος έμπιστος του τον ενημέρωσε για το υπαρκτό σχέδιο ανατροπής του. Μάλιστα υπήρχαν πληροφορίες ότι οι δολοφόνοι του κρύβονταν ήδη στον γυναικωνίτη, κάτι το οποίο ίσχυε απολύτως αφού η ίδια η Θεοφανώ είχε φροντίσει γι’αυτό. Ο αυτοκράτορας όμως δεν μπορούσε να φανταστεί τη συνωμοσία της συζύγου του. Αφού κοιμήθηκε ο Νικηφόρος, βγήκαν από τον γυναικωνίτη ο Τσιμισκής και οι λοιποί συνωμότες. Όρμησαν πάνω του και τον χτυπούσαν, ο Τσιμισκής μάλιστα τον απειλούσε και του τραβούσε με μίσος τα γένια, πιθανώς επηρεασμένος από λόγια της Θεοφανούς. Η μόνη αντίδραση του Νικηφόρου Φωκά λίγο πριν δολοφονηθεί ήταν τα λόγια «Θεοτόκε βοήθα».
Ο Ιωάννης Τσιμισκής
Εν μία νυκτί ο Ιωάννης Τσιμισκής κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο και τα νέα έγιναν γρήγορα γνωστά. Παρόλα αυτά, το παράνομο ζευγάρι αντιμετώπισε πρόβλημα από τον Πατριάρχη Πολύευκτο, ως προς την έγκρισή του. Η Θεοφανώ ήθελε να παντρευτεί τον Τσιμισκή για να παραμείνει στα πράγματα. Ο Πατριάρχης όμως γνωστοποίησε ότι ήταν ανήθικο να νομιμοποιήσει στην ουσία την δολοφονία του Νικηφόρου από τους συνωμότες, που τώρα ζητούσαν να παντρευτούν σύμφωνα με το εθιμοτυπικό. Έτσι ο Πολύευκτος πρότεινε στον Ιωάννη να απομακρύνει την Θεοφανώ από τα ανάκτορα και να τιμωρήσει τους άλλους δολοφόνους του Φωκά για να τον στέψει αυτοκράτορα. Ο Τσιμισκής δέχθηκε το αντάλλαγμα αναγκαστικά.
Επιπλέον ο Πατριάρχης απαίτησε από τον Τσιμισκή να ακυρώσει το διάταγμα που είχε θεσπίσει ο Νικηφόρος Φωκάς για την απαγόρευση της αύξησης της εκκλησιαστικής περιουσίας κάτι που επίσης δέχθηκε ο νέος αυτοκράτορας. Η Θεοφανώ τιμωρήθηκε με εξορία ως αντιστάθμισμα σε όσα είχε διαπράξει. Η περίοδος της αυτοκρατορίας του Ιωάννη Τσιμισκή έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τη στρατηγική μεγαλοφυΐα και ικανότητα του. Όπως είδαμε στα χρόνια της βασιλείας του Φωκά, η αυτοκρατορία ανέκτησε καταρχήν πολλά εδάφη από τους μωαμεθανούς και στη συνέχεια κατέκτησε επιπλέον εδάφη τόσο στην ανατολή όσο και στη μεσόγειο. Ο Τσιμισκής όχι μόνο διατήρησε τα εδάφη που είχε προσαρτήσει ο Νικηφόρος αλλά κατέκτησε και άλλα. Ο Σβιατοσλάβος, που είχε χρησιμοποιήσει ο Φωκάς για να αναχαιτίσει τους Βούλγαρους,ενθαρρυμένος τώρα από την αύξηση της δύναμής του και την δολοφονία του Φωκά παρουσιάζεται απειλητικός και ζητά απαιτητικά από τον Ιωάννη να του παραχωρήσει την Βασιλεύουσα και όλες τις ευρωπαϊκές κτήσεις της αυτοκρατορίας και οι Βυζαντινοί να αποσυρθούν στην Ασία!
Ο Τσιμισκής αρνήθηκε βεβαίως και ετοίμασε τις δυνάμεις του για πολεμική αναμέτρηση. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας του ήταν από τα πιο ένδοξα της βασιλείας του. Κατέκτησε διαδοχικά την Μεγάλη Πρεσθλάβα, τη Σιλιστρία και χρησιμοποιώντας το περίφημο υγρό πυρ, ανάγκασε τον Σβιατοσλάβο σε παράδοση. Έτσι οι δυνάμεις του Σβιατοσλάβου κατήντησαν ουσιαστικά μέρος του βυζαντινού στρατού, καθώς χρησιμοποιήθηκαν σαν αμυντικές εφεδρείες σε ενδεχόμενες επιθέσεις στα εδάφη της αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Έτσι με την εκστρατεία αυτή το 971, ο Τσιμισκής όχι μόνο απάλλαξε την αυτοκρατορία από τους Ρώσους αλλά προσάρτησε οριστικά πια την Βουλγαρία σαν επαρχία της αυτοκρατορίας.
Ακόμα μεγαλύτερης σημασίας ήταν οι νίκες του στην ανατολή. Με μία επιβλητική αντεπίθεση τα έτη 974-975 ο Ιωάννης έκανε αποφασιστικές μάχες στη Συρία. Κατέκτησε την Αντιόχεια, την Ηλιούπολη, τη Δαμασκό φτάνοντας μέχρι τους Αγίους Τόπους, την Τιβεριάδα, τη Ναζαρέτ και την Καισάρεια. Μ’αυτές τις κατακτήσεις εδραιώθηκε η θέση της αυτοκρατορίας στην Εγγύς Ανατολή και ολοκληρώθηκε το έργο που ξεκίνησε ο Νικηφόρος Φωκάς. Μετά τις ενέργειές αυτές ο Ιωάννης Τσιμισκής επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε μετά από λίγο από τύφο, στις 10 Ιανουαρίου του 976.
Τελειώνοντας, το στρατιωτικό και επεκτατικό έργο του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τσιμισκή συνετέλεσε στην απόλυτη ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας. Η στρατηγική ικανότητα των δύο ανδρών προσέδωσε στην αυτοκρατορία σημαντικές νίκες και εδάφη που αποδείχθηκαν καίριες για το μέλλον του Βυζαντίου.
Advertisements