Καραγιώργης: «Οι Έλληνες κομιτατζήδες, Παυλομελάδες, Καπετάν Βαρδαίοι, Τσόντοι και Γαρέφηδες, έσφιγγαν τον λαιμό του «μακεδονικού» λαού»

 

Ο Κωνσταντίνος Καραγιώργης ή «Γυφτοδήμος». Ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ Θεσσαλία την περίοδο 1943 – 1944 και «στρατηγός» του ΔΣΕ την περίοδο 1946 – 1949.

 

29 Μαρτίου 1870 γεννήθηκε ο Παύλος Μελάς, ηγετική φυσιογνωμία του Μακεδονικού Αγώνα. Η εμβληματική του μορφή έχει αναγνωριστεί από την Ιστορία, ιδίως για την αφύπνιση που προκάλεσε στον Έλληνες αξιωματικούς για το ευαίσθητο θέμα της Μακεδονίας, αλλά και στον ελληνική κοινή γνώμη γενικότερα.

Συνέχεια

Advertisements

Η τελευταία έκθεση του Παύλου Μελά

    Η τελευταία έκθεση του ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα, Παύλου Μελά, δημοσιεύεται αυτούσια από τα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, ώστε κάθε Έλληνας να εξακριβώσει το πάθος του Μελά για την επιτυχή έκβαση του αγώνα. Παλαιότερα, σε αυτή την ανάρτηση είδαμε τη ζωή και το έργο της μεγαλύτερης μορφής του Μακεδονικού αγώνα, που με τη θυσία του αφύπνισε ολόκληρο το γένος. Ο αγώνας που ανέλαβε ο Παύλος Μελάς ήταν εκ προοιμίου δύσκολος. Παρά τις αρχικές δυσκολίες, την έλλειψη εσωτερικής οργάνωσης, οπλισμού, πυρομαχικών, των δυσμενών καιρικών συνθηκών ο ίδιος και οι άντρες του είχαν «ηθικόν λαμπρόν», όπως γράφει στην επιστολή αυτή. Από αυτά που αναφέρει, διακρίνει κανείς τον τρόπο που φερόταν στον απλό κόσμο της Μακεδονίας. Έκανε επίκληση στο συναίσθημα, με την υπενθύμιση της ελληνικής τους καταγωγής να συνεισφέρουν στον αγώνα και το πετύχαινε. Όπως επίσης, στη πίστη τους στην Ορθοδοξία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Δεν ενέκρινε τα αντίποινα, παρά σ΄ελάχιστες περιπτώσεις. Σε αποσχισθέντες έδινε την ευκαιρία να μετανοήσουν και να αποκηρύξουν την Εξαρχία και την ΕΜΕΟ. Έτσι επέστρεφαν στους κόλπους της Ορθόδοξης εκκλησίας και του αγώνα για Ελληνική Μακεδονία.
Απέναντι στους Τούρκους κρατούσε στάση ουδετερότητας, όχι γιατί ήταν συνεργάτης αυτών – όπως υποστήριξαν κάποιοι ανόητοι, αλλά επειδή δεν ήθελε να έχει δύο μέτωπα ανοιχτά. Το πρόβλημα ήταν οι Βούλγαροι, που διεκδικούσαν ανοιχτά την μακραίωνη Ελληνική Μακεδονία. Οι Τούρκοι ήταν εφήμερο πρόβλημα. Υπάρχουν αναφορές του Μελά για φιλική συμπεριφορά από κατοίκους τουρκικής καταγωγής. Ωστόσο αυτό το πιστώνει στο γεγονός ότι το έκαναν επειδή ο ίδιος πάντα τους πλήρωνε για να παρέχουν στο σώμα του τροφή και νερό. Στην έκθεση αποφεύγει να αναφέρει μερικά ονόματα αγωνιστών για λόγους εχεμύθειας. Τελικά, μετά από προδοσία της βουλγαρικής ΕΜΕΟ, τουρκικό τμήμα περικύλωσε τον Μελά σε σπίτι που κρυβότανε στο χωριό Στάτιστα και σε συπλοκή τραυματίστηκε θανάσιμα. Αναλυτικά η τελευταία έκθεση του Μίκη Ζέζα:
  «Αι πολλαί περιπέτειαι κατ΄αρχάς, αι πολλαί φροντίδες και ασχολίαι κατόπιν, δεν μοι επέτρεψαν μέχρι τούδε να υποβάλω έκθεσιν των υφ΄ημών πεπραγμένων, εφ΄ώ και ζητώ συγγνώμην παρά του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν Λαρίση μέχρι της ημέρας της αναχωρήσεως, είχον συγκεντρώσει 36 άνδρας με πλήρη ιματισμόν. Κατ΄επίμονον απαίτησιν των τοις επλήρωσα ολόκληρον τον μισθόν των. Εξ αυτών έξ τους οποίους προσέλαβον τας δύο τελευταίας ημέρας δεν προσήλθον.
   Διέβην την γραμμήν την νύκτα της 27ης Αυγούστου, εκ τινος παρά την Μονήν Σταγιάδων σημείου. Οδηγούς είχον τρείς. Και διά τους τρείς λαμπράς συστάσεις. Ο είς ασθενήσας έμεινεν. Ο δεύτερος Θανάσης Βάγιας (εκ Σπηλαίου) παραλαβών δύο εικοσάφραγκα και οπλισμόν πλήρη μας εγκατέλειψεν, ότε εφθάσαμεν περί το Σπήλαιον. Ο τρίτος Κατσαμάκας το όνομα, ουδέν σχεδόν εγνώριζεν. Ώστε περιπλανώμεθα τήδε κακείσε οδηγούμενοι υπό ποιμένων οίτινες ως μας ωμολογούν, ειλικρινώς φερόμενοι, μόλις μας άφηνον, έδιδον χαμπέρι (είδησιν) εις τας Αρχάς. Αυταί όμως δυσκόλως εκινούντο εναντίον μας, συμφώνως με το Τουρκικόν έθιμον του ραχατιού (αναπαύσεως).
  Άνευ οδηγών, άνευ γνώσεως του εδάφους περιπλανώμεθα εις φοβερά δύσβατα εδάφη βαδίζοντες πολλάκις 10 και 11 ώρας και εν τούτοις μή προχωρούντες πρός Βορράν ειμή 10 έως 15 χιλιόμετρα μόνον. Τέλος ότε εφθάσαμεν παρά το Κωνστάντσικον (Αυγερινός), σχεδόν παρά τα Ηπειρωτικά σύνορα, εμάθαμεν παρά χωρικών, ότι ο εγκαταλείψας ημάς οδηγός Θανάσης Βάγιας (ομώνυμο του προδότη της Ηπείρου) μας επρόδωσεν εις Γρεβενά, ότε ο Στρατός των Γρεβενών και της Σαμαρίνης κατέλαβε πάσας τας πρός τα Κορέστια χωρία (ΒΔυτικώς της Καστορίας) διαβάσεις και μάς έστησαν ενέδρας.

  Αμέσως λοιπόν διηυθύνθην πρός το χωρίον Ζουπάν (Πεντάλοφος), το οποίον δεν είχεν εισέτι καταληφθή και παραλαβών οδηγόν ήλλαξα κατεύθυνσιν της πορείας μου και στραφείς πρός τα ΒΑνατολικώς διέβην τον ποταμόν Αλιάκμονα πλησίον της Χρουπίστης (Άργος Ορεστικόν), τη νύκτα της 7-8 Σεπτεμβρίου. Την αυτήν νύκτα εφθάσαμεν εις το χωρίον Κωσταράζι μετά πορείαν από των συνόρων ένδεκα ημερών. Το χωρίον τούτο είναι ελληνικώτατον. Εις τα περίχωρα ανεπαύθημεν με τους ειδικούς δια τα περαιτέρω.
Η αποστολή οδηγών δεν εγένετο εγκαίρως εκ μέρους των και ένεκα τούτου εμείναμεν εις τα εκεί περίχωρα, απρακτούντες επί τρείς ακόμη ημέρας. Άμα τη αφίξει μου εζήτησα πληροφορίας περί της καταστάσεως των πραγμάτων, ως και εάν είχεν έλθει είδησις τις εκ Ναούσης. Και εκ ταύτης μεν ουδέν είχεν ζητηθή, των δέ περιχώρων της Καστορίας, η θέσις ήτο οικτρά. Αμέσως λοιπόν χωρίς να αναμείνω όλους τους οδηγούς παραλαβών τον ένα εξ αυτών διηυθύνθην πρός το Λέχοβον και εκείθεν εις Πρεκοπάναν, όπου εφονεύθησαν αμέσως οι διαβόητοι Βούλγαροι ιερεύς και διδάσκαλος. Και οι δύο κατείχον σπουδαίαν εν τω Κομιτάτω θέσιν.
Συγκαλέσας τους χωρικούς, ιδία τους δημογέροντας, συνέστησα εις αυτούς, πρώην ορθοδόξους, (διά της βίας αποσκιρτήσαντας) διά θερμοτάτης ομιλίας να επανέλθωσιν εις την ορθοδοξίαν. Τους ηρώτησα να μοί είπωσιν ελευθέρως εάν η συνείδησίς των είναι βουλγαρική και αι πεποιθήσεις των σχισματικαί, δηλών ότι θέλω σεβαστή αυτούς, αλλ΄ότι δεν θα επιτρέψω εις κανένα να πιέζη τους Έλληνας προς αποσκίρτησιν. Οι δυστυχείς ούτοι, άλλοι υπό το κράτος του φόβου, του εκ του φόνου των συγχωριανών των, άλλοι με αγαθήν διάθεσιν με εβεβαίωσαν, ότι η ψυχή των ουδέποτε ησπάσθη ούτε το σχίσμα ούτε τας βουλγαρικάς αρχάς και ότι προθύμως θα έκαμνον ό,τι τους διατάξω. Τότε τοις είπον ότι απαιτώ πρώτον να ορκισθώσι πίστιν και αφοσίωσιν εις την ορθοδοξίαν και δεύτερον να κάμωσι τοιαύτην αναφοράν εις το Καϊμακάμην και εις τον Μητροπολίτην. Πρός τον τελευταίον δέ να μεταβώσιν εντός δέκα το πολύ ημερών και να ζητήσωσι την αποστολήν ιερέως και διδασκάλου Ελλήνων.
Εδήλωσα δέ εις αυτούς, ότι τον τυχόν δυστροπούντα εις τα ανωτέρω, μετά τον όρκον όν μοι έδωσεν, θέλω θεωρήση ως Βούλγαρον και επίορκον και τιμωρήσει αναλόγως. Και εις τον Στρέμπενον διέλυσα επίσης την υφισταμένην του Κομιτάτου Επιτροπήν (Κομίσιαν) και υπεχρέωσα αυτούς να υπάγωσι και προσκυνήσωσι τον Μητροπολίτην μας. Εις εκ των της Επιτροπής ταύτης είχεν υιόν διδάσκαλον εις το Βουλγαρικόν χωρίον Ζέλενιτς (Σκλήθρον). Αφού εκουσίως μοί ώμωσε πίστιν εις την Ορθοδοξίαν και τον Ελληνισμόν, τον υποχρέωσα να αποσύρη τον υιόν του εκείθεν εντός της εβδομάδος. Εκ των ανωτέρω τινά εγένοντο ήδη, εάν όμως δεν γίνωσι πάντα μέχρι της λήξεως της ορισθείσης προθεσμίας, τότε θα φονευθώσι τινές των φοβερωτέρων της διαλυθείσης Βουλγαρικής Επιτροπής, εις ούς συλληφθέντας εχάρισα την ζωήν μόνον υπό τους όρους τούτους.
Εις Μπελκαμένην (Δροσοπηγήν) επέβαλον (και εγένετο) να αποσυρθώσιν οι μόνον επτά μαθηταί της εκεί ιδρυθείσης Ρουμανικής σχολής. Εκ Μπελκαμένης διηυθύνθην εις Νερέτι (Πολυπόταμον). Εκεί βασιλεύει μία σπείρα εκ τριών ή τεσσάρων αχρείων, οι οποίοι τρομοκρατούσιν όχι μόνον το χωρίον τούτο, αλλά και όλα τα περίχωρα. Ήτο απόλυτος ανάγκη να εξαφανισθώσι και αυτοί. Αλλά δυστυχώς καθ΄ήν στιγμήν εξερχόμεθα της εν τω χωρίω οικίας (εν ή έχομεν διανυκτερεύσει), όπως επιτεθώμεν κατά των εν τη πλατεία μετά δέκα άλλων ωπλισμένων Βουλγάρων κομιτών (κομιτατζήδων), αίφνης βλέπομεν εις την είσοδον του χωρίου και εις απόστασιν διακοσίων μέτρων ισχυράν δύναμιν Τουρκικού στρατού, αποτελούμενου εξ 100 νιζάμηδων και 30-40 ιππέων.
Επιθυμών να αποφύγω τας μετά των Τούρκων συγκρούσεις, διέταξα τους άνδρας μου να ανέλθωσιν επί του όρους του υπερκειμένου του Νερετίου ελπίζων, ότι θα το επιτυγχάνωμεν χωρίς να μας ίδωσιν οι Τούρκοι. Αλλά δυστυχώς, καθ΄ήν στιγμήν ανερχόμεθα την αποκεκαλυμμένην κλιτύν του όρους, οι Τούρκοι ιδόντες ημάς ήρξαντο ζωηρώς εναντίον ημών πυρός. Εκ των πυροβολισμών των επλήγη θανασίμως ο εκ των Βιτωλίων μόλις την προτεραίαν καταταχθείς εις το σώμα μου φαρμακοποιός Φίλιππος Καπετανόπουλος.
Ούτος τριακοντούτης μόλις την ηλικίαν ήτο ο κύριος μοχλός πάσης πατριωτικής εν Μακεδονία ενεργείας. Ήτο μέλος του τριμελούς Δοικητικού Συμβουλίου της «Αμύνης» του εδρεύοντος εν Μοναστηρίω. Όταν έμαθεν ο ατυχής την άφιξιν του σώματός μας ήλθεν αμέσως εις συνάντησίν μας, επιμένων παρά τας προτροπάς μου να μας ακολουθήση. Δυστυχώς η πληγή του όμως ήτο τόσον σοβαράν και το έδαφος τόσον ακατάλληλον όπως τον συμπαραλάβωμεν, ώστε δεν ηδυνήθημεν ή να κρύψωμεν αυτόν εις χαράδραν τινά, ελπίζοντες αργότερον να του φέρωμεν ιατρικήν περίθαλψιν. Αλλ΄ατυχώς ο πολύτιμος αυτός άνθρωπος απέθανεν εν βραχυτάτω χρονικώ διαστήματι, εξ ακατασχέτου αιμορραγίας. Μετά το ατυχές τούτο γεγονός, επειδή ο στρατός έμεινεν εν τω χωρίω απεσύρθη εις Λέχοβον όπως αναπαύσω τους άνδρας μου, οι οποίοι όλοι σχεδόν υποφέρωσιν από δυνατούς πυρετούς.
Επί 23 ημέρας, συνεχώς βρέχει και πάν ό,τι κάμνωμεν γίγνεται υπό βροχήν ραγδαίαν. Τας περισσοτέρας νύκτας τας διερχόμεθα επίσης υπό βροχήν, έξω εις τα δάση. Ήμην ο μόνος, ο οποίος δεν είχον εισέτι προσβληθή εκ πυρετών, από της προχθές όμως και εγώ κατελήφθην από αυτούς. Εν τούτοις το ηθικόν όλων μας είναι λαμπρόν και είμεθα αποφασισμένοι να εξακολουθήσωμεν την εργασίαν μας , μέχρις ού επιφέρωμεν ισχυρόν κλονισμόν εις το δολοφονικόν κομιτάτον πρό του επερχομένου χειμώνος. Η εργασία μας δεν είναι εύκολος, πρώτον διότι οι Βούλγαροι πραγματικώς πτοηθέντες προφυλάσσοντο καλά κρυπτόμενοι.
   Ο καιρός δεν μας ευνοεί. Οι Τούρκοι εισπράκτορες κατ΄αυτάς περιφέρονται συνοδευόμενοι υπό ισχυρών αποσπασμάτων ακριβώς εις τα χωρία εις ά προτίθεμαι να ενεργήσω, πρό πάντων όμως με δυσκολεύει η έλλειψις οργανώσεως τινός εσωτερικής. Την τελευταίαν ταύτην έλλειψιν καταγίνομαι τώρα συν ταις άλλαις εργασίαις να συμπληρώσω ως εξής:
    Εάν λάβητε το φύλλον του Μοναστηρίου του χάρτου του Αυστριακού Γεωγραφικού Ινστιτούτου, εκ των ανωτέρω θα ιδήτε ότι περιωρίσθην εργαζόμενος προς Βορράν και ανατολάς του όρους Βίτσι του κειμένου προς Βορράν ΒΑνατολάς της Καστορίας. Επί των ανατολικών κλιτύων του Βίτσι, κείται η Ελληνοβλαχική κωμόπολις Νέβεσκα (Νυμφαίον) και προς Βορράν αυτής το Αλβανικόν χωρίον Νεγκοβάνι (Φλάμπουρον).
Προς Νότον δέ της Νεβέσκας και επί της αυτής ορεινής μάζης κείται έτερον Αλβανικόν χωρίον το Λέχοβο, όπερ εν τω ειρημένω χάρτη σημειούται υπό το όνομα Sahoz. Ως κέντρα ενεργείας της περιφέρειας Νερέτι, Νεγκοβάνι, Εξισού, Ζέλενιτς, Νέβεσκα, εξέλεξα και ώρισα τα δύο Αλβανικά χωρία Νεγκοβάνι και Λέχοβον, τούτο δέ διότι πρώτον καθ΄ό αμιγώς ελληνοαλβανικά είναι πιστά και αφωσιωμένα πρός ημάς, δεύτερον δέ εις μέν το πρώτον (Νεγκοβάνι) ευρίσκεται παλαιός και πεπειραμένος οπλαρχηγός ο Κόλε (Νικόλαος) Πίνας, εις δέ το δεύτερον (το Λέχοβον) κατοικεί και έχει όπως ο ανωτέρω άλλως τε μεγίστην επιρροήν επί των περιχώρων του χωρίου του ο Δημουλιός Ζήσης οπλαρχηγός και αυτός έχων και νύν έτι παρά της Τουρκικής Κυβερνήσεως το δικαίωμα να διατηρή έξ (6) ενόπλους άνδρας πρός άμυναν του χωρίου του.
Εκτός των ανωτέρω λόγων έκρινα ως καταλληλότατα τα δύο ταύτα χωρία ως κέντρα ενεργείας των σωμάτων μας και διότι περιβάλλονται υπό απέραντων δασών, εις τας οποία δύναντο να καταφεύγωσι και να κρύπτωνται τα σώματά μας. Των δύο τούτων κέντρων ενεργείας, ως διευθύνον κέντρον ώρισα την Νέβεσκαν. Εις την κωμόπολιν ταύτην κατοικούσιν αρκετοί ανεπτυγμένοι φιλοπάτριδες, επιστήμονες, έμποροι και κτηματίαι. Εξ αυτών κατήρτισα επιτροπήν πενταμελή την εξής: Τάκης Γκόλιε, πρόεδρος, διδάσκαλος Γεώργιος Σούρλας, γραμματεύς, Νικόλαος Γιάννη, ταμίας, Δημήτριος Μιχαηλίδης, Ιωάννης Λιάτσης, Ιωάννης Σακελλαρόπουλος.
Το κέντρον τούτο συνεννοούμενον με τα άλλα κέντρα, τα οποία είχεν ιδρύσει ο Ίων Δραγούμης και των οποίων την διάλυσιν αστοχώτατα επεδίωξε πάση θυσία ο εν Μοναστηρίω Πρόξενος (νύν ενισχύονται διά τινων μυήσεων και διοργανούνται), θα ενεργή μετ΄αυτών τας γενικάς επιχειρήσεις του Βιλαετίου. Εκτός των μικρών κέντρων, τα οποία επίσης είχεν ιδρύσει ο Δραγούμης, εκείνα περί των οποίων ομιλώ, εδρεύουσιν εν Μοναστηρίω, Φλωρίνη, Καστορία, Σόροβιτς (Αμύνταιον). Αυτά τα διευθύνοντα κέντρα θα φροντίζωσι και περί της ιδρύσεως επιτροπών εις τα της περιφερείας των χωρία.
Τοιαύτας επιτροπάς διώρισα ήδη και λειτουργούσι καλώς: εν Λεχόβω, εν Στρεμπένω (Ασπρώγεια), εν Νεγκοβάνι, εν Μπελκαμένη και Κάτω Κότορι (Κάτω Υδρούσα). Τα χρέη των επιτροπών εισί τρία. Περιθάλπουσι, εξασφαλίζουσι και τρέφουσι τα ημέτερα σώματα. Δεύτερον φροντίζουσι περί της ασφαλείας του χωρίου των και τρίτον ενεργούσι προπαγανδιστικήν εργασίαν εν τε τω χωρίω και τοις περιχώροις, ένθα πρόσωπά τινα του χωρίου των ισχύουσι. Κανονισμόν ετήρησα της από πέρυσι ιδρυθείσης αμύνης συμπληρώσας αυτόν, όπου ήτο ανάγκη εκ του κανονισμού της εσωτερικής υπηρεσίας του δολοφονικού κομιτάτου. Τούτον θα φροντίση το Μοναστήριον να σας στείλη ευθύς ως συμπληρωθή και κυρωθή υπό του εν Μοναστηρίω Διοικητικού Συμβουλίου. Εις έκαστον σπουδαίον κέντρον διωρίσα από ένα ή δύο αγγελιαφόρους, όπου είναι απόλυτος ανάγκη.

 

  
  Τούτους θα πληρώνη το εν Αθήναις κομιτάτον, στέλλον τα χρήματα εις τον Ταμίαν του Διευθύνοντος οικείου κέντρου. Ως μισθούς αυτών ώρισα αναλόγως της εργασίας των τους εξής: Εν Λεχόβω ένα εικοσάφραγκον δι΄ένα αγγελιαφόρον, εις τον εν Νεβέσκη εξαιρετικώς 2 1/2, διότι είναι καταλληλότατος, αφήνει εντελώς πλέον το επάγγελμα του χρυσοχόου και θα έχη πολλήν ταχυδρομικήν εργασίαν. Εκτός τούτων εν Νεγκοβάνι επλήρωσα 5 εικοσάφραγκα ως μισθόν πέντε οπλοφόρων, οι οποίοι περιπολούσι κάθε νύκτα περί το χωρίον και οσάκις καλούνται εις βοήθειαν ή ενίσχυσιν των σωμάτων μας θα είναι υποχρεωμένοι να έρχωνται αμέσως, η υπηρεσία των αυτή η έκτακτος δύναται να διαρκέση 4 ημέρας συνεχώς.
Πέραν τούτου θα λαμβάνωσιν μικράν αμοιβήν από το χωρίον των (το οποίον έχει ιδικόν του μικρόν ταμείον) δια το ψωμί, όπερ παρέχεται του λοιπού δωρεάν είς τα σώματα, διά τα καραούλια του χωρίου, τα οποία θα φυλάττωσιν τα εν αυτώ ενδιαιτόμενα τυχόν σώματα κλπ. Επίσης απεφάσισα μόνος και ελπίζω ότι θα το εγκρίνητε, μηνιαίον επίδομα 5 λιρών διά τον πρόεδρον του διευθύνοντος τμήματος Νεβέσκης, Τάκη Γκόλιε. Ούτος είναι νέος 35 ετών, δραστηριότατος, ευφυέστατος, γενναίος και πολύ καλώς πατριώτης. Υπεστήριζε πάντοτε μετά ζήλου τα Ελληνικά συμφέροντα, αλλά προπέρυσιν ένεκα πείσματος πρός την αντίθετον μερίδα (τα κομματικά δίδουν και παίρνουν εν Μακεδονία), εισήγαγε το τέκνον του εις την Ρουμανικήν σχολήν.
Πέρυσιν όμως συναισθανθείς το σφάλμα του, όχι μόνον απέσυρε τον υιόν του από το σχολείον αυτό, αλλά και έσπευσε να ζητήση συγγνώμην από τους αντιπάλους του, τους έτεινε πρώτος αυτός την χείρα και εζήτησε την σύμπτυξίν των πρός καταπολέμησιν Ρουμάνων και Βουλγάρων. Επειδή δέ έχει αρκετήν ισχύν κατώρθωσε εν βραχυτάτω διαστήματι να καταστρέψη την Ρουμανικήν εν Καστορία προπαγάνδαν, περιορίσας από 85 εις 21 τους μαθητάς της σχολής. Η δράσις του ανθρώπου αυτού είναι γνωστή εις το Προξενείον Μοναστηρίου, αν όχι και εις το Υπουργείον, αφ΄ού δύνασθε να λάβητε πληροφορίας.
Ο νέος αυτός είναι ανεπτυγμένος, όλοι τον σέβονται και τον αγαπούν εις όλα τα περίχωρα. Εάν δέ ως είναι αποφασισμένος λάβει και αυτός ο ίδιος τα όπλα κατά την άνοιξιν, θα είναι φοβερός κατά των δολοφόνων παράγων, διότι θα συμπαρασύρη όχι μόνον τους ιδικούς μας, αλλά και πολλούς σχισματικούς εφ΄ών και επιρροήν και τρόμον ενασκεί. Τον μισθόν αυτόν ώρισα τη προτοπή του Μητροπολίτου, ο οποίος θερμώς μας τον συνέστησε, και πάντων ομοφώνως των προυχόντων της Νεβέσκης.
Διότι, όπως αφοσιωθή, ως το επιθυμεί ο ίδιος, εντελώς εις το έργον, θα υποχρεωθή ή να παραμελήση ή και να εγκαταλείψη εντελώς κτήμα τι, το οποίον ενοικίασεν εις τα περίχωρα. Επειδή δέ, αν και άλλοτε η οικογένειά του ήτο πλουσιωτάτη είναι τώρα σχεδόν πτωχή, εθεωρήθη παρά πάντων των προυχόντων και δίκαιον και αναγκαίον να δοθή η αποζημίωσις αύτη. Νομίζω μάλιστα ότι και μεγαλυτέρα τις αποζημίωσις ή και μικρόν δώρον 20-25 λιρών, εφ΄άπαξ διδόμενον πρός αυτόν, θα του εκίνει έτι πλέον τον ζήλον πρός την εργασίαν του, ήτις δεν θα είναι και μικρά. Διότι ανέλαβε όλον το τμήμα από Νερέτι, Νεγκοβάνι, Εξισού, Λέχοβον μέχρι Καστορίας.
Εάν δυνηθώ να ανθέξω εις τας κακουχίας και τον ελεεινόν καιρόν, σκέπτομαι πλήν της Καστορίας και της Φλωρίνης να μεταβώ και εις το Μοναστήριον, όπως συνεννοηθώ και με τους εκεί και κατόπιν εις Βέροιαν, Βοδενά (Έδεσσαν) διά τον αυτόν σκοπόν. Εάν όμως μετέβη άλλος ή πρόκειται να μεταβή, τότε ειδοποιήσατέ με εγκαίρως. Και ταύτα μεν είναι τα ελάχιστα, τα οποία δυστυχώς ηδυνήθημεν να κάμωμεν μέχρι της στιγμής αυτής. Όσον αφορά τον Ευθύμιον μανθάνω παρ΄άλλων, ότι εργάζεται πολύ καλά. Από της πρώτης της αφίξεώς μου ημέρας, δι΄επιστολής μου, εν ή εσώκλεισα έγγραφον του κ. Καλομενοπούλο (διότι δι΄άλλου είχεν αμελήσει το κομιτάτον μας να με εφοδιάση), δι΄ού διετάσσοντο πάντα τα σώματα να συνεννοηθώσιν μετ΄εμού όσον αφορά την γενικήν ενεργείαν, τον διέταξα να έλθη πρός συνεννόησιν. Έκτοτε πολλά μηνύματα του έστειλα, ως και διά την πληρωμήν του μισθού του κλπ., αλλά μέχρις ώρας, ενώ ελάμβανε τας επιστολάς μου ασφαλώς, όχι μόνον δεν ενεφασίσθη, αλλ΄ουδέ καν απαντήσεως με ηξίωσε. Τούτο είναι λυπηρώτατον διότι εματαίωσεν μίαν γενικήν επίθεσιν και εμπρησμόν κατά του στραταρχείου των δολοφόνων, του Εξισού δηλαδή, δι΄ήν επίθεσιν εχρειάζοντο τουλάχιστον εκατόν άνδρας.
Εάν ο Καούδης ηνούτο μεθ΄ημών θα επαρουσιάζομεν εις τους εντοπίους δύναμιν 60 περίπου ανδρών, η οποία θα ενεθάρρυνεν αυτούς και βεβαίως τότε θα συνεπλήρωνον αυτούς τον απαιτούμενον αριθμόν. Περί των άλλων επίσης (των επί του Μοριχόβου) δεν ηδυνήθην να μάθω τί το θετικόν. Έγραψα προς τον διδάσκαλον Παπανεκτάριον, αλλά απάντησιν δέν έλαβον.
Εν τούτοις έμαθον παρά του Προξενείου Μοναστηρίου, ότι εις Setinia (Σκοπός, ακριβώς προς ανατολάς της Φλωρίνης επί του Μοριχόβου) οι ιδικοί μας, αγνοώ ποίοι, εφόνευσαν 4 και τα πτώματα των κατόπιν εκρέμασαν εις την πλατείαν του χωρίου. Επίσης άλλοι ιδικοί μας, κατά την αυτήν επίσημον πηγήν, εκδικούμενοι τον φόνον του εν Βροδίω (επί Μοριχόβου) ιερέως μας και τριών άλλων ορθοδόξων εφόνευσαν και αυτοί 4 εκ του κομιτάτου του χωρίου. Τώρα αυτοί πώς μισθοδοτούνται και πόθεν αγνοώ.
Απέναντι των ενεργειών μας αυτών οι Βούλγαροι μέχρι σήμερον ουδέν απολύτως έκαμον τουλάχιστον εις την ιδικήν μου περιοχήν. Οι του κομιτάτου πρωτεργάται κατελήφθησαν από ακατάσχετον πανικόν. Άλλοι, χωρίς κάν να τους ειδοποιήσω εγκατέλειπον το χωρίον των, άλλοι μου έγραψαν ζητούντες συγγνώμην και υποσχόμενοι πίστιν, άλλοι διά τρίτων μου υπεσχέθησαν να με υπηρετήσωσιν περισσότερον ή όσον υπηρέτησαν το Κομιτάτον. Εις αυτούς απήντησα, ότι ούτε την πίστιν των θέλω ούτε τας υπηρεσίας των, αλλά θέλω τα κεφάλια των. Τόσον παρεζαλίσθησαν ώστε έφυγον οικογενειακώς από τα χωρία των και διαμένουσιν έκτοτε οικογενειακώς εις τας πόλεις. 
Όπως εννοήσετε τον φόβον, όστις τούς κατέλαβεν σας αναφέρω τα εξής παραδείγματα:
Εις Κάτω Κότορι (πλησίον της Μπελκαμένης) μετέβαινεν είς αγγελιαφόρος μου με την γυναίκα του. Επειδή αυτή έμεινε πίσω, όταν επλησίασαν εις το χωρίον ο σύζυγός της εστράφη και της έκανε νεύμα να επιταχύνη το βήμα. Τον άνθρωπον και το νεύμα είδεν ο επί απιδιάς (αχλαδιάς) σκοπός των κομιτατζήδων (έχουν νύκτα και ημέραν σκοπούς, οι οποίοι τους ειδοποιούσιν αμέσως και κρύπτονται, δι΄αυτό πολλαί απόπειραί μας όπως τους συλλάβομεν απέτυχον) και πηδήσας αμέσως κάτω σπεύδει πρός την εκκλησίαν (ήτο Κυριακή) και εν ριπή οφθαλμού κενούται αύτη εξ ολοκλήρου, μηδέ του ιερέως παραμείνατος εν αυτή.
Ότε δέ ο άνθρωπός μας εισήλθεν εις το χωρίον, εύρε τους κατοίκους κατακλείστους εν ταις οικίαις, ουδείς δέ ήνοιγεν αυτώ. Εις το Κουσκοβένι (Πέρασμα) είς Τούρκος χωρικός εφώναξε μακρόθεν άλλον τοιούτον ορθόδοξον. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες ετράπησαν εις φυγήν και έκτοτε κοιμώνται εις τον κάμπον εντός χανδάκων την νύκτα. Ο ιερεύς του Αετοζίου (Αετού) (έν τέρας) εζήτησε να συνεννοηθή μαζί μου. Του έδωκα την στερεότυπον απάντησιν και έκτοτε αφού έστειλε την οικογένειάν του εις το Εξίσου (Ξυνό Νερό) αυτός μένει εις Αετόζιον, αλλά καθ΄εκάστην κρύπτεται εις άλλην οικίαν. Οι της Πρεκοπάνης, Νεγκοβανίου, Σέλενιτς και λοιπά επίσης έφυγον. Εάν είχον και άλλην τινά συμμορίαν πλησίον μου, όπως εμπνεύσω περισσοτέραν πεποίθησιν και θάρρος εις τους εντοπίους, ουδείς ήθελε μας διαφύγη.
Αλλά τώρα επειδή η μικρά δύναμίς μου, δεν τους πείθει ότι είμαι εις θέσιν να τους προστατεύσω εναντίον Βουλγαρικών αντικδικήσεων, όχι μόνον δεν με βοηθούσι πάντοτε προθύμως, αλλά πολλάκις αυτοί οι ίδιοι, αφού μας υποδείξωσι τους αξίους θανάτου, ειδοποιούσι κατόπιν αυτούς περί της τύχης ήτις τους αναμένει. Τούτο μας συνέβη ευθύς εξ αρχής με τον ηγούμενον Τσιριλόβου, με το Νεγοβάνι και Λέσκοβιτς κλπ.
Ήδη όμως επειδή τοις ωργάνωσα κάποιαν άμυναν με μερικά όπλα, τα οποία εύρον εν τω τόπω και επειδή βλέπουσιν τον κωμικόν φόβον των Βουλγάρων, αναλάμβάνουσιν ολίγον κατ΄ολίγον θάρρος οι δυστυχείς και ελπίζω, ότι κάτι τι περισσότερον θα κάμω εις το εξής. Εις την περιφέρειαν εις την οποίαν εργάζομαι περιφέρονται τέσσαρες και μία εν Νερετίω μόνιμος, 5 Βουλγαρικαί συμμορίαι, συγκείμεναι από 8-15 ανδρών εκάστη. Αύται διδάσκουσιν, ότι περιμένουσι να ενισχυθώσιν όπως μοί επιτεθούν και με συντρίψουν.
Τούτο δεν είναι δυνατόν να γίνη, διότι πληροφορούμαι ασφαλώς ότι παρά πάσας τας προσπαθείας των δεν κατώρθωσαν ειμή αυτούς μόνον να στρατολογήσουν. Μάλλον πιθανή είναι η άλλη διάδοσις καθ΄ήν αυτοί τώρα κρύπτονται, όπως γελασθώ και πειθόμενος, ότι δεν υπάρχουσι συμμορίαι αφήσω απροστάτευτα τα χωρία, άτινα με εδέχθησαν και υπεστήριξα οπωσδήποτε και τότε επιπέσωσιν ούτοι κατ΄αυτών και τα εκδικηθώσιν.
Όλοι οι Τούρκοι και Τουρκαλβανοί κάτοικοι εισίν ενθουσιασμένοι με την παρουσίαν μας και πανταχόθεν έχω εκ μέρους των προτάσεις περί ειλικρινούς και αφιλοκερδούς συνεργασίας. Χωρίς να αποκρούω τας προτάσεις των, είμαι πολύ επιφυλακτικός με αυτούς, αναμένων να πεισθώ καλλίτερον περί της ειλικρινείας των, επίσης θα αναμένω να γνωρίζω και εκλέξω ελαχίστους και τους καταλληλοτέρους εξ αυτών.
      Εκ των αρχών, αι μεν πολιτικαί δεν εκφράζονται υπέρ ημών, αι δέ στρατιωτικαί ή μάλλον αι επικεφαλής αποσπασμάτων εκφράζονται με ενθουσιασμόν. Τινές μάλιστα εξ αυτών λέγουσιν, ότι εάν μας συναντήσουν δεν θα μας πειράξουν. Αλλά δυνάμεθανα βασισθώμεν εις την καλήν πίστιν των Τούρκων, όταν μάλιστα γνωρίζουσιν ότι παντού και τα πάντα πληρώνομεν και συμπεραίνουσιν επομένως ότι είμεθα φορτωμένοι από λίρας.
     Αλλά ο Βαλής Μοναστηρίου διέταξε την αμείλικτον καταδίωξίν μας. Δεν την είδωμεν ακόμη και πιστεύω, ότι με επιτηδείους και πιστούς οδηγούς και με ολίγην ευκινησίαν δεν θα την ίδωμεν. Διά το καλό και διά κακό έγραψα εις τον Καϊμακάμην Φλωρίνης επιστολήν, εν ή του εδήλουν ότι σκοπός μου μόνον ήτο η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τας ορδάς αυτών. Ότι ουδένα άλλον θα πειράξω, ότι πληρώνω τα πάντα, ότι σέβομαι την κυβέρνησιν την Οθωμανικήν και τον στρατόν πρό του οποίου θα παραμερίζω, εκτός εάν περικυκλωθώ υπ΄αυτού, βεβαίως δεν θα παραδοθώ.
Καθώς επληροφορήθην η επιστολή μου αύτη εξώργισε τον κύριον Καϊμακάμην, αλλ΄ευτυχώς δεν ησθάνθην τα αποτελέσματα της οργής του, εκτός του ατυχήματος του Νερετίου, το οποίον ως πληροφορούμαι ήτο όλως τυχαίον, διότι κατά τύχην διήρχετο την στιγμήν εκείνην ο στρατός. Ως εν αρχή σας έγγραφον, υπεχρεώθην να δώσω εις πάντας ολόκληρον τον μισθόν των ευθύς από της εν Λαρίση διαμονής μας, εκτός τούτου τινές εξ αυτών, οι πλειότεροι εξ αυτών εστερούντο και ασπρορούχων ακόμη.
Ο ιματισμός των ανδρών μου εστοίχισεν αρκετά περισσότερα αφ΄ό,τι προϋπολογίσαμεν. Κατά την εξαήμερον εν Λαρίση διαμονήν των ελάμβανον πάντες ανά μίαν δραχμήν την ημέραν. Σιδηροδρομικά, τηλεγραφικά και αγώγια πρός συνεννόησιν με Τρίκαλα, Βόλον, Αθήνας και Κοζάνην εχρειάσθησαν ουκ ολίγα. Τα περισσότερα όμως έξοδα εγένοντο μέχρι της 20ης Σεπτεμβρίου οπότε πλέον έλαβον τον δεύτερον μισθόν των και εκανόνισα ούτω τα πράγματα ώστε ουδέν πλέον έξοδον έκαμα, ούτε διά τον ιματισμόν των ούτε διά την τροφήν των.
Μέχρις όμως της εποχής εκείνης όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα από καπνού μέχρι των τσουραπίων και των πετσωμάτων εβάρυναν την εταιρείαν. Και ναί μεν είναι το ούτω εξοδευθέν ποσόν αρκετά μέγα, αλλά πάλιν ήτο αδύνατον ν΄αρνηθή τις εις τους ανθρώπους αυτούς τον μικρόν μισθόν των, τον οποίον αυτοί μεταβαίνοντες πρός τοιούτον ιερόνσκοπόν ήθελον ως τελευταίαν βοήθειαν να αφήσωσιν εις τας οικογενείας των. Κατά την πορείαν μας τα έξοδα ήσαν μέγιστα. Είχομεν ανάγκην φορτηγών και διά τους ασθενείς και διά το υπερβολικόν βάρος όπερ εφέρομεν. Άρτον και κρέας και οδηγούς επληρώναμεν αδρότατα, διότι είμεθα εις χείρας των.
Το σώμα επί πλέον είχεν ανάγκην πλήθους πραγμάτων, ως πελέκεων, πριόνων, σχοινίων, φακών, φαρμάκων, επιδέσμων, αντισηπτικών φαρμάκων, μαχαιρών, (όσοι δεν είχον περίστροφα ή μαχαίρας μου εζήτησαν τοιαύτας) και λοιπών. Όταν δέ εφθάσαμεν εις το τέρμα της πορείας μας, εθεώρησα δίκαιον μετά τόσας και τόσας ταλαιπωρίας, άς αγογγύστως κατά την πορείαν υπέστησαν και καθ΄ήν και τα τσαρούχια των πλείστων εφθάρησαν εντελώς 5-6 είχον εφθαρμένας (χάριν οικονομίας) κάππας και δύο διόλου, διότι εγένετο λάθος ή κατάχρησις την ημέραν της αναχωρήσεως και δεν μας εστάλησαν αύται, ούτω δέ οι δυστυχείς ούτοι έμενον εκτεθειμένοι εις την διαρκή βροχήν, εθεώρησα δίκαιον λέγω, να τους αναπληρώσω τας ελλείψεις αυτάς.
Όσοι έτυχε να συνυπηρετήσωσι και να συνεργασθώσι με μικρούς ανθρώπους, χάριν υψηλού και μεγάλου σκοπού, θα δικαιολογήσωσι τα έξοδα ταύτα. Η επιτυχία του σκοπού τούτου βασίζεται, τότε, μόνον εις την αγάπην και αφοσίωσιν των κατωτέρων πρός τους ανωτέρους, αύτη δέ αποκτάται, όταν οι κατώτεροι πεισθώσιν, ότι πραγματικώς έχουσι την συμπάθειαν και το ενδιαφέρον των ανωτέρων των. Την αγάπην δέ και την επιστοσύνην των κατωτέρων μου και χάρις εις τα μέσα ταύτα, τα οποία αφειδώς μοί παρέσχε η εταιρεία και χάρις εις τας ατομικάς μου ενεργείας δύναμαι να βεβαιώσω αυτήν ότι κατώρθωσα να τα έχω.
Διότι άλλως θα ήτο αδύνατον να συγκρατήσω τόσους άνδρας επί τόσας ημέρας υπό τοιαύτας στερήσεις και κακουχίας, οίτινες κατετρύχοντο υπό πυρετών , κρυολογημάτων, βηχός και κοιλιακών διαταράξεων, ενώ θα ηδύναντο να μείνωσιν είτε εις χωρία, είτε εις μονάδας, εφιλοτιμούντο να με ακολουθήσωσιν,όπως μή εξασθενήση το σώμα μου (διότι πολλοί ήσαν ασθενείς).
Εκτός λοιπόν των ανωτέρω εξόδων, τα οποία ελπίζω και παρακαλώ το συμβούλιον να εύρη δίκαια, προέβην επί πλέον εις τα εξής: Ευθύς ως ήρχισα την εργασίαν ησθάνθην φοβεράν την έλλειψιν των όπλων. Τα χωρία εδίσταζον να με βοηθήσωσι, διότι κατόπιν θα έμενον άοπλα εις την διάκρισιν των Βουλγάρων. Επληροφορήθην λοιπόν, ότι εις τι πλησίον του Βογατσικού χωρίον ευρίσκοντο 13 όπλα γκρά και 300 φυσίγγια. Ταύτα μαζύ με τα φυσίγγια επωλούντο πρός 8 μετζίτια έκαστον. Παρεκάλεσα λοιπόν τον … να στείλη το ποσόν τούτο πρός τον … εν Βογατσικώ, όπως φροντίση και αγοράση ταύτα.
Έλαβον πρό ολίγου την είδησιν ότι εστάλησαν τα χρήματα και ήδη σήμερον αναμένω και τα όπλα. Εν Στρεμπένω ηγόρασα έτερον όπλον γκρά με άφθονα φυσίγγια, αντί μιάς τουρκικής λίρας και ενός μετζιτίου. Εις το αυτό χωρίον έδωκα και μίαν λίραν τουρκικήν εις την πενομένην χήραν του καπετάν Βαγγέλη, του υπό των Βουλγάρων δολοφονηθέντος, ετέραν εις την αδελφήν του αυτού Βαγγέλη ήτις συντηρεί τά εκ του πρώτου γάμου του Βαγγέλη τρία τέκνα. Ετέραν λίραν εις την χήραν του επίσης υπό των Βουλγάρων δολοφονηθέντος Παπαδημήτρη. Διά τους πτωχούς του Στρεμπένου και τον Μουχτάρην 1/2 λίραν. Τας γενναιοδωρίας ταύτας εθεώρησα καλόν να κάμω εις το πρώτον χωρίον, το οποίον επάτησαν και πραγματικώς μεγάλη ήτο η εκ τούτων καλή εντύπωσις.
Εάν όμως το Συμβούλιον θεωρεί ότι είναι περιτταί ή πολλαί, παρακαλώ να μου ειπή, τί δύναμαι να πράξω και τί πρέπει να κάνω. Εις Πρεκοπάνην επίσης έδωκα τώ Μουχτάρη 1/2 λίραν διά τους πτωχούς (σχισματικούς) κατοίκους. Ευθύς ως έφθασα … ο Μητροπολίτης Καραβαγγέλης με ειδοποίησεν ότι εις το εξής το Κομιτάτον αναλαμβάνει την πληρωμήν του μικρού σώματος του Ζήση. Τούτο απαρτίζεται από τον Ζήσην, δύο δραγάτες του Λεχόβου Κοσμάν, Ζήσην, Χρήστον, Γρηγόριον, Θεόδωρον ήτοι 8.
Ως μισθόν ούτοι ελάμβανον ο μέν πρώτος 3 λίρας Τουρκικάς, οι δέ λοιποί ανά μίαν. Κατά διαταγήν σας οι εντόπιοι θα λαμβάνουσιν 1/2 εικοσάφραγκον, αλλ΄εκανόνισα ούτω τα πράγματα. Εις τον Ζήσην εξακολουθώ να δίδω τας τρείς λίρας εις τους δύο δραγάτας και τον Κοσμάν μένοντας διαρκώς εν τω χωρίω των πρός φύλαξιν αυτού την νύκτα πρό πάντων δίδω 1 1/2 εικοσάφραγκον. Αλλά εις τους άλλους τέσσαρας, οι οποίοι μας ακολουθούν παντού εγκαταλείψαντες τα χωρία και τας οικίας των, εκτεθέντας ούτω εις την καταδίωξιν των Τουρκικών αρχών, νομίζω ότι είναι δίκαιον να δίδηται ο αυτός μετά των λοιπών μισθός, ήτοι δύο εικοσάφραγκα.
Είναι δίκαιον, διότι δεν θα ιδώσι πλέον τας εστίας των ειμή δι΄αμνηστείας, επίσης δέ διότι, ως γνωσταί του τόπου παρέχουσι περισσοτέρας υπηρεσίας και υφίστανται περισσοτέρους κόπους. Εις τον ένα μάλιστα εξ αυτών, τον οποίον εξέλεξα και ως ψυχογιόν, δίδω 2 1/2 εικοσάφραγκα, διότι φέρει μέρος του φορτίου μου. Διά τον ντουλαμάν του αυτού ψυχογιού μου μίαν λίραν. Εις αγγελιαφόρον Νεβέσκης 2 1/2 εικοσάφραγκα. Εις αγγελιαφόρον Λεχόβου 1 εικοσάφραγκον. Εις τους 5 φύλακας του Νεγκοβανίου ανά έν εικοσάφραγκον διά μισθόν πρώτης Οκτωβρίου και πρώτης Νοεμβρίου.
Εις την χήραν του υπό των Βουλγάρων δολοφονηθέντος Παπαχρήστου της Πρεκοπάνας, την οποίαν εν εσχάτη πενία εύρον, εν Νεβέσκη έδωκα ως και εις τας άλλας μίαν λίραν. Εις τον Γεώργιον … εν Στατίστη ασθενήσαντα σοβαρώς εκ πυρετών και αποσταλέντα εκ Κωσταραζίου εις την πατρίδα του 1 λίραν. Εις τον Μελόσκαν εκ Κοζάνης, αυθαδιάσαντα και αποπεμφθέντα παρ΄εμού εν εικοσάφραγκον, όπως επιστρέψη εκ Νεγκοβανίου εις την πατρίδα του. Εις τον Κόλε Πίναν, χρησιμώτατον διά την Πείραν του και την επιρροήν του, έδωκα διά τον μήνα Οκτώβριον 1 λίραν. Ούτος μέν δέν δύναται τώρα ένεκα παθήσεως των ποδών του να τεθή επικεφαλής συμμορίας, αλλά αναλμβάνει να κάνη όλα τα σχέδια των ενεργειών μας αθροίζων πληροφορίας, χορηγών οδηγούς, κατασκόπους κλπ. Εις τον υιόν του Ζήση, προσκληθέντα εις το σώμα μας, 2 εικοσάφραγκα διά τον μήνα Οκτώβριον. Εις ένα Βλάχον Γιαννάκην, όστις εργάζεται, όπως μας υποδείξη το λημέρι μιάς συμμορίας 1 λίραν.
Εις τον Φεϊμην ακόλουθον του Ιτζέτ Πασά Φλωρίνης, τον οποίον ο κύριός του μας έστειλε με τους χαιρετισμούς του και τον καπνόν και ρακί διά τους άνδρας μου και εμέ, 2 λίρας. Ο Πασάς ούτος, είναι Αλβανός φιλελληνικώτατος. Πρό ολίγων ημερών ετέθην εις συνάφειαν και σχέσεις μετ΄αυτού, θα είναι δέ πολυτιμώτατος εις τας ενεργείας μας, ο δέ ακόλουθός του επίσης Αλβανός εκ Μαχαλά (Τροπαιούχος Φλωρίνης) είναι πιστώτατος και χρησιμώτατος, διαθέσας υπέρ ημών τους Αλβανούς του Μαχαλά. Εις τον Πασάν αυτόν, ο οποίος πολυτρόπως ευεργετεί τους Έλληνας της Φλωρίνης θα ήτο καλόν να εδίδετο παράσημον τι, το οποίον ως φαίνεται επιθυμεί πολύ. Είναι θείος του Ισμαήλ Κεμάλ.
Εις τον ακόλουθόν του σκέπτομαι να δώσω εικοσάφραγκον τον μήνα, διότι δι΄αυτού θα δυνηθώμεν να καθαρίσωμεν το Νερέτι, την Πεσόζνιτσα (Αμμοχώρι) και το Κουτσκοβένι (Πέραμα). Εις τα ανωτέρω έξοδα δέον να προστεθώσι τρείς λίραι διά διάφορα αγώγια και εκτάκτους απεσταλμένους, ως και ετέρας δύο λίρας ως αμοιβήν τεσσάρων απεσταλμένων, οι οποίοι μου έφεραν εις δόσεις 60 λίρας τουρκικάς και 100 εικοσάφραγκα. Την μίαν εκ των δύο λιρών έδωκεν ο ιατρός Τσίρλης εις τον ένα των απεσταλμένων.
Αποδείξεις λεπτομερείς ήτο αδύναντον να κρατώ, ιδίως προκειμένου περί φιλοδωρημάτων, αλλ΄ευθύς ως θα συγκεντρώσω θα σας στείλω τας αποδείξεις μισθών των ανθρώπων, ους οπωσδήποτε μισθοδοτώ.
Μίκης Ζέζας

Παύλος Μελάς ~ "Βούλγαρος να μη μείνει"

         

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε το 1870 στη Μασσαλία. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και ήταν γιός του Μιχαήλ και της Ελένης Μελά. Ο πατέρας του είχε σπουδάσει νομική αλλά διέπρεπε στο εμπόριο σιτηρών. Προμήθευε πόλεις όπως το Λονδίνο και η Μασσαλία. Το 1874 μετακομίζουν στην Ελλάδα και μένουν στο πατρικό του Παύλου, στην Πανεπιστημίου, που σήμερα στεγάζεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Ο πατέρας του δεν έπαψε ποτέ να θυμίζει στον Παύλο και στα έξι αδέρφια του, την Ηπειρώτικη καταγωγή τους και την αγάπη του για τα Γιάννενα. Το 1886, μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, ο Παύλος δίνει εξετάσεις στην Στρατιωτική σχολή Ευελπίδων. Ο ίδιος έγραφε τον Αύγουστο του 1886 για την επιλογή του αυτή: «Εκλέγων το στάδιον αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον μου και εις τον τόπον μου… Αυτή είναι όλη η φιλοδοξία και όπως κάθε καλός στρατιώτης θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου και δια αυτήν να αποθάνω». Το καλοκαίρι του 1891 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού (ΠΒ).

 

Την ίδια περίοδο γνωρίζει τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη του Πολιτικού Στέφανου Δραγούμη και αδερφή του Ίωνος Δραγούμη. Λίγους μήνες μετά τη παντρεύεται, αυτός ο γάμος αποδείχθηκε ιδιαίτερα σημαντικός για τη θερμή αγάπη που έδειξε κατοπινά ο ίδιος για την Μακεδονία. Γράφει στην ίδια: «… τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ’ ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ’ εβοήθησαν…». Η οικογένεια Δραγούμη καταγόταν από το Βογατσικό Καστοριάς. Το 1894 ιδρύεται η Εθνική Εταιρεία που στόχο είχε την σωτηρία της πατρίδος ιδίως στα ανοιχτά εθνικά θέματα στη Μακεδονία, όπου υπήρχαν οι Βούλγαροι με την Εξαρχία και οι ωμότητες που έκαναν οι Τούρκοι στη Κρήτη. Ο Παύλος Μελάς γίνεται ενεργό μέλος της. Την ίδια χρονιά γεννιέται και ο γιός του Μιχαήλ, που τον φώναζε Μίκη. Στα ακόλουθα χρόνια τα γεγονότα είναι απανωτά και μέσα σ’ αυτό το περίεργο κλίμα φτάνουμε στα 1897 και στον ατυχή πόλεμο για τη χώρα μας. Η επιστολή του Μελά στην οικογένειά του αναφέρεται στην κάκιστη κατάσταση του Ελληνικού στρατού, αναφέρει χαρακτηριστικά «…Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν συλλογίζομαι…32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πως έρχονται οι Τούρκοι…». Τελικά η ατιμία αυτή λήγει στις 8 Μαΐου με την συνθήκη της Ταράτσας στη Λαμία. Μετά την ήττα αυτή από τους Τούρκους, η κυβέρνηση αφού προσπάθησε να ανυψώσει το κύρος της χώρας, επικεντρώθηκε στο Μακεδονικό ζήτημα. Στη Μακεδονία ο πληθυσμός μισούσε τους δυνάστες Τούρκους με εξαίρεση τους Αλβανούς, που ήταν οι ευνοημένοι τους. Η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν συντριπτική γι’ αυτό και οι Τούρκοι επέτρεψαν στους Βούλγαρους να ιδρύσουν αυτόνομη εκκλησία την Εξαρχία. Οι Βούλγαροι επεδίωκαν να προσαρτήσουν τον ελληνικό πληθυσμό, σλαβόφωνο και μη, ώστε να προσαρτήσουν παράλληλα και τα εδάφη της μακραίωνης Ελληνικότατης Μακεδονίας μας. Σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπούσε και οχτώ χρόνια αργότερα, το 1878, η ίδρυση αυτόνομου Βουλγαρικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο, με την αιγίδα των Ρώσων. Οι τελευταίοι υποστήριζαν τα Σλαβικά φύλα έχοντας ως στόχο να έχουν άμεση πρόσβαση στο Αιγαίο. Η ίδρυση της ΕΜΕΟ, της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης στόχευε στα παραπάνω, δηλαδή, αρχικά στην αυτονόμηση και μετέπειτα στην προσάρτηση της Μακεδονίας. Παράλληλα όμως η βουλγαρική αυτή κίνηση προκάλεσε τριγμούς στην επίσημη βουλγαρική εξωτερική πολιτική και διπλωματία. Γράφει ο Ντάγκλας Ντέικιν: «Είχαν κάνει την εμφάνισή τους αντιζηλίες και διχογνωμίες στο εσωτερικό των σωμάτων που συναγωνίζονταν για την καθοδήγηση του και, σε τοπικό επίπεδο, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα ληστοσυμμοριτισμού, τοπικής βεντέτας, κοινωνικής αναταραχής, θρησκευτικής διαμάχης και μιας σχεδόν ακατανόητης πάλης μεταξύ τοπικών ηγετών».

 

Η στάση της Ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα ήταν χαρακτηριστικά δειλή και οι όποιες πρωτοβουλίες της είχαν αργή υλοποίηση. Αυτή η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει από το 1900. Η εκλογή στη θέση του Μητροπολίτη Καστοριάς του Γερμανού Καραβαγγέλη, η μετάθεση σαν Πρόξενου το 1902 στο Μοναστήρι του Ίωνος Δραγούμη και η τοποθέτηση του Λάμπρου Κορομηλά το 1904 στη θέση του γενικού Πρόξενου Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν την αρχή της ελληνικής διεκδικήσεως. Μάλιστα η δράση του Δραγούμη και του Κορομηλά μέσω των Προξενείων ήταν ελπιδοφόρα. Φρόντιζαν να εξαγοράζουν επιχειρήσεις εξαρχικών στη Μακεδονία και να επιλέγουν τη μεταφορά Ηπειρωτών χτιστών για εργασία, παρά να χρηματοδοτούν Βούλγαρους σχισματικούς που είχαν το μονοπώλιο στο επάγγελμα του χτίστη. Παράλληλα οι ωμότητες των Κομιτατζήδων έγιναν καθημερινό φαινόμενο. Η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει μυστικά τέσσερις αξιωματικούς με πλαστά διαβατήρια στη Μακεδονία, προκειμένου να συγκεντρώσουν πληροφορίες για την δράση των Βουλγάρων αλλά και να εισηγηθούν την ανάπτυξη ένοπλου αγώνα. Αυτοί οι αξιωματικοί ήταν ο Μελάς, ο Παπούλας, ο Κολοκοτρώνης και ο Κοντούνης. Ο Μελάς έλαβε σαν ψευδώνυμο τα ονόματα των παιδιών του και ονομάστηκε Καπετάν Μίκης Ζέζας. Στις 24 Φεβρουαρίου που ανέβαινε για πρώτη φορά στη Μακεδονία έγραφε: «…Σήμερον επιτέλους εκπληρούται ο πόθος μου…». Ο Μελάς λόγω διαταγών επέστρεψε στην Αθήνα αλλά τον Ιούνιο πήρε πάλι τον δρόμο για τη δυτική Μακεδονία για είκοσι μόνο ημέρες. Τελικά του επετράπη να ανέβει μόνιμα στη Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1904. Στις 28 Αυγούστου ορίζεται από το Μακεδονικό Κομιτάτο Αρχηγός σωμάτων Μοναστηρίου-Καστοριάς. Ο πόλεμος που κάνει στους Βούλγαρους είναι εξοντωτικός, ενώ παράλληλα τον καταδιώκει τουρκικό απόσπασμα. Στα γράμματα προς την γυναίκα του αναφέρεται στις δυσκολίες που του παρουσιάζονται από την έλλειψη οδηγού στα άγνωστα μέρη μέχρι την κακοκαιρία και την έλλειψη φαγητού: «Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλά ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλά εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και προ πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; Ή θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ…».

 

Στις 13 Οκτωβρίου ο Μελάς σταμάτησε στο χωριό Στάτιστα για να ξεκουράσει τους άνδρες του, παρά την προειδοποίηση του Νίκου Πύρζα για την ύπαρξη τουρκικού αποσπάσματος στο χωριό. Δυστυχώς έγιναν αντιληπτοί από τους Τούρκους και ξεκίνησαν πυροβολισμοί, στο σπίτι που κρύβονταν το απόσπασμα του Παύλου. Οι Τούρκοι ειδοποιήθηκαν από τον Μήτρο Βλάχο για την παρουσία του Μελά στο χωριό. Πρόκειται δηλαδή για προδοσία των Κομιτατζήδων ώστε να βγάλουν από τη μέση έναν σημαντικό αντίπαλό τους. Πάνω στη συμπλοκή ο Μελάς τραυματίζεται, οι πόνοι γίνονται αφόρητοι και απευθυνόμενος στον Νίκο Πύρζα του λέει: «Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να του πης ότι το καθήκον μου έκαμα». Τα τελευταία λόγια του πολέμαρχου του Μακεδονικού αγώνα ήταν «Βούλγαρος να μη μείνει». Αρχικά η σορός του ενταφιάσθηκε στη Στάτιστα, οι Τούρκοι όμως έψαχναν το σώμα για να βρούν τις αποδείξεις που χρειάζονταν για να επιβεβαιώσουν και επίσημα την ανάμειξη της Ελλάδας στα εσωτερικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο προεστός της Στάτιστας Ντίνας επιχείρησε την εκταφή του Μελά και τη μεταφορά του κάπου αλλού ώστε να μην κινδυνεύει να βρεθεί από τους Τούρκους. Την στιγμή εκείνη όμως τουρκικό απόσπασμα έμπαινε στο χωριό, με αποτέλεσμα ο Ντίνας να αποκεφαλίσει βιαστικά τον Μελά με δάκρυα στα μάτια. Το κεφάλι θάφτηκε προσωρινά στο Πισοδέρι, στην Ωραία Πύλη του ναού της αγίας Παρασκευής. Το σώμα το μετέφεραν οι Τούρκοι στη Καστοριά για αναγνώριση. Εκεί με διπλωματικές κινήσεις ο Γερμανός Καραβαγγέλης κατάφερε να πάρει το σώμα και να πείσει τους Τούρκους ότι αν δεν το παρέδιδαν στην ελληνική κοινότητα θα προκαλούσαν ταραχές. Εννοείται ότι οι Τούρκοι δεν γνώριζαν πως το σώμα ανήκε στον Παύλο Μελά, αλλά σε κάποιον Μίκη Ζέζα, χωρίς βέβαια να ξέρουν ότι ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Αργότερα το 1907 το σώμα και το κεφάλι του Μελά μεταφέρθηκαν με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Καστοριάς κοντά στην Αγία Τράπεζα του μητροπολιτικού ναού της πόλης.
Ο θάνατος του Μελά, αφύπνισε την ελληνική κοινή γνώμη για τη σπουδαιότητα του Μακεδονικού ζητήματος. Παράλληλα προκάλεσε ευαισθητοποίηση όχι μόνο του λαού αλλά και συναδέλφων του αξιωματικών, που επιζητούσαν εκδίκηση. Έτσι η θυσία του Παύλου Μελά αποτέλεσε την αρχή της επιτυχούς – για την Ελλάδα – έκβασης του Μακεδονικού. Τα προφητικά του λόγια » Βούλγαρος να μή μείνει » επαληθεύτηκαν και η Ελλάδα απαλλάχθηκε από έναν απειλητικό βόρειο γείτονα. Τα λόγια του Ίωνα Δραγούμη «ο Μελάς… με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί, που ήταν τυφλοί ως τότε είδαν» αποδεικνύουν τη σημασία της θυσίας του.